Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Films 2013-2014

16.
Η Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά

Έχουμε μάθει να εφαρμόζουμε γάντι την παλιά λαϊκή σοφία, που λέει: "Καλύτερα πουν'τος, παρά να τος". Σκηνοθετώντας την απουσία μας, προσπαθούμε να τροφοδοτήσουμε τους άλλους με μια έλλειψη που θα μας καταστήσει στο μέλλον θελκτικούς, επιθυμητούς, απαραίτητους.
Μιλλώντας για την ελληνική πραγματικότητα, έχουμε μάθει να γεμίζουμε το άδειο με άδειο. Μια απέραντη αδειοσύνη κοντολογίς. Το ερώτημα που πλέον τίθεται είναι με τι αδειάζει το άδειο; Αδειάζει το άδειο;


15.
Under the Skin

Δόθηκαν σάρκες και δέρμα. Όμως δεν δόθηκε χώρος και χρόνος για να αναπτυχθεί αυτό το ον.
Σαρκοβόρο το κενό. Τα οστά θα 'πρεπε να 'ναι σκάλες που ανεβαίνουν στον ήλιο.
Όμως αυτή δεν έχει ηλικία. Ο θάνατος είναι ένα παιχνίδι για αυτούς που έχουν να θυσιάσουν.
Κάποιος είπε πώς είναι το πνεύμα που δίνει υπόσταση στην ύλη.
Πώς δεν υπάρχει το ένα ως προς το άλλο. Πώς είναι το ένα μαζί με το άλλο.
Μαζί, ειδάλλως καθόλου. Ούτε το ένα. Ούτε το άλλο.


14. Το Μικρό Ψάρι

Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό ψάρι. Το μεγάλο ψάρι τρώει τα μικρά ψάρια. Το μικρό ψάρι τρώει τα μεγάλα ψάρια. Ευρύχωρα που είναι τα ψάρια που τρώνε το 'να τ' άλλο. Δεν είναι θέμα μεγέθους. Πείνας ή επιβολλής. Είναι μάλλον το μόνο "παιχνίδι" που σου μένει αυτός ο κανιβαλισμός, όταν έχεις ήδη καταπιεί τη θάλασσα κι ότι σ' εμπεριέχει.


13. Thian zhu ding

Ο άνθρωπος ως μέρος ενός κόσμου που τον ξεπερνάει -φυσικό αξίωμα- και ενός κόσμου που δεν τον συμπεριλαμβάνει -κοινωνικό αξίωμα-. Ή η δικαίωση της πιο ολισθηρής μορφής βίας.


12. La Vénus à la fourrure

Η ηδονή του πόνου και η οδύνη του εξευτελισμού είναι δυο αρετές που οφείλεις να δοκιμάσεις. Αν θέλεις να φτάσεις στο βάθος της γύμνιας. Ο Roman Polanski μεταχειρίζεται τον διάλογο ενός σκηνοθέτη και μίας ηθοποιού -πρόσοφρο σχήμα- όπου οι λέξεις γίνονται από την μία οι άμυνες που ενδίδουν τη γύμνια, κι από την άλλη οι πληγές που την απεκδύουν. 


11. Paradies: Glaube

Ο παράδεισος δεν υπάρχει αν δεν πιστεύεις σε αυτόν. Κι αμά πιστεύεις, πάλι δεν υπάρχει.
Οι ανάσες των ζωντανών είναι ο ουρανός της κόλασης.

10. Le passé

Το παρελθόν, καταναγκαστικά, μας καθιστά σ' ένα βαθμό δεμένους με αυτά που έχουμε ζήσει. Αναπόφευκτα, το μέλλον δεν φτάνει σχεδόν ποτέ ολόκληρο σ' εμάς. Ή δεν φτάνουμε ποτέ ολόκληροι στο μέλλον. Σ' αυτή την απόσταση καθρεφτίζεται το προφίλ του θανάτου μας. 


9. The Grand Budapest Hotel

Δεν μπορείς να πεις καμία ιστορία γιατί όλες οι ιστορίες έχουν συμβεί. Όταν επιθυμείς να πεις μια ιστορία δε λες την ιστορία που επιθυμείς, αλλά την επιθυμία σου να μιλήσεις. Οι ιστορίες δεν βρίσκονται μέσα στις ιστορίες. Είναι έξω απ' αυτές. Μέσα σε ότι δε μπορεί να αποκτήσει περίγραμμα. Ιστορία είναι ο ρυθμός της ιστορίας. Το κόκκινο χρώμα που συναντάς στο δρόμο σου. Το χαμόγελο που κάνει το στόμα σου ν' ανοίγει. Το πρόσωπό σου να παραμορφώνεται. Η μυρωδιά του ξύλου. Ένα ζαχαροπλαστείο με τάρτες βανίλια φράουλα. Το αγόρι που θάβεται μαζί με τα μυστικά του. Ένα τραγούδι για αυτό που δεν υπάρχει. Δύο πατούσες διαφορετικές η μία από την άλλη. Το μέρος οπου κοιτάζει το βλέμμα μας, όταν το βλέμμα μας είναι το μέρος που κοιτάμε. 

8. Camille Claudel 1915

Λίγες μέρες από τη ζωή της Καμίλ Κλοντέλ. Έγκλειστης σε ψυχιατρικό άσυλο ανιάτων. Η ψυχιατρική δε βρίσκεται στα χέρια του ατόμου. Βρίσκεται στα χέρια της κοινωνικής πρακτικής. Και ως κοινωνικό εργαλείο ενδιαφέρεται για την μη-αναταραχή των σχέσεων και των ιστών που καθιστούν την κοινωνική οργάνωση απαραίτητη . Το ψυχιατρικό άσυλο αποτελεί χώρο συγκέντρωσης μη λειτουργικών και μη χρήσιμων για το σύνολο ανθρώπων. Η Καμίλ Κλοντέλ, μη υπολειπόμενη σε τίποτα, το κάθε άλλο, ανάμεσα σ' αυτούς που δε μπορεί να εμπνεύσει την αγάπη των άλλων. Γεγονός που θα την καθιστούσε και σημαντική και απαραίτητη προς αυτούς. Πολύτιμο κειμήλιο για την αγκαλιά τους.
7. Post Tenebras Lux
Μέσα στο τούνελ οι κραυγές των πουλιών γίνανε δέντρα και τα κλαδιά τους σχίζουν.
Σκοτεινή η πορεία του αίματος. Ένας πίνακας με υγρασία.
Στ' όνειρό μου σ' έψαχνα στη χαμηλή χλόη. Πεταμένα παιδικά βήματα, ήχοι από ξυράφια.
Οι οργασμοί μου είναι ένα συρματόπλεγμα όπου μπερδεύονται τα δάχτυλα του θεού.
Αν ο ουρανός φωτίζει τη γη, τον ουρανό ποιος τον φωτίζει;
Μέσα στη νύχτα οι ίσκιοι των δέντρων παραπατάνε στη θάλασσα. Την σκεπάζουν μέχρι τα γόνατα.
Σε ψάχνω στο σκοτάδι του τρένου που σπάει τα κόκκαλά μου.
6. Pozitia copilului
Η μαμά είπε στο παιδί θα παίξουμε ένα παιχνίδι: Θα πραγματοποιώ αυτό που επιθυμείς πριν το επιθυμήσεις. Η πραγματοποίηση των επιθυμιών δεν επέφερε καμία συγκίνηση στο παιδί. Στη συνέχεια το παιδί ούτε έπαιζε ούτε επιθυμούσε. Το παιδί άρχισε να μην επιθυμεί. Άρχισε να επιθυμεί την αντι-επιθυμία. Ούτως ώστε να δοκιμάσει τη χαρά του να μη συμβαίνει αυτό που επιθυμεί. Καμία χαρά. Καμία συγκίνηση. Μόνο απώλεια χαράς. Μόνο απώλεια συγκίνησης. Μόνο Χειμώνας. Τόσο καθοριστικό να είσαι παιδί των γονιών σου.

5. La vie d'Adèle

Ο Abdellatif Kechiche εκφωνεί το σχεδόν αυτονόητο, που ωστόσο η παραδοσιακή ηθική εμμένει στο να αποσιωπεί. Ότι η σεξουαλική συνεύρεση δύο ανθρώπων είναι ικανή να αναφέρει τέτοιο πάθος που να ενώσει ριζικά δύο ανθρώπους. Είναι επίσης δυνατό να αποτελέσει σεισμικό παράγοντα έντασης ικανής να μετατοπίσει τη θέση και τη σχέση δύο ανθρώπων με τα πράγματα και τη ζωή γενικότερα. Μάλλον στην πιο μεγαλεπήβολή του ταινία, ο Τυνήσιος σκηνοθέτης παρατηρεί από εγγύς απόσταση τους κύκλους και τις διακυμάνσεις των ανθρωπίνων σχέσεων. Δίνοντας έμφαση στο στάδιο της νιότης, όπου όλες οι συγκινήσεις και αισθήσεις φέρουν κάτι πρωτόγνωρο και ένα φορτίο ικανό να καθορίσει τον μετ' έπειτα ρυθμό της κίνησης ενός ανθρώπου στη ζωή. 


4. Nymphomaniac


Στον αστικό πολιτισμό φτιαχνουμε μια κάπως ορθολογιστική σχέση με την καθημερινότητα μας. Μοιάζουμε να ζούμε, όχι για να υπάρξουμε μέσα στη στιγμή που ζούμε, αλλά από απόσταση, ούτως ώστε να μπορούμε να κρίνουμε, να αναλύουμε, να αξιολογούμε, να επικρίνουμε αυτό που ζούμε, τη στιγμή που το ζούμε καθώς και ό,τι αυτό εμπεριέχει. Ζούμε δηλαδή, χωρίς να ζούμε, για να αναλύουμε αυτό που ζούμε. Μόνο αυτό εξημερώνει τις φοβίες μας, αλλά παράλληλα τις τρέφει κιόλας. Σκέτη ορθολογική διαστροφή. Αυτή τη διαστροφή, όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, απενεργοποιεί ο Trier στο Nymphomaniac. Όχι σοκκάροντας, όπως παραπλανούσε η διαφημιστική καμπάνια επί μήνες. Άλλα κάνοντας μια ταινία, και παρατίθοντας μέσα στην ίδια την ταινία το commentary της. Το απόλυτο κινηματογραφικό τρολάρισμα. Φέροντας τον θεατή σε μια αμηχανία-παράλυση, εντελώς διανοητική. Καθόλου σοκαριστική.


3. Gloria


Η νεότητα δεν έχει ηλικία. Αρκεί να φωνάζεις ακόμα τους στίχους των τραγουδιών. Αρκεί να παθιάζεσαι ακόμα με αυτό που ζεις τη στιγμή που το ζεις. Αρκεί να προσφέρεις δίχως άμυνες το κορμί σου στην ηδονή και τον πόνο. Αρκεί να μην αποκρύπτεις την κούραση αλλά να την αποταμιεύεις στην θέληση για ζωή. Αρκεί να σε λένε και λίγο Gloria.


2. Nebraska


Αυτός πέφτει στις ράγες με το κεφάλι, όταν το τρένο δεν είναι εκεί. Αλλά για να υπάρχουν ράγες, θα υπάρχει τρένο. Και που δεν πάει πουθενά, και που δεν υπάρχουν προορισμοί, είναι λόγος αυτός να μην παίρνουμε την κούρσα; Ερχόμαστε απ' το χώμα. Μέσα στο χώμα δεν υπάρχουν θησαυροί. Η γη είναι γεμάτη αρώματα.


 1. La grande bellezza


Ο άνθρωπος απ’ όπου κι αν προέρχεται, έχει ένα προσωπικό μερτικό στο παγκόσμιο φορτίο της θλίψης. Αυτό μας συμφιλιώνει. Μας κάνει να αγαπιόμαστε. Να έχουμε αγαπηθεί. Μια νοσταλγία που έχει διάρκεια και δε γνωρίζει λύτρωση. Πορευόμαστε στην ίδια πλευρά της ζωής.

Το μέλλον είναι υπέροχο.






 

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

Die bitteren Tränen der Petra von Kant




Σκηνοθεσία: Rainer-Werner Fassbinder
Παραγωγής
: Germany / 1972
Διάρκεια
: 124’

Η ζήλεια είναι απρόβλεπτη. Όταν την παρατηρείς την αναγνωρίζεις, γιατί όταν την αισθάνεσαι σε ισοπεδώνει.

Το υποκείμενο επιλέγει συνειδητά να απέχει από την πομπή του έρωτα. Έχει δοκιμάσει και έχει δοκιμαστεί σε ερωτικές περιπτύξεις σε τέτοιο βαθμό που βρίσκεται σε θέση να απορρίπτει ερωτικές εμπειρίες που δεν αρμόζουν στις συγκινήσεις του. Η άρνηση του υποκειμένου να αφεθεί στον έρωτα, επιφέρει ένα καθεστώς μοναξιάς. Αυτή η μοναξιά δεν είναι μια μοναξιά που προκαλεί πόνο. Έχει υφανθεί από ένα φαντασιακό υλικό ατομικής ανωτερότητας που φαντάζει βελούδινη για αυτόν που τη ζει. Κατά έναν τρόπο, αυτή η μοναξιά είναι το φάρμακο που επαίρει την τελειότητα της ατομικότητας, και συνάμα εξουδετερώνει πάσης φύσεως ανασφάλειες. Για να υπογραμμιστεί-δικαιολογηθεί η επιλογή του υποκειμένου να οχυρώνεται πίσω από μια μεγαλοποιημένη ιδέα εαυτού, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα τάσεις περιφρόνησης προς το «άλλο» στοιχείο. Μια περιφρόνηση προς ό,τι δεν είναι «εγώ». Ο εγωκεντρισμός και η ιδέα της ατομικής πληρότητας εντείνονται.

Για να αφεθεί/παρασυρθεί το εν λόγω υποκείμενο στον έρωτα –τον οποίο έχει περιτυλίξει μ’ ένα μαρτυρικό πέπλο- θα πρέπει να συναντήσει ένα ερωτικό αντικείμενο, όπου η ένωση με το οποίο θα φαντάζει εξίσου εξιδανικευμένη και ικανή να υπερβεί ακόμα την χτιστή ιδέα της ατομικής τελειότητας που έχει προηγηθεί. Συνεπώς, η όποια ερωτική ένωση του εν λόγω εγωκεντρικού υποκειμένου είναι καταδικασμένη να υπεισέρχεται εξ’ αρχής στο πεδίο της υπερβολής. Είναι τέτοια η αξίωση του «εγώ» που η οποιαδήποτε απαίτηση από τον «άλλο» καταλήγει ως υπερβολική. Θα μπορούσαμε να πούμε, πώς αυτή η ένωση, εφορμούμενη από ένα καλπάζον φαντασιακό στοιχείο, είναι εξ’ ορισμού εξωπραγματική. Και ως τέτοια, είναι καταδικασμένη να διαλύεται, να αναχαιτίζεται από τη σύγκρουσή της με το πραγματικό.

Με την ένωση αυτή, το ερωτικό αντικείμενο αναλαμβάνει την βαριά ευθύνη του να μην προσβάλλει την ατομική ιδέα του υποκειμένου. Να μην προσβάλλει την υπερευαίσθητη, αφού εξιδανικευμένη, ιδέα του υποκειμένου. Κατά κάποιον τρόπο, η ύπαρξη του ερωτικού αντικειμένου σημαίνει μια παρουσία που είναι καταναγκασμένη να επιβεβαιώνει το υποκείμενο και τον εύθραυστο κόσμο που έχει κατασκευάσει.

Είναι μια παραφωνία αυτή η ένωση. Φαντάζει ως μια διαρκής παραγωγή έντασης, με την μετατόπιση κάθε ισορροπίας. Αφού στην πραγματικότητα πρόκειται περισσότερο για «επαιτεία»-ανάγκη παρά για ερωτική ένωση. Στον έρωτα πρέπει να χάνεται κάθε σχήμα. Κάθε ιεράρχηση μεταξύ των προσώπων. Κάθε αναγωγή σε υποκείμενα και αντικείμενα. Μια δυάδα υποκειμένων. Αυτό χρειάζεται ο έρωτας. Μια δυάδα ισότιμων υποκειμένων. Ισότιμα αλλά διαφορετικά.

Και ίσως σε αυτό το σημείο φτάσαμε σε μια προϋπόθεση: ο έρωτας χρειάζεται μια δυάδα (σε άλλες μορφές τριάδα, τετράδα, νιαδα) υποκειμένων. Πράγμα που δεν συνιστά προ-απαίτηση. Μάλλον περιγράφει μια κατάσταση φυσική. Όμως στις περισσότερες ερωτικές σχέσεις παρατηρείται αυτή η διαβάθμιση. Η διαβάθμιση του υποκειμένου-αντικειμένου. Και τις περισσότερες φορές, η σχέση υποκειμένου-αντικειμένου, δεν είναι αντικειμενική. Δεν αφορά, δηλαδή, τον διαμοιρασμό κάποιων ρόλων. Αλλά την αξίωση κάθε μέλους της ερωτικής σχέσης, που συνηθίζει να βλέπει τον εαυτό του ως υποκείμενο και τον «άλλο» ως αντικείμενο. Ένα αντικείμενο στο οποίο  διοχετεύει πληθώρα απαιτήσεων. Απαιτήσεις, που όπως προαναφέρθηκε, δημιουργούνται για να ικανοποιούν την ελεγεία του εγώ.

Το υποκείμενο, στον έρωτα, είναι κυριευμένο από μια βαθμιαία απόγνωση και από μια ασυγκράτητη ζήλεια. Η ζήλια δεν αφορά τον άλλον, όπως συνηθίζεται να πιστεύεται. Η ζήλια αφορά τον εαυτό του υποκειμένου που ζηλεύει. Ο άλλος δεν παρίσταται στη ζήλεια. Μπορεί να αποτελεί την αφορμή που την ενεργοποιεί, αλλά είναι απών από τη ζήλεια. «Αγαπιέμαι όπως μου αξίζει;», «Φέρεται ο άλλος με σεβασμό στη σχέση μας;», «Αισθάνεται για εμένα όπως αισθάνομαι για αυτόν;», «Φροντίζει με τις πράξεις του την αγάπη που του έχω;», «Μήπως δεν είμαι ο μοναδικός κάτοχος της αγάπης του;», είναι μόλις μερικά από τα ερωτήματα που θέτει η ζήλεια στο υποκείμενο. Ερωτήματα που στρέφονται όλα προς το υποκείμενο, ερωτήματα που δεν αφορούν τον άλλον, αλλά τις απαιτήσεις που έχει το υποκείμενο από τον άλλον. Όσο πιο υψηλή η ιδέα του «εγώ», τόσο ισχυρότερες οι απαιτήσεις από το εσύ. Έτσι, ένα εγωκεντρικό υποκείμενο στην ένωση του με τον άλλο, οδηγείται στη φαντασιακή γιγάντωση και του άλλου. Όμως, αν στον έρωτα υπάρχει κάποια προϋπόθεση, αυτή δεν αφορά την φαντασιακή γιγάντωση του εσύ, αλλά την εκμηδένιση του εγώ.

Όσο το εγώ παραμένει ενεργό, και συνεπώς το υποκείμενο διαχωρίζεται από τον άλλον, η ζήλεια στρέφεται αναπόφευκτα πληγωτικά προς το υποκείμενο. Η τελειότητα του εγώ, που είναι ψεύτικη, για αυτό και πληγώνεται, σταδιακά καταποντίζεται από τον άλλον στην ερωτική σχέση. Επί της ουσίας, η ψηλή ιδέα του υποκειμένου πληγώνεται, όχι από τον άλλο, αλλά από την επιλογή του διαχωρισμού στο «εγώ και αυτός». Το υποκείμενο δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί αυτή τη διάσταση, και καθώς πληγώνεται επιλέγει να απομακρυνθεί, να αποσχιστεί από τον άλλο, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα μηχανισμούς άμυνας που εκμηδενίζουν-απαξιώνουν τον άλλο, ούτως ώστε να δικαιολογηθεί/επιβεβαιωθεί η παραπάνω επιλογή της απομάκρυνσης.

Όμως που βρίσκεται ο άλλος καθ’ όλην αυτή τη διάρκεια;
Παρ’ ότι ο άλλος είναι απών από την ζήλεια του υποκειμένου, είναι αυτός που δέχεται τα παράγωγά της. Έτσι, ο άλλος, πληγμένος από τις αλλεπάλληλες και σφοδρές επιθέσεις του υποκειμένου, σιγά σιγά οπισθοχωρεί, υποτάσσεται, δέχεται τον ρόλο του αντικειμένου. Θα έχετε παρατηρήσει πως στις μακροχρόνιες σχέσεις ποτέ δε ζηλεύουν και οι δύο. Ο ένας ζηλεύει. Ο άλλος μισεί. Το αντικείμενο, ο άλλος που σταδιακά δέχεται τον ρόλο του αντικειμένου, αισθάνεται αδικημένος. Αισθάνεται ξεγυμνωμένος από τα ανεξέλεγκτα ξεσπάσματα του υποκειμένου. Νιώθει δέκτης μιας πρωτοφανούς αδικίας. Ως εκ τούτου θέλει να ανταποδώσει τα χτυπήματα. Όμως το αντικείμενο δεν ζηλεύει το υποκείμενο. Δεν είναι μια ανταπόδοση ζήλειας. Το αντικείμενο μισεί. Τα δικά του χτυπήματα δεν είναι τόσο πηγαία, δεν είναι γόνοι μιας εσωτερική αναστάτωσης. Τα δικά του χτυπήματα είναι σχεδιασμένα, είναι στρατηγικά.  Είναι πράξη μίσους, όχι ζήλειας. Το αντικείμενο παρατηρεί τη συμφορά, τον ξεπεσμό, την παρακμή του υποκειμένου μέσα στον πόλεμο που το ίδιο έχει ξεκινήσει. Σ’ αυτόν τον ξεπεσμό, σ’ αυτή την παρακμή, σ’ αυτόν τον βαθμιαίο πόνο αποσκοπεί. Ως εκ τούτου, το αντικείμενο αναπτύσσει μια παθητική ψυχρότητα. Αυτή η παθητική ψυχρότητα προστατεύει το αντικείμενο από τα χτυπήματα, και ταυτόχρονα, αφού παθητικότητα κι αφού ψυχρότητα, συντηρεί και επιμηκύνει τον πόλεμο και τις συμφορές του υποκειμένου. Αφού ο άλλος είναι παθητικός,  τα χτυπήματά του και η έξαψή  επιστρέφουν συνεχώς στο υποκείμενο. Το υποκείμενο μένει διαρκώς εξαρτημένο από την ιδέα του άλλου. Ο άλλος απέχει. Η ρήξη πλέον μοιάζει οριστική. Το χάσμα αμετάκλητο.

Και όσο το υποκείμενο ήταν εξαρτημένο από το αντικείμενο κατά τη διάρκεια της κοινής ζωής, άλλο τόσο παραμένει εξαρτημένο κατά την απουσία.  Το υποκείμενο ζητάει μια διέξοδο. Βρίσκεται σε ασυγκράτητη ένταση. Δεν μπορεί να εκφράσει ούτε την οργή του προς το αντικείμενο, ούτε την τρυφερότητα που θα πρόσφερε ένα χάδι στην ιδέα του «εγώ». Η επιστροφή του αντικειμένου διαψεύδεται επανειλημμένα. Το υποκείμενο δακρύζει. Σπάει σε δάκρυα. Τα δάκρυα του έχουν τον ρόλο υπενθύμισης. Υπενθυμίζουν τον πόνο που έχει ήδη αισθανθεί. Τον πόνο που του έχει ήδη προκληθεί. Η πορεία των δακρύων είναι μονόδρομη. Σύμφωνη με αυτή του χρόνου. Τα δάκρυα μοιάζουν να υποδεικνύουν στο υποκείμενο να μην διεκδικήσει μια ανάδρομη πορεία, και συνεπακόλουθα, του υπογραμμίζουν την (ξανά)ανάγκη της απομάκρυνσης.


Το υποκείμενο καταλήγει στο σημείο εκκίνησης. Στην μοναξιά. Αυτή τη φορά η επιλογή της μοναξιάς δεν μοιάζει αναγκαία, αλλά καταναγκαστική. Η έννοια του εαυτού είναι λεηλατημένη. Η ιδέα του «εγώ» έχει δεχθεί καίρια πλήγματα από την ερωτική ένωση. Η μοναξιά είναι ο τόπος της επούλωσης. Το υποκείμενο απομακρύνεται ξανά από τις ερωτικές περιπτύξεις. Ο έρωτας αποκτά ακόμα πιο σθεναρά την εντύπωση ναρκοπεδίου. Πλέον, το υποκείμενο μες το μοναχικό κουκούλι του, εκκινώντας από την περιφρόνηση προς το «άλλο», αρχίζει να υφαίνει ξανά πιθαμή προς πιθαμή το ρούχο της ατομικής τελειότητας και πληρότητας. Το εξιδανικευμένο κέντημα του εαυτού μέσα στον οποίο ζητάει καταφύγιο.