Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2015

Kis Uykusu



Σκηνοθεσία: Nuri Bilge Ceylan
Παραγωγής: Turket / France / Germany / 2014
Διάρκεια: 198' 




Η Χειμερία Νάρκη είναι ένα τραίνο με άφθονους επιβάτες. Οι πόρτες είναι κλειστές. Όλοι οι επιβάτες είναι σημεία της μεταφοράς. Όμως κανείς δεν είναι μέρος της κίνησης. 

Και εδώ έρχεται η έννοια του αποκλεισμένου εαυτού να εντείνει την αίσθηση του ανθρώπου ως ακίνητη μάζα μέσα σ’ ένα κινούμενο δοχείο. Ή πιο ακριβώς η έννοια του αποκλεισμού εντός του εαυτού. Γιατί ο εαυτός στη Χειμερία Νάρκη είναι η χειμερία νάρκη μέσα στην οποία βρισκόμαστε, δηλαδή το πρώτο και το τελευταίο οχυρό που προτάσσουμε έναντι στον κόσμο.

«Πως αντιμετωπίζεις το κακό όταν σε επισκέπτεται;» : Είναι μία από τις ερωτήσεις, και ένα θέμα συζήτησης που καταλαμβάνει αρκετό φιλμικό χρόνο στην ταινία του Ceylan. Η απάντηση είναι αδιάφορη, όμως η αναζήτησή της αναδεικνύει μηχανισμούς που θεμελιώνουν την ατομικότητα και την αποξένωση.

Πέραν του ότι το κακό, και οι λοιπές ηθικά χρωματισμένες έννοιες είναι εξαιρετικά αβάσιμες ως έννοιες, καθώς επιβάλλονται απ’ τον σκεπτικισμό και δεν δημιουργούνται από μια συμπαντική συνέπεια, το γεγονός ότι υιοθετείς την ιδέα ότι υπάρχει ένα εξωτερικό κακό, ένα κοσμικό κακό, που σου απευθύνεται, που απευθύνεται σε σένα προσωπικά, και ότι πρέπει να δράσεις ενάντια σε αυτό, παρ’ ότι αποτελεί διαδεδομένη ιδέα, είναι μια εξαιρετικά επισφαλής πλάνη. Είναι μια πλάνη που υποδηλώνει πως με τη δράση σου διαχωρίζεσαι απ’ τον κόσμο. Πως βρίσκεσαι έξω απ’ αυτόν. Πως εσύ, η απειροελάχιστη κουκκίδα, υψώνεις ένα ον, χωριστό, που δρα αυτόνομα, και που οι δράσεις του, το διαχωρίζουν από τη λειτουργία της συμπαντικής περιστροφής.

Το αποτέλεσμα είναι ότι παρ’ ότι δεν έχεις επιτύχει να διευρύνεις τις μηδαμινές σου οντολογικές διαστάσεις, απενεχοποιείς και θεωρείς τον εαυτό σου γιγάντιο. Η δράση –και η ατομική σκέψη εδώ λογίζεται ίσως ως το αποκορύφωμα της σύγχρονης αστικής δράσης- έχει αυτό το ιδίωμα: να ηρωοποιεί αυτόν που δρα, να τον απομονώνει, να τον ξεχωρίζει, να του αποδίδει ένα ολόκληρο βασίλειο. Λησμονώντας ότι οποιαδήποτε δράση λαμβάνει χώρο σ’ ένα χαοτικό πεδίο άπειρων παραλλήλων δράσεων, που το άθροισμα, το γινόμενο, το κλάσμα (κ.ο.κ.) τους δεν είναι παρά η δυναμική του κόσμου και οι περίπλοκοι δείκτες των αλληλοσυσχετίσεων που λαμβάνουν χώρο εντός αυτού.

Όμως ο εαυτός αυταπατάται. Θεωρεί πως δρα έξω απ’ τον κόσμο. Κατασκευάζει γύρω του μια πλημμυρίδα από νοητικά δίπολα, καλό-κακό, ηθικό-ανήθικο, τίμιο-άτιμο, αλτρουισμός-ματαιόδοξο, μίσος-αγάπη, στοργή-αδικία. Όπως συμβαίνει σε όλα τα’ ανθρώπινα συστήματα. Και μέσα σε αυτή την πλημμυρίδα εννοιών ο εαυτός σαν ταχυδακτυλουργός προσπαθεί να ισορροπήσει. Να βρει το κέντρο του. Εκεί χτίζεται ο εαυτός. Σε αυτό το κέντρο. Εκεί στο κάθε κέντρο, στον κάθε εαυτό και ένα ευαγγέλιο. Και αυτό είναι ένα κέντρο όπου ο Θεός, η θρησκεία, και ο πιστός ταυτίζονται. Για αυτό ο εαυτός μένει αδιάρρηκτος. Ακίνητος. Σε ύπνο. Με ξεχειλωμένα τα όρια της ατομικής αυταπάτης.

Παρ’ ότι όμως ο εαυτός βρίσκεται σε ύπνο, ή παρ’ ότι η έννοια του εαυτού είναι ο ύπνος μέσα στον οποίο βρισκόμαστε, παράλληλα, στην απομόνωσή μας, εξυμνώντας το τέλειο ατομικό μας σύστημα, βρισκόμαστε σε έπαρση. Η έπαρση είναι αναγκαία. Γιατί το νόημα της ύπαρξης μας -ως ολόκληρο σύστημα- είναι το συγκριτικό μας πλεονέκτημα έναντι των άλλων (συστημάτων). Και σ’ αυτό ωφελεί η έπαρση, δημιουργεί το κατάλληλο βλέμμα, την κατάλληλη τυφλότητα, το κατάλληλο οπτικό πρίσμα. Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να μνημονεύσω, ίσως περιφραστικά, μια φράση της Μάργκεριτ Ντυράζ «δυσπιστώ με όσους γράφουν όμορφα». Κι αυτό γιατί η Ντυράζ θεωρεί πως η «καλλιγραφία» χρησιμοποιείται ως μέσο επίτευξης ατομικών στόχων, και ότι δεν αφορά αυτό που γράφεται. Η καλλιγραφία ως μια μάσκα υποκρισίας. Με μια αναγωγή, λογαριάζοντας την ανθρώπινη συμπεριφορά ως ένα άλλο είδος γραφής, θα οφείλαμε να επιδεικνύαμε ένα ανάλογο είδος δυσπιστίας στους «ενάρετους» ανθρώπους, στις εξιδανικευμένες συμπεριφορές, και στις ωραιοποιημένες χειρονομίες. Οι οποίες συνήθως φαντάζουν ως μια «καλλιγραφία» που επιστρατεύει κάποιος για να μας υποδουλώσει στα σχέδια του. Μια καλλιγραφία που υποκρύπτει την κτηνώδη φύση αυτού που τη χρησιμοποιεί -γιατί η φύση είναι κτηνώδης- αλλά και τα ατομικά συμφέροντα στα οποία αποσκοπεί.

Υπό αυτό το πρίσμα ο Ceylan στην ίσως πιο μεγαλεπήβολη ταινία του, επιτυγχάνει κάτι σχεδόν ακατόρθωτο: να κινηματογραφήσει το απάνθρωπο. Το μη ανθρώπινο. Το μη φυσικό. Ή για την ακρίβεια να κινηματογραφήσει τον άνθρωπο την εποχή της ατομικής αυταπάτης. Και με αυτόν τον τρόπο να εξισώσει τον ματαιόδοξο με τον αλτρουιστή, τον μισαλλόδοξο με τον πράο, τον φιλόδοξο με τον παραιτημένο, τον ηθικό με τον φανατισμένο κ.ο.κ. Και παρ’ ότι ο Ceylan μοιάζει δεικτικός και απόμακρος στην κινηματογράφηση του, ταυτόχρονα μοιάζει να συμπονά  βαθιά αυτούς τους χαρακτήρες. Να τους συμπονά ακριβώς έτσι: εξισώνοντας τους. Χαρίζοντας τους δηλαδή αυτό που δεν επιτρέπει ο ένας στον άλλο.

Κλείνοντας το κείμενο θα ήθελα να κάνω μια ειδική αναφορά σε κάτι παράπλευρο και να σταθώ σε αυτό: παρ’ όλη τη ρητορική διάθεση, παρ’ όλη την ανθρωπολογική ανάλυση του Nuri Bilge Ceylan, η σκηνή που σε τσακίζει, σε ανατριχιάζει πραγματικά, σε μια από τις δυνατότερες κινηματογραφικές στιγμές των τελευταίων χρόνων, είναι το πλάνο, όπου οι μακροχρόνιοι εραστές, βρίσκουν τη δύναμη να  ξυπνήσουν από τη χειμερία νάρκη τους, να ξεπεράσουν την αδιαφορία του καθημερινού κοιτάγματος, την αντανακλαστική αποστροφή, να διαρρήξουν την εγκαθίδρυση του βλέμματος ως συσσωρευμένη απουσία, και να κοιταχθούν για μια ακατανόητη στιγμή, ξανά, για πρώτη φορά. Ακατανόμαστοι και νέοι μέσα σ’ ένα βλέμμα αμοιβαίο και ολόκληρο...