Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Stray Dogs


Σκηνοθεσία: Ming-liang Tsai
Παραγωγή: Taiwan / France / 2013
Διάρκεια: 138'


"Τα σενάρια μου είναι πολύ μικρά. Μοιάζουν πιο πολύ με ποίηση, εμπεριέχουν μόνο αφηρημένα ίχνη για το πως θα κάνω τις ταινίες μου. Όταν γράφω τα σενάρια, δεν γράφω ποτέ διαλόγους, αλλά μιλώ και επικοινωνώ πολύ με τους ηθοποιούς μου κι όταν έρχεται η ώρα του γυρίσματος έχουν μια επαρκή ιδέα και μια ατμόσφαιρα για το πως θα εμψυχώσουν τους χαρακτήρες τους. Μ' αυτόν τον τρόπο οι ερμηνείες τους σχετίζονται περισσότερο με τις εμπειρίες τους. Στο σινεμά μου οι ηθοποιεί δεν είναι όπως στο Χόλιγουντ, δεν έχουν διδαχθεί πως να μιλάνε ή πως να ερμηνεύουν. Οι ηθοποιοί μου είναι πιο πολύ σαν καθημερινοί άνθρωποι. Δεν σκέφτεσαι ότι "παίζουν". Τους δίνω πάντα πολύ χρόνο στο σετ πριν το γύρισμα. Περιμένω και τότε αυτοί ερμηνεύουν φυσικά. Είναι ο καλύτερος τρόπος", Ming-liang Tsai.



Το Stray Dogs αποτελεί μια απόλυτη μυσταγωγική εμπειρία. Παρόμοια με αυτή που συναντάμε στο σινεμά του Weerasethakul. Όμως υπάρχει μια σημαντική διαφορά. Εδώ η μυσταγωγία -άγνωστο σε τι- δεν προκύπτει σε καμία περίπτωση από το θέμα. Ο Ming-liang Tsai δεν επενδύει ούτε στο πολιτισμικό άλλο, ούτε στην υφολογική διαφορά, ούτε σε κάποιο παγανιστικό δάνειο. Η μυσταγωγία εδώ προκύπτει από το κινηματογραφικό μέσο. Και πιο συγκεκριμένα από τον κινηματογραφικό χρόνο.  Από τον κινηματογράφο-χρόνο.

Ο σκηνοθέτης από τη Μαλαισία, στην κατά τα φαινόμενα τελευταία του ταινία, κινηματογραφεί, με ημι-αυτόνομα κάδρα ως εντελώς αυτόνομα κάδρα, μια οικογένεια στην Ταϊπέι. Είναι ένας κινηματογράφος απλότητας που συντίθεται ως ένα κολλάζ από κάδρα υψηλής συναισθηματικής νουμοσύνης. Συνήθως όταν μιλάμε για κάδρα/κινηματογράφο νοημοσύνης αναφερομαστε στη νοημοσύνη του δημιουργού. Όμως, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω πως εδώ δεν εννοώ καθόλου κάτι τέτοιο. Αναφέρομαι σε μια πηγαία νοημοσύνη των κάδρων και των σκηνών. Και αν ο δημιουργός καθρεπτίζεται μέσα σε αυτά, δεν είναι χάρις της παρεμβατικότητάς του, αλλά χάρις της εμπιστοσύνης του. Γενικά ο Ming-liang Tsai δεν μοιάζει να προπορεύεται σε σχέση με το έργο του. Μοιάζει να κινείται παράλληλα και μέσα σε αυτό. Δεν μοιάζει σαν εξωτερικός άρχοντας/κατασκευαστής/ποιητής/Θεός/δημιουργός. Μοιάζει περισσότερο με ιχνηλάτη. Κάτι που έχει ως αποτέλεσμα τη στιγμή που παρακολουθείς την ταινία να αισθάνεσαι πως παρακολουθεις μια ταινία την ώρα της δημιουργίας της. Όχι μια ταινία που έχει κατασκευαστεί/δημιουργηθεί για να τη δεις. Κι αυτό αποτελεί κάτι σχεδόν πρωτοφανές και αξιοθαύμαστο.


Και παρ' ότι η ταινία αποκαλύπτεται μέσα από μονοπλάνα-σεκάνς αυτοτελούς έμπνευσης, όσον αφορά την αφήγηση, δεν έχεις καθόλου την αίσθηση του θραυσματικού ή του αποσπασματικού. Όλα τα κάδρα τοποθετούνται σ' ένα ενιαίο και εντελώς συμπαγές ποιητικό σύμπαν [ποιητικό όχι από την άποψη του λυρικού ή του αφηρημένου, αλλά του ex nihilo χαρακτήρα της δημιουργίας]. Και υπάρχει επίσης μια αξιοσημείωτη φυσικότητα. Δεν μιλάμε για νατουραλισμό, αλλά την αισθηση ότι η ταινία έχει προ-εντυπωθεί μέσα στα κάδρα που κινηματογραφούνται, και όχι ότι προκύπτει κατά τη στιγμή της κινηματογράφησης. Ένα συνοθύλευμα σχημάτων, συναισθημάτων, εικόνων που έχει ήδη εμποτίσει το κινηματογραφικό σώμα. Απ' όπου απορρέει το ενίαιο σύμπαν για το οποίο ήδη μιλήσαμε. 



Στο βάθος και στην επιφάνεια συναντάμε τους γνώριμους προβληματισμούς του σκηνοθέτη για την αποτρόπαια πορεία προς την εκδυτικοποίηση των κοινωνιών και το οικουμενικά απάνθρωπο. Όμως τίποτα σ' αυτή την ταινία δε μπορεί να ειδωθεί ως εξωτερικό/μεμονωμένο σχόλιο. Παρά μόνο ως καρδιά. Η αορτή, οι αρτηρίες, οι βαλβίδες, οι φλέβες σε τέλεια ρυθμική λειτουργία.