Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Στάζουν Μεσάνυχτα




Στάζουν Μεσάνυχτα, ποιητική συλλογή της Δήμητρας Αγγέλου

Στην ποιητική συλλογή της Δήμητρας Αγγέλου, “Στάζουν Μεσάνυχτα”, ερχόμαστε σ’ επαφή μ’ ένα τρομακτικό ον. Μ’ ένα ον γεμάτο αγκάθια, μ’ ένα ον που κλωτσά, μ’ ένα ον που δέχεται, μ’ ένα ον που δε δέχεται, μ’ ένα ασχημάτιστο ον, μ’ ένα ον που “πονά γιατί γεννήθηκε”. Αν θέλαμε να αναλύσουμε αυτό το ον, ίσως καταλήγαμε πως είναι ένας άνθρωπος εν τω γίγνεσθαι. Ή ακόμα πιο πίσω, ένας άνθρωπος πριν το γίγνεσθαι. Ένας άνθρωπος στακτός. Ασχημάτιστος. Ένας άνθρωπος που είναι στα πρόθυρα του να υπάρξει. Κι αυτό το στάδιο τον καθιστά, αν όχι μια διακριτή/αναγνωρίσιμη πάλη, μια αισθητή πάλη. Για τον ίδιο και τους άλλους. Ο προ-άνθρωπος, αν μου επιτραπεί αυτός ο αδόκιμος όρος, δεν είναι ο άνθρωπος ο καθημερινός. Παρ’ όλα αυτά ίσως είναι περισσότερο οικείος. Δεν είναι ο ορατός άνθρωπος. Η αντικειμενικότητα που αποτελούμε για τους άλλους. Είναι ο άνθρωπος πριν τον άνθρωπο. Ή κάπως διαφορετικά, ο άνθρωπος μέσα στον άνθρωπο, πριν ο τελευταίος γίνει άνθρωπος. Πριν ο τελευταίος γίνει σύμβαση. Για τον προάνθρωπο της ποιητικής συλλογής, η ζωή είναι ένα θαύμα. Αλλά όχι ένα θαύμα που δίνεται. Για αυτόν η ζωή είναι το θαύμα του να ζεις.

Το ανθρώπινο σώμα ποτέ
Όταν στ’ αλήθεια το αγγίζεις
Δεν έχει περίγραμμα
Δεν έχει άνθρωπο

Κι αυτός ο προάνθρωπος που παρατηρώ μέσα στους στίχους της ποιήτριας, κατά έναν τρόπο είναι ανώτερος άνθρωπος. Όχι ανώτερος από την κοινωνιολογική άποψη. Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι ηθικός. Δεν είναι σεβάσμιος. Δεν είναι αξιοπρεπής. Δεν έχει κανένα έδρανο στην αντίληψη των πολλών. Δε ζυμώνεται απ’ όλα αυτά τα μπαγιάτικα εδέσματα που μας σερβίρονται σε ακριβά σερβίτσια νύχτες χωρίς άστρα, νύχτες χωρίς φεγγάρι. Η ποιητική συλλογή της Δήμητρας μοιάζει να έχει απομυθοποιήσει πλήρως τις παραδεκτές αξίες. Δε μπαίνει καν στον κόπο να τις περιφρονήσει. Τις έχει δει και τις έχει προσπεράσει. Επωμίζοντας, σχεδόν αυτοτραυματικά, το βάρος και το κόστος αυτής της επιλογής. Αυτής της διαφορετικότητας. Ο δικός της υπεράνθρωπος, ο δικός της προάνθρωπος, υποφέρει. Τεμαχίζεται. Αφανίζεται. Ρημάζεται. Το ευαγγέλιο του -προφανώς και δεν έχει τέτοιο- είναι ο πόνος, η καύλα, ο έρωτας, η παρόρμηση. Εκείνη η άφατη ουσία που δε μπορεί να γίνει λέξη. Η άφατη ουσία της αίσθησης, που με όσες λέξεις και να την περικυκλώσεις, μένει απ’ έξω. Κι αυτός ο άνθρωπος δεν είναι ένας μακρινός άνθρωπος. Δεν είναι ένας άνθρωπος που δε σε αφορά. Είναι ένας άνθρωπος που σ’ έχει αγγίξει εκεί που τον αισθάνεσαι. Και σ’ έχει αγγίξει μ’ όλους τους πιθανούς τρόπους. Ακόμα και μ’ αυτούς που δε σ’ έχει αγγίξει…

Απ’ όπου κι αν με πιάσεις εγώ θα πονάω
Γιατί με έχεις πιάσει ήδη παντού


Στάζουν Μεσάνυχτα, γράφεται στον τίτλο της συλλογής, και ίσως μπορείς ήδη να διαισθανθείς τον υγρό, πηχτό πόνο, τον αισθησιακό, σχεδόν ερεθιστικό τόνο μιας δραματικής φωνής. Όμως η φωνή της ποιήτριας περιέχει όλο τον πόνο του δράματος, χωρίς το δράμα. Χωρίς κάτι το δραματικό. Κι αν τα μεσάνυχτα φαντάζουν σύνορο, η ποίηση της συλλογής είναι ασύνορη. Μπορεί τα μεσάνυχτα να διαχωρίζουν στη σκέψη μας τη ζωή απ’ το θάνατο, τη μέρα από τη νύχτα, τη μέρα από την άλλη μέρα, το δόκιμο απ’ το αδόκιμο, όμως ταυτόχρονα και κυριολεκτικά, αποτελούν μια ασύνορη μεταβατική στιγμή. Μια ανεπανάληπτα μοναδική στιγμή. Σ’ αυτή τη στιγμή πασχίζει η συλλογή. Όχι πριν τη μετάβαση. Ούτε μετά. Στο ακριβώς της στιγμής. Της στιγμής που δεν υπάρχει. Της στιγμής που στάζει τη σκοτοδίνη του αισθήματος. Και οι στίχοι μοιάζουν μια ταπεινή συγκομιδή, μια βιωματική καταγραφή πόνου, μνήμης, απώλειας, έρωτα, ζωής, νοσταλγίας, τρόμου, αγάπης, φόβου, παράνοιας (δεν τελειώνει) πριν γίνουν αυτό που υπαινίσσονται οι λέξεις. Πόνος, μνήμη, απώλεια, έρωτας (…) πριν γίνουν η γνώση των λέξεων. Η εμπειρία των λέξεων. Η συνείδησή τους. Ίσως οι λέξεις αστοχούν. Κι αυτή ακριβώς η ικανότητα δίνει στην αίσθηση τη δυνατότητα να σε κατακλείσει. Να σε κατακλείσει με την (αίσθηση) της ευνοϊκής θερμοκρασίας των πραγμάτων, πριν ακόμη γίνουν πράγματα.

Μου λείπει ο μπαμπάς μαμά
Μου λείπει το να με πιάνουν από το χέρι
Χωρίς να με αγγίζουν
Να με οδηγούν
Χωρίς να προπορεύονται
Να μου μαθαίνουν τ’ αστέρια και τα μαθηματικά
Να μου τραγουδούν κι εγώ να γελάω
Μου λείπει η θαλπωρή των θερινών νυχτών
της παιδικής ηλικίας
Η ευνοϊκή θερμοκρασία των πραγμάτων
Πριν ακόμη γίνουν πράγματα
τι κάνει ο μπαμπάς μαμά;
Και γιατί εδώ κάνει τόση μοναξιά;
Ξέχασε να με μάθει κάτι;
Έχω πολλές απορίες ακόμη να του πεις μαμά…

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Possession


Σκηνοθεσία: Andrzej Zulawski
Παραγωγή: France / Germany / 1981
Διάρκεια: 127’

Πιστεύουμε πως κατέχουμε (possess) τους εαυτούς μας. Πως τους γνωρίζουμε. Πως είμαστε υπεύθυνοι για τον τρόπο που λειτουργούν, για τις δράσεις που επιχειρούν. Καθώς και για εκείνες που δεν επιχειρούν. Κατά έναν τρόπο, πιστεύουμε πως είμαστε τα νήματα που κινούν τους εαυτούς μας για τον έναν ή τον άλλο σκοπό. Πως τους εξουσιάζουμε. Πως είναι η προέκτασή μας. Εν τέλει, εμείς κι αυτοί συνυπάρχουμε γαλήνια, κυριευμένοι από την ψευδαίσθηση μιας σχέσης ιδιοκτησίας-κατοχής(possession). Αφού, κάθε άλλο, πιστεύουμε πως κατέχουμε τους εαυτούς μας.



Ώσπου κάποια στιγμή δεν τους ελέγχουμε πια. Οι εαυτοί μας ξυπνάνε. Πηδάνε άγρια εδώ κι εκεί. Χτυπούν τα πόδια τους στο χώμα. Πίνουν λαίμαργα αίμα από τον ομφαλό της γης. Θηλάζουν το παλιρροϊκό σκοτάδι των αχαρτογράφητων αισθημάτων. Εμείς ακολουθούμε (δεν έχουμε άλλη επιλογή). Οι ρόλοι αλλάζουνε. Εμείς ακολουθούμε τους εαυτούς μας. Εμείς κι αυτοί συμπράττουμε. Δεν νιώθουμε ιδιοκτήτες τους πια. Δεν είμαστε ιδιοκτήτες τους, όπως φαιδρώς φανταζόμασταν. Μεταξύ ημών κι αυτών δεν υπάρχει εξουσία. Υπάρχει μόνο μια μυστήρια και ακατάληπτη σχέση γεννητικής ταύτισης.


Κάτω απ’ το δέρμα του απτού, στη δίνη του α-όρατου αλλά αισθητού, η παράνοια μας συνεπαίρνει. Δεν ελέγχουμε τους εαυτούς μας. Δεν τους γνωρίζουμε. Είναι όντα ξένα. Δεν είχαμε φανταστεί ούτε στο απειροελάχιστο ετούτα τα πρόσωπα. Οι εαυτοί μας προπορεύονται. Εμείς, αναπόφευκτα, ακολουθούμε. Σχεδόν υπνοβατούμε. Είμαστε κυριευμένοι. Είμαστε υπό την κατοχή τους. Κινούνται ακατάστατα. Κινούμαστε ακατάστατα. Δεν υπάρχει καμία καθοδηγητική διαδικασία συνεκτικής συνείδησης, γνώσης ή εμπειρίας. Τρέχουν. Εμείς τεντωνόμαστε, τραυματιζόμαστε για να συντονιστούμε στο ρυθμό αυτής της πρωτόγνωρης όρμησης. Μας πάνε σε άγνωστους τόπους. Σε τόπους που ούτε καν υποψιαζόμασταν την ύπαρξή τους. Υπό αυτή την έννοια, εισάγεται και το ζήτημα της μεταφυσικής στην κουβέντα. Αλλά ας επανέλθω. Εμείς παραληρούμε, τραυματιζόμαστε, κραυγάζουμε, πίνουμε λαίμαργα αίμα υποταγμένοι στο αλλόκοτο ον του εαυτού μας. Στο ον που έχει εξαγριωθεί. Βιαζόμαστε ποικιλοτρόπως μέσα σ’ αυτή την φρενήρη και χαώδη οσφυαλγία του ασύνειδου αισθάνεσθαι.


Και ίσως δεν υπάρχει πιο κατάλληλος σκηνοθέτης απ’ τον Zulawski για να σκηνοθετήσει αυτόν τον παροξυσμό και την ακαταστασία των ασύνειδων φαινομένων που συνθέτουν την εσωτερικά επιβεβαιωμένη άβυσσο της ανθρώπινης ύπαρξης.  Την τόσο παράλογα παράλογη (η λογική του οξύμωρου) περιπλάνηση στα ψυχοσωματικά άδυτα του ανθρώπινου.



Όταν οι εαυτοί μας ξανά πέφτουν σε νάρκη, εμείς αισθανόμαστε, ξανά φαιδρώς, ότι τους κατέχουμε. Στο μεταξύ έχουμε μεταμορφωθεί. Έχουμε μεταμορφωθεί σε μία τελειότερη εκδοχή. Τελειότερη με την έννοια του αλώβητου, του άτρωτου, της σκληρότητας. Όμως σε αυτή τη μεταμόρφωση δεν συνέτεινε η γνώση ή η εμπειρία αυτού που βιώσαμε. Μάλλον ακριβώς το αντίθετο. Είμαστε ήδη στη νέα κατάσταση. Η μεταμορφωμένη μας εκδοχή είναι η νέα κατάσταση. Σαν να σπάσαμε το παλιό μας κέλυφος και να οδηγηθήκαμε σ’ ένα νέο, πιο ανθεκτικό. Και κατά έναν τρόπο ανεξάρτητο. Οι σφυγμοί της ανάμνησης άλλωστε δεν είναι ποτέ επαρκείς για να καταγράψουν καθαρά και ολόκληρα αυτό που έχει ήδη συμβεί. Αυτό που έχει παρέλθει. Μόνο τμήματα επαναφέρονται, κι αυτά επεξεργασμένα κατά το σχήμα που κολακεύει το παρόν. Το προηγούμενο στάδιο μένει ανέγγιχτο. Απροσπέλαστο. Βυθισμένο κι αυτό σε νάρκη. Ακόμα και η πιο ζωηρή φαντασία δεν είναι ικανή να προσεγγίσει το ανερμήνευτο και την ακαταστασία της ασύνειδης ύπαρξης.


Όμως τότε τι είναι αυτό στο οποίο χρωστάμε αυτή την νέα πιο τέλεια, πιο σκληρή, πιο άτρωτη, ίσως και πιο ψυχρή έκφανση της νέας κατάστασης; Ίσως πρόκειται για το γεγονός ότι καλούμαστε να υπάρξουμε, να συνεχίζουμε να υπάρχουμε, προσπερνώντας κι αγνοώντας αυτό που έχει ήδη συμβεί. Όχι αυθυποβάλλοντάς μας σε μια κατάσταση αμνησίας ή περιφρόνησης. Αλλά, όντας οι ίδιοι, εν αγνοία μας, αυτή η κατάσταση της περιπαθούς αμνησίας. Όμως, η νέα μας εκδοχή, ακόμα κι αν το αγνοούμε, εμπεριέχει όλη τη σκοτοδίνη, όλη τη μεταφυσική μανία του γεγονότος. Του γεγονότος του εαυτού μας. Του γεγονότος ότι υποχωρήσαμε ως κτήμα ενός τέλειου και ατελούς όντος, ενός αγνώστου. Ότι υπήρξαμε δαιμονισμένοι –υπό μια πιο ελεύθερη και υπαρξιακή έννοια της μεταφυσικής (την έννοια του αγνώστου). Ωστόσο συνεχίζουμε. Συνεχίζουμε να πιστεύουμε πως κατέχουμε τον εαυτού μας. Όσο διαρκεί αυτό, όσο φαιδρώς οικειοποιούμαστε τον εαυτό μας, κοιμίζοντάς τον, και υποτάσσοντας τον σε μια ιδιόκτητη εξορία, αυτός μένει άγνωστος προς εμάς. Εμείς μένουμε άγνωστοι προς τον εαυτό μας. Άγνωστοι, ακόμα κι αν ταυτιζόμαστε. Υπό αυτή την έννοια, την έννοια του αγνώστου, ο εαυτός είναι ένα δαιμονισμένο ον.  Φέρει όλα τα ίχνη του αισθάνεσθαι, των κυμαινόμενων ενστίκτων, της αυτιστικής παρόρμησης, των αιχμηρών πετρωμάτων της έσω ζωής της ανθρώπινης ύπαρξης. Και είναι έτοιμος, ανά πάσα στιγμή, να αναποδογυρίσει τα μέρη της εξουσίας σ’ αυτόν τον υπαρξιακό πόλεμο που εν αγνοία μας έχουμε κηρύξει. Είναι έτοιμος να μας καταλάβει(possess) και να μας μεταφέρει στις πιο σκοτεινές, στις πιο καταπιεσμένες πτυχές του αισθήματος.