Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Bella addormentata


Σκηνοθεσία: Marco Bellocchio
Παραγωγής: Italy / France / 2012
Διάρκεια: 115'


Αυτός ο κόσμος είναι ασθενής. Βαριά άρρωστος. Κι εμείς του απαγορεύουμε να πεθάνει. Τον κρατάμε διασωληνομένο κάτω από κλινικά λευκά σκεπάσματα. Με συνεχείς ναρκώσεις τον διατηρούμε κακήν κακώς σε αυτή την κωματώδη κατάσταση. Ένας κόσμος σε κώμα. Δηλαδή, ούτε ζωντανός, ούτε νεκρός. Σε κώμα.

Είναι φορές, τις περισσότερες εδώ που τα λέμε, που ο θεραπευτής έχει μεγαλύτερη ανάγκη τον ασθενή, απ' ότι ο ασθενής τον ιατρό του. Κι όταν ο ασθενής είναι σε κώμα δεν του απομένει καμία αίσθηση. Δεν έχει καμία συναίσθηση του εαυτού του. Οπότε δεν έχει και καμία ανάγκη τον ιατρό. Από την άλλη, ο ιατρός έχει ανάγκη τον ασθενή. Γιατί μέσα από την ασθένειά του εξασφαλίζει μια θέση. Επιβεβαιώνει το λόγο ύπαρξής του. Έτσι, η ασθένεια είναι άκρως πιο ωφέλιμη ακόμα και από τη θεραπεία. Η θεραπεία ή ο θάνατος του αρρώστου θα έφερναν μια κατάληξη. Θα έβαζαν ένα τέλος. Θα συνταξιοδοτούσαν πρόωρα τον θεραπευτή. Θα τον απάλλασσαν. Η ασθένεια όχι. Όσο συντηρείται, συντηρείται και η ανάγκη για θεραπεία. Έτσι, ο θεραπευτής, έχει κάθε λόγο, με νύχια και με δόντια, να κρατάει τον ασθενή σε αυτή την κωματώδη κατάσταση. Στην κατάσταση που, έστω για τα προσχήματα, ο ασθενής εξαρτάται απ' τον ιατρό.


Κοινώς, όσο ο κόσμος βρίσκεται σε κώμα συμφέρει! Στο μεταξύ, ο ιατρός/θεραπευτής, ακόμα κι αν έφτιαξε αυτό το παιχνιδάκι με τα χέρια του, πείθεται ότι ο ασθενής τον έχει ανάγκη. Έτσι, ξεγελάει τον εαυτό του. Αυθυποβάλλεται σε μια διαδικασία χρησιμότητας. Αποδίδει στην ατομικότητά του έναν χρηστό λόγο ύπαρξης: την (α)πιθανή ίαση του ασθενή. Έναν λόγο ύπαρξης, που ουσιαστικά τον τυφλώνει. Τον νανουρίζει. Του επιτρέπει να μην έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματική αχρηστία του. Γιατί ο θεραπευτής είναι πλήρως άχρηστος. Κι αυτή η αχρηστία συνοψίζεται στην κωματώδη κατάσταση του ασθενή του. Σ΄ αυτή την ανικανότητα να τον επαναφέρει στη ζωή, και από την άλλη στην αδυναμία να του επιτρέψει να πεθάνει.


Όσο ο κόσμος βρίσκεται σε κώμα συμφέρει! Συμφέρει ποικιλοτρόπως, εδώ που τα λέμε. Καθώς όσο αυτή η κατάσταση αποκτάει χρονικότητα, διαποτίζεται και ο περίγυρος με την ψευδαίσθηση της ίασης. Και όσο το κώμα του ασθενή συντηρείται, τόσο το περιβάλλον του γίνεται πιο δεκτικό και εύπιστο στις πιθανές "θεραπείες" που πουλιούνται δεξιά και αριστερά. Και έτσι, αφού ο ασθενής δεν έχει συναίσθηση, και συνεπώς καμιά βούληση, το περιβάλλον του αναλαμβάνει δράση. Και κυριευμένο απ' την αυταπάτη της ελπίδας συντηρεί σε μάκρος αυτόν τον ζωντανό θάνατο.


Στην ταινία του Bellocchio, όμως, ο ασθενής δεν είναι ένας άνθρωπος. Ο ασθενής είναι ο κόσμος. Ο ανθρώπινος κόσμος στον οποίο ζούμε. Και οι φορείς που προσεταιρίζονται τη θεραπεία του, είναι η πολιτική, η θρησκεία, η τέχνη, ο έρωτας κ.ο.κ. Όμως όπως είπαμε ήδη, ο θεραπευτής έχει υπέρογκα μεγαλύτερο συμφέρον απ' την ασθένεια παρά από την ίαση του ασθενή. Συνεπώς, επωφελείται, κρατώντας τον κόσμο/κοινωνία σε μια κωματώδη και προβληματική κατάσταση. Εμείς, οι υπόλοιποι, που συνδεόμαστε δια ζώσης με το δράμα του κόσμου, αφού υπάρχουμε μέσα σε αυτόν, είμαστε πρόθυμοι να αγοράσουμε κάθε πιθανή θεραπεία. Κάθε αξία στην οποία επενδύουμε την ίαση. Όχι την ίαση, αλλά την ελπίδα της ίασης. Κοινώς είμαστε πρόθυμοι να ενδώσουμε σε αυτό το προκάτ μελόδραμα. Και η ελπίδα της θεραπείας, όπως κάθε ελπίδα, είναι το βασικό συστατικό της νάρκης. Η ελπίδα είναι αυτό που σε κάνει να υπομένεις τα πάντα, παραμένοντας ναρκωμένος κάτω απ' το καθεστώς της, κοιτώντας προς έναν φαντασματικό προορισμό. Παραμένουμε ναρκωμένοι, σε κώμα, με την ενδοφλέβια δόση της ελπίδας.

Ο Bellocchio φιλμάρει αυτό το δράμα χωρίς να αφήσει δαχτυλικά αποτυπώματα. Κινηματογραφεί υιοθετώντας το υψίφωνο ταπεραμέντο του νεο-ιταλικού κινηματογράφου. Βάζει σε πρώτο πλάνο την πολιτική, την θρησκεία, τον έρωτα, την τέχνη και όλους τους πυλώνες που συνθέτουν τη σύγχρονη καθημερινότητά μας. Όλους τους φορείς της πλάνης. Της νάρκης. Κι όμως, παρ' ότι μιλάμε για ταινία, δηλαδή για κατασκευή, η διαδικασία είναι πολύ φυσική. Είναι σαν όλα να βρίσκονταν εκεί από μόνα τους, και ο Μπελόκιο να στάθηκε απλά απέναντί τους και να πάτησε το Rec.


Εν τέλει ο κόσμος παραμένει σε κώμα. Αυτό είναι το Bella addormentata. Ένας κόσμος σε κώμα. Ένας κόσμος άρνησης. Νουθετημένος σε αυτοσχέδια παιχνιδάκια τυφλότητας, όπου ο καθένας αποδίδει μια χρηστότητα στο εγώ του, στις πλάτες ενός ασθενή που έχει πεθάνει ήδη. Ο φόβος του θανάτου παραλύει τη ζωή. Την διαπερνά, την διαποτίζει. Αυτός ο φόβος προεκτείνει τον θάνατο. Τον προεκτείνει σε καθετί που θα όφειλε να είναι ζωντανό. Παραφράζοντας τον Pavese, ο θάνατος ήρθε στη γη. Ο θάνατος ήρθε και έχει τα μάτια μας.


Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

The Master



 Σκηνοθεσία: Paul Thomas Anderson
Παραγωγή: Usa / 2012
Διάρκεια: 144’

Η νέα ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον τοποθετείται στην μεταπολεμική Αμερική του 50. Περίοδος ιδιαίτερη. Οι άνθρωποι είναι φοβισμένοι απ’ το πρόσφατο παρελθόν. Σε απόγνωση. Αναζητούν ασφάλεια. Βεβαιότητες. Τρέφονται και εκτρέφουν την αυταπάτη της ελπίδας. Ο Νέος Κόσμος βρίσκεται επίσης σε μία κατάσταση μεταίχμια. Πρέπει να διαχειριστεί τη νέα γνώση που έχει προκύψει. Οικονομική. Βιοτεχνική. Πολεμική. Πνευματική. Να την διαχειριστεί και να την μεταδώσει στον ανθρώπινο παράγοντα. Οι άνθρωποι όμως δεν ενδιαφέρονται να «γνωρίσουν». Θέλουν μονάχα να αισθανθούν ασφαλείς. Ο νέος Παγκόσμιος πολιτισμός αναπτύσσεται σε καθεστώς τρομοκρατίας. Δημιουργούνται οργανώσεις και κινήματα. Φορείς που αναζητούν μια θέση στο χάρτη της μεταβατικής εποχής. Η γνώση ιεραρχείται σε θρησκευτικούς και παρά-θρησκευτικούς μαστούς. Κύριο μέλημα η συναισθηματική και οπαδική εμπλοκή των ανθρώπων. Πιστών που μετριούνται αριθμητικά. Οι σχέσεις που προκύπτουν είναι ανάμεσα σε ανθρώπους που θέλουν να κυριαρχήσουν και σε ανθρώπους που επιθυμούν να κυριαρχηθούν. Να παραδοθούν μέσα σε κοινότητες όπου θα αισθάνονται ασφαλείς.


Ο Ντοντ Λάνκαστερ(Philip Seymour Hoffman), ο Μάστερ του τίτλου, είναι κάτοχος –υπό την στενή καθοδήγηση της συζύγου- του πνευματικού κινήματος The Cause. Αυτός είναι λογοθεραπευτής. Ρητοράκος ή μέντορας. Πουλάει την ελπίδα. Οι φοβισμένοι άνθρωποι της Νέας Χώρας, ενδιαφέρονται προφανώς να αγοράσουν. O πολιτισμός άλλωστε, θεμελιώνεται στην ελπίδα ύπαρξης μιας βελτιωμένης εκδοχής του κόσμου. Κι αυτή, μέσα στην κοινωνική οργάνωση που επιλέξανε, εκκολάπτουν ακριβώς αυτή την ελπίδα του πολιτισμού. Έμαθαν να προσποιούνται. Να είναι δεκτικοί και ελαστικοί μέσα στους νόμους της συνύπαρξης. Γιατί μόνο μέσω της κοινοτικής συνύπαρξης μπορούν να μειώνουν τον πυρετό του φοβισμού τους. Ο πολιτισμένος άνθρωπος έμαθε να αυθυποβάλλεται στην προσποίηση, και συνεπώς να αναπτύσσει αυτοματισμούς, ούτως ώστε να είναι αποδεκτός. Αυτό ακριβώς το προφίλ τον καθιστά προσβάσιμο στο κήρυγμα του Λάνκαστερ. Ο ανασφαλής άνθρωπος έχει μια τεράστια τρύπα φόβου, απ’ όπου μπορείς να τον ταΐσεις το οτιδήποτε. Και συνεπώς να τον επιμορφώσεις.


Ο έτερος πρωταγωνιστής, είναι ο Φρέντι(Joaquin Phoenix). Αυτός δεν είναι σαν τους άλλους. Αξιωματικός του ναυτικού. Επέστρεψε απ’ τον πόλεμο χωρίς σχέδια για το μέλλον. Χωρίς παρελθόν. Χωρίς ανησυχίες και φόβους. Χωρίς αναζήτηση ελπίδας. Αλκοολικός και ευαίσθητος. Δηλαδή ακατάλληλος για αυτή τη Νέα Χώρα. Παντού ανεπιθύμητος. Βρίσκει καταφύγιο στη σέκτα του Ντοντ Λάνκαστερ. Κι εκεί ανεπιθύμητος. Όμως οι δύο άντρες χτίζουν μια ακλόνητη σχέση αντρών. Μια σχέση πατέρα-γιου. Μία σχέση στενή.


Αυτή η σχέση εξασφαλίζει την θρησκευτική δέσμευση και την αφοσίωση του Φρέντι σ’ αυτή την αίρεση. Άλλωστε, όπως μας ξαναλέει παμπόνηρα ο Άντερσον στο φινάλε, ίσως η μεγαλύτερη πνευματική αίρεση που υπάρχει, να προκύπτει απ’ τον θρησκευτικό έρωτα δύο ανθρώπων. Για τον Λάνκαστερ, όμως, η αφοσίωση δεν αρκεί. Είναι ένα στοίχημα να καταφέρει να επιδράσει πάνω στον Φρέντι. Δεν είναι όπως με τους άλλους. Αν καταφέρει να τον αλλάξει, θα έχει επιτύχει να αλλοιώσει κάτι αμετάβλητο. Θα ‘χει καταφέρει, σχεδόν, να αλλοιώσει το σύμπαν. Γιατί ο Φρέντι είναι αμόλυντος. Είναι θεόμουρλος. Δεν έχει ανάγκη από αφέντες. Δεν έχει καμία ανάγκη να προσποιείται. Και κυρίως καμία ανάγκη να αγοράσει δισκία ελπίδας.

Στο Master παρατηρούμε, σχεδόν χειρουργικά, τα κίνητρα και την ψυχολογία των ανθρώπων που επιθυμούν να εξουσιάζουν, κι εκείνων που δέχονται να εξουσιάζονται. Γιατί, ίσως αυτός ο κόσμος να είναι μια ανελέητη εμποροπανήγυρη αφεντικών. Θρησκείες, κεφάλαιο, έρωτας, τέχνες, πολιτισμός: όλα παραδομένα στη λατρευτική λαιμαργία των πιστών, σ’ αυτή την αέναη προσπάθεια να απομακρύνουμε την αβάστακτη παράνοια της μοναξιάς.


Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Ε (Έψιλον)



Χορογραφία-Ερμηνεία: Αχιλλέας Χαρίσκος – Λαμπετώ Όνσκυ
 
Δύο ανθρώπινα όντα ξυπνούν μέσα σε σώματα σκύλων. Ούτως ή άλλως είμαστε πάντα φυλακισμένοι σε μία φύση αλλότρια. Πλέον, εξερευνούν τις δυνατότητες και τις κινήσεις αυτού του νέου υλικού απ’ το οποίο αποτελούνται. Διστακτικά. Ψηλαφιστά. Υπακούουν στο ρυθμό του χρόνου που τους αναλογεί. Υποτάσσονται στο ρυθμό του χρόνου που τους δόθηκε. Είναι και οι δύο περίπου ίδιοι, περίπου διαφορετικοί. Διαφορετικοί γιατί είναι άλλοι. Ίδιοι, γιατί πασχίζουν ομοίως για την εξοικείωση μέσα σε μια φύση ξένη, μέσα σε μια φύση άλλη.

Συντονισμένοι πλήρως. Συντονισμένοι σ’ έναν ρυθμό εξωτερικό. Ακολουθούν τη σκιά τους. Ακολουθούν την ουρά που τους δόθηκε. Η ουρά τους παραπατά. Αυτοί παραπατούν. Στο ενδιάμεσο ανακαλύπτουν την ταλάντωση της ηδονής. Κινήσεις ρυθμισμένες στη μηχανική της απόλαυσης. Στον αλγόριθμο της φύσης που τους δόθηκε. Η αρχαία εμμονή της αναπαραγωγής. Τα πάντα διαιωνίζονται. Τα πάντα διαιωνίζονται για να διασπαστούν. Τα πάντα διασπώνται για να διαιωνιστούν.

Οι σάρκες ενώνονται για να απογειώσουν την ατομικότητά τους. Χρησιμοποιούν την αλλότρια σάρκα για να αγγίξουν το θεϊκό νέκταρ του οργασμού. Του ατομικού οργασμού. Οι σάρκες ενώνονται για να διχαστούν. Για να διασπαστούν. Οι σάρκες ενώνονται, καθώς ενώνονται αποκτούν τη συνείδηση του περιγράμματος τους. Τη συνείδηση της ιδιόκτητης ατομικότητας. Πλέον, οι δυο τους περιφέρονται μέσα σε μια φύση νέα και αλλότρια. Μακριά απ’ τη φύση του σκύλου. Περίπου ίδιοι, περίπου διαφορετικοί. Διαφορετικοί γιατί είναι άλλοι. Ίδιοι γιατί είναι μονωμένοι μέσα σε μια παρόμοια τυφλή ατομική μοναξιά.

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Holy Motors


Σκηνοθεσία: Leos Carax
Παραφωγή: France / Germany / 2012
Διάρκεια: 115'

Αυτός είναι ηθοποιός. Αυτός αλλάζει ρόλους διαρκώς. Κατευθύνει τις συσπάσεις του προσώπου. Αλλάζει ενδύματα. Φορά σάρκες στη σάρκα του. Χωρίς λόγο. Αυτός χορεύει ένα μελάγχολο χορό στο πάρτι των μεταμορφώσεων. Αυτό το πάρτι, δε λαμβάνει χώρο σε κάποια κοσμική έπαυλη. Δεν εξελίσσεται σε κάποιο μποέμ στέκι. Αυτό το πάρτι λαμβάνει χώρο στην οικεία του κινηματογράφου. Διαδραματίζεται μπροστά από την κάμερα στα πιο απίθανα μέρη. Αυτό το πάρτι είναι ο κινηματογράφος. 
Εσύ αλλάζεις ρόλους διαρκώς. Πηγαίνεις από μέρα σε μέρα, από χώρο σε χώρο, αλλάζοντας εαυτό. Κάποτε ωφελιμιστικά. Προσδοκώντας σε κάτι. Άλλοτε χωρίς λόγο. Απλώς κινείσαι. Μαζί με τα ακαθόριστα ενδύματά σου. Μιλάς έτσι ή αλλιώς για να ανακαλύψεις ποιος είσαι. Παρουσιάζεσαι, κάποιος που δεν είσαι, με σκοπό να μπερδέψεις. Για να φτιάξεις λίγο χώρο μεταξύ εσένα κι εσένα. Ή εσένα κι εμένα. Όμως κινείσαι. Ρευστός. Αλλάζεις πρόσωπα, αλλάζεις σχήματα. Για να προσαρμοστείς. Να επιβιώσεις. Εσύ αλλάζεις ρόλους διαρκώς. Εσύ είσαι άνθρωπος.
Οφείλεις να παραδεχτείς πως εσύ κι αυτός μοιάζετε λιγάκι. Και στο Holy Motors δε μπορείς να διακρίνεις αν αυτό που βλέπεις είναι ζωή ή ταινία. Αν αυτό που βλέπεις είναι ηθοποιός ή άνθρωπος. Κινηματογράφος, σημαίνει γράφω με κινούμενες εικόνες. Κι εμείς δεν είμαστε παρά η κίνηση της εικόνας μας στον κόσμο. Άλλωστε, αν κάπου χρωστάμε την εξέλιξη του είδους, δεν είναι παρά στη συνήθεια της μεταμόρφωσης, σ’ αυτή τη συνεχή υπόδηση των εαυτών του εαυτού μας. Στο παιχνίδι αυτό, ο κινηματογράφος μας χάρισε άπειρα πρόσωπα. Εμείς του χαρίσαμε περισσότερα. Εν αγνοία μας, είμαστε ο κινηματογράφος!   
Σ΄αυτό το ξέφρενο πανυγύρι που λέγεται Holy Motors, ο Leos Carax, το πάλαι ποτέ μαγικό παιδί του γαλλικού σινεμά, κάνει μια ταινία για την κίνηση. Μια ταινία για τη ρεούμενη εικόνα. Μια ταινία για τον κινηματογράφο. Μια ταινία καμωμένη απ' τα σπλάχνα του κινηματογράφου. Με όρους σινεφιλίας καταφέρνει κάτι σχεδόν ακατόρθωτο: να αγγίξει εκ νέου, όπως είχε κάνει η νουβέλ βαγκ 50 και 60 χρόνια πριν, την έννοια του cinematography. Μπορεί οι ταινίες να φτιάχνονται για τους θεατές. Κι αυτή να είναι μια ταινία που αισθάνεσαι αμήχανα. Όμως, είναι καλό να θυμόμαστε, πώς ο κινηματογράφος –και επαναλαμβάνω σκοπίμως ξανά και ξανά κινηματογράφος και όχι σινεμά- φτιάχνεται από τις ταινίες…

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Quintet

 

Σκηνοθεσία: Robert Altman
Παραγωγής: Usa / 1979

Διάρκεια: 118'

Στη μακριά φιλμογραφία του Altman υπάρχουν ορισμένες ταινίες που αντιμετωπίστηκαν με βαθιά απαρέσκεια. Τόσο από κριτικούς κινηματογράφου, όσο κι από θεατές. Μία από αυτές είναι και το Κουιντέτο. Μια ταινία που κατηγορήθηκε, όσο λίγες, για την "φτηνή" ποιότητά της. Και είναι αλήθεια, πως είναι καμωμένη με τα πιο φθηνά υλικά. Ο Robert Altman δεν το κρύβει. Όσον αφορά τη φωτογραφία, αυτή είναι σχεδόν ανύπαρκτη -αν εξαιρέσεις τα αφελή τρυκάκια με τη βαζελίνη. Τα σκηνικά είναι φολκλόρ. Οι ηθοποιοί παίζουν κακό θέατρο. Οι διάλογοι είναι μια σειρά από αποφθέγματα. Ο ήχος γρατζουνισμένος. Ε, και; Το Quintet είναι ο ορισμός του b-movie. (Για τη "χρησιμότητα" των b-movies θα ήθελα να σας παραπέμψω σ' ένα σχετικό άρθρο του Αλέξανδρου Βούλγαρη στο 17ο τεύχος του περιοδικού Κοντέινερ στην 35η σελίδα ).



Πίσω στο Quintet, τώρα. Το να μην επιτρέπεις σε μια ταινία, να είναι καμωμένη με τα πιο φτηνά υλικά, δεν υποδεικνύει την αγάπη σου για τον κινηματογράφο, αλλά τα ενοχοποιημένα ένστικτα που σου έχουν επιβληθεί. Και συνεπώς τη μικρή ανοχή σου στο απαράδεκτο, και πιο συγκεκριμένα, αφού μιλάμε για κινηματογράφο, στο b-movie. Το να απαιτείς απαρέγκλιτα από μια ταινία να είναι κατασκευαστικά άρτια, είναι άκρως περιοριστικό. Γενικότερα, το να απαιτείς: είναι μια συμπεριφορά που ταιριάζει περισσότερο στην κατανάλωση παρά στην τέχνη. Χμ, κατανάλωση τέχνης. Η απαίτηση για μια κατασκευαστικά άρτια ταινία δεν είναι καν ζήτημα ευαισθησίας ως προς τη φόρμα. Ακόμα και ο φορμαλισμός, εξερευνά την κατασκευή, όχι μεμoνωμένα, αλλά με μια ενότητα, αποσκοπώντας σε μια αισθητική εκζήτηση. Υπό αυτή την άποψη, η ακατέργαστη όψη μιας "φτηνής" ταινίας, αποτελεί συνειδητή επιλογή. Το να κατακερματίζεις τις πτυχές που συνθέτουν το "είναι" μιας ταινίας, και να απαιτείς μεμονωμένα, ένα ποιοτικό κριτήριο, δεν είναι πια ζήτημα φόρμας -αφού η φόρμα αφορά την ενότητα- αλλά ζήτημα μορφής. Ένα έργο, συνήθως, αδιαφορεί για το πως λειτουργεί μία συνιστώσα (φωτογραφία, σκηνογραφία, υποκριτική, κ.ο.κ.) ως προς τον εαυτό της. Αντιθέτως, τοποθετεί τις επιμέρους συνιστώσες σ' έναν διάλογο. Όχι για να επιτύχει κάποια καλλιτεχνική αρτιότητα. Υπάρχουν τόσες "κομψές" ταινίες που ξεχάσαμε, γιατί ήταν απλά κομψές. Μια ταινία συνήθως, επιθυμεί να λειτουργεί συνολικά. Να είναι ένα επικοινωνιακό έργο. Βέβαια, το τελευταίο, σ' έναν βαθμό, προϋποθέτει και την ύπαρξη επικοινωνιακών θεατών...

Και το Quintet είναι μια επικοινωνιακή ταινία. Σε βυθίζει απ' το πρώτο πλάνο, σ' ένα παγωμένο σύμπαν. Σ' έναν κόσμο σε κορεσμό. Εδώ, τα σκυλιά μαδάνε ανενόχλητα τις σάρκες από τους πεθαμένους. Οσφραίνονται με ακρίβεια τους μελλοθάνατους. Εδώ, τα παιδιά έπαψαν να γεννιούνται. Καμία καινούρια εισροή. Τα πάντα έχουν ακινητοποιηθεί κάτω απ' το δύσκαμπτο κέλυφος ενός μόνιμου παγετού. Τα πάντα εξαντλήθηκαν. Τα πάντα επαναλήφθηκαν. Απολιθώθηκαν. Και επαναλαμβάνουν την απολίθωση αυτή.

 
Γιατί στο σύμπαν του Κουιντέτου τα δεδομένα είναι δεδομένα. Έχει επέλθει κορεσμός. Όλα είναι γνωστά πια. Όλα μοιάζουν κανονισμένα. Κανονισμένα απ' τη συνήθεια. Εκτελούν την απαράλλακτη μηχανική του κάθε μέρα. Χωρίς ανατροπή. Χωρίς κανένα περιθώριο ανατροπής.

Οι άνθρωποι έπαψαν να γονιμοποιούνται. Και αυτό το σύμπαν έπαψε να είναι γόνιμο. Όλοι ζούνε από κάποιο άγνωστο είδος υποχρέωσης. Σα να είναι αναγκασμένοι να ζούνε. Κι αφού ζούνε, παίζουν παράξενα παιχνίδια. Πλησιάζουν την οριακή γραμμή του θανάτου. Μερικές φορές την προσπερνούν. Έτσι όπως έχουν πεθάνει στο δοκιμασμένο, ψάχνουν, μάταια, τον τρόπο να αισθανθούν την έξαψη της ζωής. Ξανά και ξανά. Ακόμα και το παιχνίδι έχει κορεσθεί.

Για να αποδράσουν από αυτόν τον παγετώνα, το άγνωστο πρέπει να ξαναγίνει άγνωστο. Να εισέλθει κάτω απ' το ψύχος, να ξαφνιάσει. Να καταλύσει την ακινησία. Να μολύνει -νεκρούς και ζώντες- με νέα σπέρματα. Το άγνωστο πρέπει να μένει άγνωστο. Ένα διαρκές σημείο φυγής. Το άγνωστο πρέπει να μένει άγνωστο. Αν αφομοιωθεί, γίνεται δεδομένο. Καταναλωτό. Δεν είναι άγνωστο. Όμως το άγνωστο είναι άγνωστο. Αλλόκοτο. Ανερμήνευτο. Ερωτεύσιμο. Ζωντανό. Αέναη κίνηση των άστρων.