Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

3η Ανθολογία Ανεξάρτητων ελληνικών ταινιών μικρού μήκους

Ημερομηνία: 4/5/14
Ώρα:20.00 


3η Ανθολογία Ανεξάρτητων Ελληνικών Ταινιών Μικρού Μήκους
Μια βραδιά παρουσίασης νέων ανεξάρτητων ελληνικών ταινιών μικρού μήκους.
Επιλογές και επιμέλεια: Γιώργος Ευθυμίου

Κυριακή 4 Μαΐου ώρα 20:00
Καλλιτεχνικό Στέκι Καλαμάτας, Μπενάκη 5, Ιστορικό Κέντρο Καλαμάτας

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

ΛΙΣΤΑ ΤΑΙΝΙΩΝ


Lost Girl, 2012 (34’)
Σύνοψη
Η μικρή ιστορία μιας μεγάλης εισβολής και μιας οριστικής απώλειας. Ξέρεις ποια είσαι; Κάθε πότε αλλάζει αυτό; Μπορείς να το κρατήσεις; Ανάμεσα στην ανάμνηση και τον εφιάλτη, η Μαργαρίτα προσπαθεί να κλείσει την πόρτα.

Σκηνοθεσία | Σενάριο: Νίκος Πάστρας
Φωτογραφία: Γιάννης Κανάκης
Σκηνικά | Κοστούμια: Αντιγόνη Βλυσίδη
Sound Design | Μίξη: Νίκος Τριανταφύλλου
Μουσική: Στράτος Μπιχάκης, Αντώνης Γιώργου
Μοντάζ: Νίκος Πάστρας, Αγγελος Φραντζής
Ηχοληψία: Γιάννης Πατρίκιος
Παραγωγή: Γιώργος Γεωργόπουλος, Κώστας Γεωργόπουλος

Παίζουν
Κάτια Γκουλιώνη, Κόρα Καρβούνη, Μαρία Εγγλεζάκη, Αθηνά Κουτσιανούλη, Νεφέλη Κουρή, Michele Valley, Πρόδρομος Τσινικόρης, Δημήττρης Μπίτος, Στάθης Σταμουλακάτος, Στάθης Κόκκορης, Γιάννης Κοκιασμένος
Νίκος Πάστρας official page


Γαάλ, 2012 (13’)
Σύνοψη
Η Γαάλ είναι μια κοινότητα που δεν τοποθετείται χωροχρονικά στην οποία το μέσο εξουσίας και πλούτου είναι το βιβλίο. Μια νεαρή κοπέλα, προσπαθεί να αποδράσει από αυτή συνεργαζόμενη με το βιβλιοπώλη για να αποσπάσει το πολυτιμότερο βιβλίο. Οι χαρακτήρες δεν έχουν ονόματα, ο λόγος απουσιάζει και τα συναισθήματα μαζί με τις σκέψεις εκφράζονται μονάχα μέσα από το όνειρο και τον εφιάλτη.

Σκηνοθεσία-Παραγωγή: Μαίρη Μαρινοπούλου
Σενάριο: Μαίρη Μαρινοπούλου, Λεωνίδας Μπαντής
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Κατερίνα Τριχιά
Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Γιώργος Κατσώνης
Κοστούμια: Στέλλα Ατζέμη
Μουσική: Άγγελος κυρίου
Μοντάζ: Ηλίας Κοντονικόλας
Μιξάζ: Λευτέρης Δασκαλαντωνάκης
Ηχοληψία: Φωτεινή Ζαραφειάδη

Παίζουν
Άννα Βεκιάρη, Σπύρος Διαμαντάρας, Γιώργος Λαγγίδης, Γιάννης Οικονομίδης, Αλέξανδρος Λύκος, Μαριάνθη Μαρινοπούλου
Γάαλ official fcb page


Πόες, 2012 (21’)
Σύνοψη
Πέντε νέοι άνθρωποι αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως το μοναδικό περιεχόμενο της νόησης τους, νοιώθοντας ότι η μοναδικότητα της ύπαρξης τους απειλείται από τον εξωτερικό κόσμο. Τον οικειοποιούνται παραδιδόμενοι στις εμμονές τους.

Σκηνοθεσία: Κατερίνα Τριχιά
Β' Σκηνοθεσίας| Δ/νση Φωτογραφίας: Μαρία Μαρινοπούλου
Σκηνογραφία | Ενδυματολογία: Κατερίνα Μπουρδάνου
Ηχοληψία | Επιμέλεια Ήχου: Φωτεινή Ζαραφειάδη, Στέλλα Ατζέμη
Σκριπτ: Ζωή Εκίζου
Σενάριο: Κατερίνα Τριχιά, Φωτεινή Τσαρδούνη, Φωτεινή Ζαραφειάδη
Still Photographers: Εύη Φίλη, Φωτεινή Τσαρδούνη
Μοντάζ: Παναγιώτης Ζωγράφος
Τίτλοι: Σοφία Θεοδοσιάδη
Μουσική: Άγγελος κυρίου, Dozen Draft, Ntlisten,Tonti Prodnic, Master Heatwave, Sad Mask Party, Valletta str project

Παίζουν
Κώστας Βασιλόπουλος, Σοφία Γεωργιάδου, Κωνσταντίνος Δεληγιώργης, Λυκούργος Πορφύρης, Σοφία Φίλωνος 
Πόες official fcb page


Τρένα, 2013 (6’)
Σύνοψη
Ένας άνδρας, μια γυναίκα. Μαζί και χώρια. Ταυτόχρονα. Ενώ τα τρένα συνεχίζουν να περνούν.

Σκηνοθεσία | Σενάριο | Μοντάζ: Αλέξανδρος Σκούρας
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Κωνσταντίνος Κουκουλιός
Ηχοληψία: Κυριάκος Πουκαμισάς
Διεύθυνση Παραγωγής: Δημήτρης Νάκος
Δεύτερη Κάμερα: Γιάννης Χαριτίδης
Script: Έλενα Αναγνωστέλλη
Color Correction: Δημήτρης Νικολόπουλος
Sound Design: Φώτης Μιχαήλ
Βοηθοί Παραγωγής: Βασίλης Νάστος, Πραξιτέλης Μάστορας

Παίζουν
Μάκης Παπαδημητρίου, Κατερίνα Λυπηρίδου, Αργύρης Θανασούλας



Βίοι (ζωές) Αγιών, 2009 (22’)
Σύνοψη
Κινηματογραφική μεταφορά της θεατρικής παράστασης του Μιχαήλ Μαρμαρινού Βίοι (ζωές) Αγίων.

Κινηματογραφική Σκηνοθεσία: Στάθης Αθανασίου
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Σπύρος Παγώνης
Φωτισμοί: Γιάννης Δρακουλαράκος
Ηλεκτρολόγος: Θοδωρής Νομικός
Βοηθός Σκηνοθέτη: Μυρτώ Περβολαράκη
Σκηνογραφία: Κένη Μακλελάν
Ιδέα | Σύλληψη | Σκηνοθεσία: Μιχαήλ Μαρμαρινός
Μουσική: Δημήτρης Καμαρώτος

Παίζουν
Γιώργος Κριθαράς, Αλεξάνδρα Παυλίδου, Μελίνα Αποστολίδου, Σμαρώ Γαϊτανίδου, Θεοδώρα Τζήμου, Θοδωρής Πολυζώνης
Στάθης Αθανασίου official site

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Βυθός - Djúpid


του Atli Jonasson
Σκηνοθεσία: Κωστής Καλλιβρετάκης
Ερμηνεία: Θανάσης Δόβρης
Διάρκεια: 80'

Στο βυθό είναι καλά μόνο για τα ψάρια. Αν δεν είσαι ψάρι δεν είναι καλά στο βυθό. Εννοώ η παγωνιά του. Εννοώ η σκοτεινιά του. Όχι, αν δεν είσαι ψάρι δεν είναι καλά στο βυθό. Ο βυθός ορίζει τη μεγαλύτερη κλίμακα βάθους. Το ισχυρότερο επίπεδο της βαρύτητας. Ό,τι δεν είναι πάνω από τη στάθμη της θάλασσας, ό,τι δεν επιπλέει, απορροφάται από το βυθό. Αφανίζεται μέσα του. Μέσα σ’ αυτή την αχανή ασημαντότητα.

Η μαμά και ο μπαμπάς πίνουν τον καφέ τους στις 7 το πρωί. Κάθε μέρα στις 7 το πρωί. Εμένα μου αρέσουν τ’ ακριβά αυτοκίνητα. Τα ακριβά αυτοκίνητα αρέσουν στις κοπέλες που μου αρέσουν. Το να έχω ένα ακριβό αυτοκίνητο με κάνει αρεστό. Γεγονός ωστόσο που δεν καθορίζει ούτε στο ελάχιστο την αρέσκεια μου προς τα ακριβά αυτοκίνητα. Ο Jack φιλάει τη Rose λίγο πριν από το ναυάγιο. Όποτε δεν πάμε για μπάλα ή δε βλέπουμε μπάλα με την παρέα, βλέπουμε τέτοιες ταινίες. Ταινίες με Jacks και Roses. Είναι ωραία η Rose. Είναι ωραίος ο Jack. Νομίζω θα τους άρεσαν τα ακριβά αυτοκίνητα. Όταν στεναχωριέμαι επειδή δεν έχω πολλά λεφτά, ή επειδή κάποιοι υποφέρουν, διαλέγω ένα πολιτικό πάρτυ. Στο οποίο καταχωρώ όλες μου τις προσδοκίες για εξυγίανση αυτών των συναισθημάτων που με βυθίζουν. Αυτοί μπορούν και οφείλουν άλλωστε να επιδιορθώσουν τις κακοτοπιές που ευθύνονται για την καθημερινή μου δυσαρμονία. Η μουσική είναι ωραία. Δηλαδή στο μπαρ είναι ωραίο να ακούς μουσική. Ρυθμική μουσική. Να χορεύεις. Μουσική για όλους. Μπορείς να πίνεις και να ακούς μουσική. Να ακούς μουσική και να πίνεις. Και να κοιτάς. Να μιλάς με τους γύρω σου. Να μιλάς για τη μουσική που ακούς. Θα μιλάω με τη Rose για τη μουσική που ακούμε. Η Rose, δηλαδή δεν ξέρω αν τη λένε Rose, μου αρέσει. Θα το καταλάβατε ότι μου αρέσει. Η Rose μένει σε μια από αυτές τις πολυκατοικίες της πόλης. Νομίζω δε θα της πω ποτέ πόσο μου αρέσει. Αλλά σ’ αυτήν έχει πέσει όλο το βάρος της συναισθηματικής μου στόχευσης. Η Rose είναι καλό κορίτσι. Δεν θα φωτογραφιζόταν ποτέ γυμνή. Και θα βλέπαμε μαζί ταινίες που μας αρέσουν. Γιατί μπάλα δε θα βλέπαμε με τη Rose.  Ή θα πηγαίναμε βόλτα με το αμάξι που θα έχω, τότε. Τότε, ναι θα έχω το αμάξι που μου αρέσει. Και ο μπαμπάς θα πίνει καφέ με τη μαμά στις 7 η ώρα. Κι εμείς τις Κυριακές θα τους βλέπουμε κάπου κάπου. Και θα ακούμε μουσική. Όχι σαν αυτή που παίζει στα μπαρ. Σαν αυτή που παίζει στα μεγάλα σαλόνια, όταν οι άνθρωποι που έχουν ακριβά αυτοκίνητα παίρνουν το τσάι τους.


Ένα οργανωμένο σύστημα αντιπερισπασμών είναι η ζωή. Ψευδαισθήσεις και αυταπάτες στις οποίες ενδίδεις μόνο και μόνο για να βρεθείς στην πλωτή πλευρά της ζωής. Στην καλή πλευρά. Πάνω από τη στάθμη της θάλασσας. Μακριά από το βυθό. Συναισθηματικά, ηθικά, οικονομικά τακτοποιημένος. Ακέραιος. Ο βυθός μας φοβίζει. Και ο φόβος μας απωθεί απ’ αυτό που φοβόμαστε για να μη συμβεί. Περισσότερο απ’ αυτό που φοβόμαστε, μας καθορίζει ο φόβος που νιώθουμε για αυτό. Όχι, όχι, οπουδήποτε είναι καλά, αρκεί να μην είσαι στο βυθό. Στο κείμενο του Atli Jonasson το ζήτημα της επιβίωσης έχει μετατοπιστεί. Δεν πρόκειται για το ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ της ζωής και του θανάτου. Πρόκειται για το ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ της οδύνης και του ανώδυνου. Τα πάντα οφείλουν να είναι επιδερμικά. Για να μπορείς να συνεχίζεις. Να συνεχίζεις αλώβητος. Μακριά από την παγωνιά του βυθού. Να μην πονάς. Να εθίζεσαι στη σημαδεμένη τράπουλα της συλλογικής υποκρισίας. Μόνο και μόνο για να μένεις μακριά από την αγωνία της ύπαρξης. Να κρατάς ζεστές τις σάρκες σου, να απωθείς τα εσωτερικά ρίγη. Να μένεις μακριά από αυτήν την εκστατική απελπισία του χάους.


Όλα αυτά παραθέτονται σ’ έναν επιδέξια και πειθαρχημένα σφυρηλατημένο μονόλογο. Ο Κωστής Καλλιβρετάκης σκηνοθετεί λιτά τον ηθοποιό του. Αποφεύγοντας αχρείαστες υπερβολές. Υπηρετώντας στο έπακρο το κείμενο, τολμώντας το βαθύ βύθισμα την εσωτερικότητά του. Ένα κείμενο που φέρει την ταυτόχρονη  θυμηδία και συγκίνηση, ένα διαρκές αίσθημα χαρμολύπης, μέσα απ’ το καθημερινό παράδοξο. Παράδοξο ως αναντίρρητα αποδεκτό. Την ίδια ώρα που ο Θανάσης Δόβρης ερμηνεύει μοναδικά. «Είμαι βαρύ σκαρί, τρίζει όπου περνάω αν δεν προσέξω», λέει ο Θανάσης επί σκηνής. Και είναι αλήθεια γιατί φέρει ένα σπάνιο υποκριτικό βάρ(θ)ος. Μια υποκριτική ειλικρίνεια και καθαρότητα που δε συναντάμε συχνά στο ελληνικό θέατρο. Ή, που εγώ δεν θυμάμαι εύκολα να έχω συναντήσει.

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Nathalie Granger



Σκηνοθεσία: Marguerite Duras
Παραγωγής: France / 1972
Διάρκεια: 83’

Η Nathalie Granger είναι μια ταινία χωρίς πλοκή. Θα μπορούσαμε να πούμε πως πρόκειται για μια ταινία χωρίς ταινία. Και ο παραπάνω ισχυρισμός δεν είναι μια απαξιωτική δήλωση, ούτε καν ένα ποιητικό σχεδίασμα. Στη Nathalie Granger μπορεί να συναντάμε ηθοποιούς όπως η Jeanne Moreau, ή ο Gerard Depardieu, ηθοποιούς που έχουμε συνδέσει με τον κατ’ εξοχήν αφηγηματικό γαλλικό κινηματογράφο. Κι όμως η Nathalie Granger είναι μια ταινία χωρίς αφήγηση. Μια ταινία χωρίς ταινία. (Ξανά). Και όταν λέω μια ταινία χωρίς ταινία, μάλλον εννοώ πως πρόκειται για μία από αυτές τις ανεκτίμητες στιγμές που παρακολουθείς μια ταινία χωρίς να σου θυμίζει καμία άλλη. Κι όταν λέω ότι αυτή η ταινία δεν θυμίζει καμία άλλη, δεν αναφέρομαι στο plot, στο αφηγηματικό γίγνεσθαι, αλλά αναφέρομαι κυρίως στα μορφικά της χαρακτηριστικά και τη σκηνοθετική σύνθεση. Κάτι που οφείλεται, πιθανώς, στην σκηνοθετική δεινότητα (ή ανεπάρκεια) της Margueritte Duras. Η οποία υπήρξε πρωτίστως λογοτέχνιδα, και μετ’ έπειτα ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο. Ψηλαφιστά. Χωρίς να υιοθετεί καμία σύμβαση. Φτιάχνοντας έναν δικό της προσωπικό κινηματογράφο. Ταινίες χειροποίητες. Πρωτότυπες. Οι οποίες λειτουργούν μόνο εντός αυτής της αυτοσχέδιας-προσωπικής γλώσσας. Της οποίας η δυναμική είναι ακριβώς αυτή: ότι δεν προϋποθέτει καμία γραμματική, κανέναν κανόνα. Μια γλώσσα-αγλωσσιά, εν ολίγοις. Μια άγλωσση γλώσσα που εμφανίζεται στο σύνολο της φιλμογραφίας της Duras. Και ακόμα εντονότερα στα «πιο λογοτεχνικά» πονήματά της, που κατακρεουργώντας τα με τη γλώσσα, θα αποκαλούσαμε βιντεο-ποιήματα. Ένας ισχυρισμός που ενισχύεται αν ανατρέξουμε και σ’ άλλες περιπτώσεις σκηνοθετών, που δεν ήταν πρωτίστως σκηνοθέτες, όπως ο Jan Cocteau ή η Pina Bausch, ή ο Guy Debord, οι οποίοι έφτιαξαν εντελώς φρέσκες και μοναδικές ταινίες. Ταινίες χωρίς ταινίες. Ταινίες γραμμένες στη γλώσσα τους. Μια γλώσσα που εξυπηρετούσε το έργο και όχι, κατ’ ανάγκην, το (κινηματογραφικό) μέσο. Ταινίες που, με την ανάλογη δόση υπερβολής, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως αυτόνομα κινηματογραφικά σύμπαντα.


Τι είναι όμως αυτό που καθιστά το Nathalie Granger ως μια μοναδική ταινία; Δανειζόμενος έναν όρο από μία άλλη μορφή τέχνης, τη ζωγραφική, θα έλεγα ότι πρόκειται για μια ταινία-νεκρή φύση. Ασφαλώς δεν αναφέρομαι στο μέγεθος των κάδρων. Στη σύνθεση. Ή στα θέματα. Αναφέρομαι, κυρίως, στο χρόνο. Στο ρυθμό. Στην αποτύπωση. Ο χρόνος είναι σχεδόν παγωμένος  -νεκρός- εντός των κάδρων. Οι φιγούρες παρίστανται. Δεν κινούνται προς κάποια δραματική κατεύθυνση. Παρίστανται. Σχεδόν ακινητοποιημένες. Είναι η παράστασή τους. Και η παράστασή τους είναι. Οντολογική συνεπαγωγή. Αν έκανα μια αναδρομή, προσπαθώντας να ανατρέξω σε κάτι ανάλογο, θα έφτανα μάλλον στο εκκωφαντικά σιωπηλό φινάλε του L’ Eclisse του Antonioni. Όμως εκεί, ο αγαπημένος της Duras, και δικός μου, Antonioni, προσφεύγει στην στατικότητα των μορφών, των πραγμάτων και των μοτίβων για να εκμαιεύσει άλλες κλίμακες και ποιότητες. Όπως την αποξένωση, τις αποστάσεις, ή την απόσχιση των εσωτερικών από τα εξωτερικά τοπία. Στη Nathalie Granger της Marguerite Duras δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Εδώ η στατικότητα των μορφών είναι αυτολεξεί η στατικότητα των μορφών. Είναι η κούραση, υπαρξιακή κούραση, η φθορά. Κι όλα αυτά δεν αναδύονται. Δεν υπάρχει κάποιο περιφραστικό σχήμα. Είναι κυριολεξία. Όλα αυτά ενυπάρχουν, σαν νεκρή φύση, στην στατικότητα των μορφών. Δεν εκμαιεύονται, δεν ανάγονται, δεν συμπεραίνονται. Δεν υπάρχει λογικό άλμα. Η στατικότητα είναι η κούραση, η φθορά, η στατικότητα. Κι αυτή η πρόταση δεν αφορά ούτε τον δραματικό σκοπό, ούτε τη σύνθεση. Πρόκειται για ταυτοπροσωπία. Κι αν επιστρέψω σ’ αυτό που αποκαλώ νεκρή φύση· η νεκρή φύση, ο παγωμένος χρόνος, συνιστά αποδραματικοποίηση. Άπνοια. Απανεμιά. Κάτι που εν τέλει δημιουργεί έναν κινηματογραφικό χωροχρόνο μέσα στον οποίο η όποια δραματική δήλωση ή κατασκευή –υπάρχουν ελάχιστες- αποτελεί, αναπόφευκτα, έναν αισθητικό σεισμό.


Δεν είναι όμως μονάχα η ρυθμική στάση της ταινίας, που σε προκαλεί σ’ αυτό που αποκάλεσα μοναδικά καινοφανές. Οι στατικές μορφές, οι απλές φόρμες παρατίθενται σ’ ένα εντελώς περίπλοκο, ποιητικά πολύπλοκο, περιβάλλον. Όπου ο χώρος -και χώρος είναι η μήτρα όπου συμβαίνει ο χρόνος- δεν είναι μόνο η διάσταση του χώρου, αλλά και ο χώρος (χρόνος) έξω από αυτή. Κι αυτό συμβαίνει καθώς η Marguerite Duras δημιουργεί καινούρια κάδρα μέσα στο κινηματογραφικό κάδρο, χρησιμοποιώντας αριστοτεχνικά διάφορα ευρήματα όπως τα παράθυρα ή τις καθρεπτικές επιφάνειες. Ευρήματα που διαρκώς εμπλουτίζουν, διαταράσσουν, αμφισβητούν και κυρίως επεκτείνουν το παραλληλόγραμμο του κινηματογραφικού χωροχρόνου. Μια επιλογή που δε γιγαντώνει μόνο το έξω (το εκτός), αλλά κυρίως αποτυπώνει το είναι (μέσα) των μορφών σε πολύπλευρα χωρικά περιβάλλοντα, και σχέσεις, ταυτόχρονης παρουσίας-απουσίας, ή αποκλεισμού. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο χώρος είναι σαν να εμπεριέχει και να μας αποκαλύπτει ταυτόχρονα το μέσα και το μέσα του μέσα. Και να δηλώνεται, μ’ αυτήν την επιλογή, υποδειγματικά, πως το μέσα και το μέσα του μέσα, σχεδόν ποτέ δεν ταυτίζονται. Και ενώ λοιπόν οι φιγούρες, όπως είπαμε πιο πάνω, είναι παγωμένες, μ’ έναν ακαθόριστο τρόπο, οι προβολές τους είναι διαρκώς «άλλες». Νέες προβολές. Χώροι και χρόνοι, που είναι στιγμιότυπα χώρων και χρόνων, που ποτέ δεν ομοιάζουν.

Το κείμενο αφιερώνεται στον Άγγελο Παλιουδάκη