Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

XXY


Σκηνοθεσία: Lucía Puenzo
Παραγωγής: Argentina / Spain / France / 2007
Διάρκεια: 87'

Με ακρίβεια πιστοποιητικού γεννήσεως, γεννιόμαστε είτε άντρες είτε γυναίκες. Απ' τη στιγμή της διαπίστευσης της βιολογικής έκφανσης(αρσενικής ή θηλυκής) πάνω μας, κινητοποιούνται ακαριαία μια σωρεία κοινωνικών παραγόντων για την επίτευξη της συμφωνίας μας με το βιολογικό μας φύλο, και ταυτόχρονα τον ευνουχισμό της αλλόφυλης πλευράς μας. Με σημαιοφόρο την οικογένεια, την εκπαίδευση και την εργασία να έπονται, τα αγόρια παρακινούνται να ανακαλύψουν την αντρική τους πλευρά, τα κορίτσια τη γυναικεία τους, με την ετερόφυλη πλευρά, σε εκάστοτε περίπτωση, να απωθείται σε εξόριστες και ανέγγιχτες συντεταγμένες. Μέσα από αυτή την προδιαγεγραμμένη διαδρομή, κάθε άτομο, ούτως ώστε να είναι κοινωνικά αποδεκτό, ενθαρρύνεται να καταλήξει σε μια σεξουαλική κανονικότητα. Όπου ως κανονικότητα, η κοινωνία διατάσσει τη συμμόρφωσή μας στο κοινωνικό και σεξουαλικό προσωπείο που έχει αποφασιστεί σύμφωνα με τη βιολογική απόχρωσή μας.


Για τον ήρωα/ηρωίδα της Lucía Puenzo τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα. Ο Alex, ή η Alex -η βιολογία δεν έχει αποφασίσει ακόμα- είναι ερμαφρόδιτη(στη συνέχεια του κειμένου θα υιοθετηθεί η χρήση θηλυκού γένους για λόγους συγγραφικής οικονομίας). Όντας μισή άντρας μισή γυναίκα, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες υπάρξεις, είναι ελεύθερη να ανακαλύψει τόσο τη γυναικεία όσο και την αντρική της πλευρά. Τόσο την αντρική όσο και τη γυναικεία σεξουαλικότητα. Η ερμαφρόδιτη της ιδιαιτερότητα, της εξασφαλίζει το προνόμιο της φυλετικής ελευθεροσύνης. Όμως, όπως αναδείξαμε στην πρώτη παράγραφο, ο φυλετικός διαχωρισμός, που εκτείνεται πέρα απ' τα όρια της βιολογίας, δεν είναι παρά ένα κοινωνικό επινόημα, ένα κοινωνικό δημιούργημα. Ως αποτέλεσμα, η κοινωνία δεν μπορεί να αποδεχτεί ούτε να επιτρέψει αυτή τη διττή φυλετική φύση στην Alex. Για την κοινωνία η Alex δεν είναι ούτε άντρας, ούτε γυναίκα. Είναι τέρας.


Το XXY της Lucia Puenzo, που βραβεύτηκε και στις Κάννες μεταξύ άλλων, είναι μια ταινία για την ελευθεριακή αναζήτηση της σεξουαλικότητας κόντρα στην μονήρη σεξουαλική κανονικότητα που επιβάλλουν, κυρίως, οι κλειστές κοινωνίες. Και αν κάθε ταινία, με όριο τον φιλμικό της χωροχρόνο, επιτυγχάνει να φτιάχνει ένα νέο κόσμο, το XXY απαιτεί έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι θα εκτίθενται ανεξαρτήτως φύλου και επί ίσοις όροις στην εκάστοτε εσωτερική έκφανση της ύπαρξης τους. Ένας άνθρωπος, είτε άντρας είτε γυναίκα, ενέχει τόσο μια γυναικεία όσο και μια αντρική πλευρά. Ή για να το θέσω καλύτερα, κάθε ύπαρξη στεγάζει εντός της χαρακτηριστικά, ορμές και στοιχεία που εκτείνονται σ' ένα ποικιλόχρωμο συνεχές. Χαρακτηριστικά, ορμές και στοιχεία που οφείλουν να απεξαρτητοποιηθούν απ' τον περιοριστικό χαρακτηρισμό του γυναικείου ή του αντρικού, ώστε να καταστούν ελεύθερα προσβάσιμα.


Το XXY με τη λερωμένα γαλάζια φωτογραφία και με τις ασφυκτικές ατμόσφαιρες παρατηρεί το ανθρώπινο σώμα και την ανθρώπινη ύπαρξη σε μια κατάσταση άφυλη, ή καλύτερα, σε μια κατάσταση αμφίφυλη. Κοιτάζει με αποστροφή τους κοινωνικούς εξαναγκασμούς και αντιτίθεται σε παράδοξα εγκεφαλoπληγικούς ορισμούς όπως: φυσιολογικός, κανονικός, σεξουαλική κανονικότητα. Διεκδικεί το χώρο όπου ότι αποκαλούμε τερατώδες θα μοιάζει ανθρώπινο. Έναν χώρο πνευματικής απελευθέρωσης και στερεοτυπικής απαγκίστρωσης. Έναν χώρο, όπου οι άνθρωποι θα είναι πιο τολμηροί, και πιο ο εαυτός τους.

Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

The Big Chill


Σκηνοθεσία: Lawrence Kasdan
Παραγωγής: USA / 1983
Διάρκεια: 105'

Τον κόμπο μου τον έχω φτιάξει πρόχειρα. Ποιητής εκ του προχείρου. Κοιτώ τους ανθρώπους στα μάτια. Πιο πολύ αυτούς που αγάπησα. Ξέρω, δε χωράω πουθενά. Μ' αηδιάζει αυτός ο κόσμος. Η ανατροφή του. Οι πληγωμένες εφηβικές ιδέες. Το πρώτο βολικό κουστούμι που σπεύδετε να φορέσετε. Οι high class ζωές σας και τα τόσα σπασμένα νεύρα. Οι πουλημένες μέρες. Η υπακοή στο μονόδρομο. Τις ευκαιριακές ευκαιρίες τις έχω γραμμένες. Εγώ δε μίλησα ποτέ για επαναστάσεις. Κι αυτές γραμμένες τις έχω. Ζητάω μόνο το λίγο και τ' άπειρο, ένα καλό επιδόρπιο, παχιά αυτοσχέδια τσιγάρα και μια γυναίκα με βαθιά μάτια κι ώριμη σιωπή.


Ξέρω, τώρα που ο κόμπος σφίγγει, που οι αρτηρίες μου κλείνουν, αυτό είναι το δώρο μου. Σε εμένα, σ' εσάς; Δε ξέρω. Όμως, θα μαζευτείτε πάλι. Πάει καιρός που συναντιόμαστε μόνο όταν γιορτάζει κανείς, ή όταν γεννιέται ή πεθαίνει. Έτσι λέτε είναι όλες οι ενήλικες παρέες. Στη μέση υποχρεώσεις. Ας είναι. Ας είναι ο κόμπος μου η αφορμή να συναντηθείτε. Θα θυμηθείτε το παρελθόν σας. Θα το οικειοποιηθείτε. Και με τον αέρα των ευφάνταστων επαγγελμάτων σας -τηλεστάρ, οικονομολόγοι, στελέχη, μεγαλοδημοσιογράφοι- θα τσαμπουνάτε ιστορίες εφηβείας με αυτάρεσκο στυλ. Ξέρεις, όταν βηματίζεις πολύ στους μονόδρομους, φτάνεις σ' ένα σημείο που σκεπάζεις τους καθρέφτες για να μη θυμάσαι ποιος είσαι. Εκεί του παρελθόντος οι κορνίζες, μοιάζουν με ευεργέτισσες. Ένα ικανό λίφτινγκ. Εγώ, πάντως, θα είμαι ανάμεσά σας αόρατος. Μπορεί και ορατός. Σαν σκηνοθέτης πίσω από κάμερα, σαν ουρανός στον αέρα. Θα σας κοιτάω. Θα πονάω. Θα είστε η σαδιστική επαλήθευσή μου: δε χωράω πουθενά.


Ο κόμπος μου έσφιξε το δίχως άλλο. Σημείωμα δεν θα αφήσω. Σιχαίνομαι τόσο την ανθρώπινη αναξιοπρέπεια που ζητιανεύει μεταθανάτια λάμψη. Θα σας αφήσω να με κατηγορήσετε και για αυτό: που δε σας εξήγησα. Τι να σας εξηγήσω; Τα χέρια σας μουδιασμένα, οι αφές σας ξένες. Πως να αισθανθείτε; Θα σας επιτρέψω για τελευταία φορά να με τοποθετήσετε στην απόσταση που μου πρέπει, για να με αναλύσετε. Σαν έκθεμα στη δίνη του λόγου σας. Αστείο! Της πρέπει μια αποξένωση της ανάλυσης. Που δε θα μ' αγγίζετε δε θα 'ναι πρόβλημα. Ας γίνω ακόμα μια φορά η αφορμή για να προβάλλετε τους λαμπρούς εαυτούς σας. Ίσως η λογική να είναι και το αντίδοτό σας. Κάποιος είπε ότι βάζει πάντα σε τάξη το χάος.

Να δεις που οι πιο διεφθαρμένοι θα κατηγορήσουν τον εαυτό τους. Έχουν την εμμετική τάση να τα περιστρέφουν όλα γύρω τους. Θα αυτενοχοποιηθούν που μου απομακρύνθηκαν, και που μου επέτρεψαν να φτάσω στην έσχατη πράξη. Μου φέρνει κιόλας θυμηδία ο λόγος τους, η άγνοια τους, οι χαρακτηρισμοί τους. Λες και δεν ήμουν εγώ αυτός που απομακρύνθηκα, λες και δεν ήμουν εγώ αυτός που δε τους άντεχε. Αυτούς και τις δυσανάπνευστα εφαρμοστές ζωές τους. Κι όμως. Θα είμαι ακόμα ανάμεσά τους. Κι ας μη με βλέπουν. Θα αποστρέφομαι τις επαναστάσεις, τις μεγάλες ιδέες και τα τρομαγμένα όνειρα. Θα αναζητώ ακόμα το λίγο και τ’ άπειρο. Ένα καλό επιδόρπιο. Τα παχιά αυτοσχέδια τσιγάρα. Και τη γυναίκα με τα βαθιά μάτια και την ώριμη σιωπή.

Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

Le feu follet


Σκηνοθεσία: Louis Malle
Παραγωγής: France / 1963

Διάρκεια: 108'


Η Φλόγα που Τρεμοσβήνει, όπως είναι ο τίτλος της ταινίας, ταλαντώνεται ανάμεσα σε δύο καταστάσεις: την αναμμένη και τη σβηστή. Ομοίως και οι προβληματισμοί του Louis Malle μετεωρίζονται ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο.

Ζωντανούς μας καθιστούν οι εξαρτήσεις που αναπτύσσουμε με ανθρώπους, ουσίες και πράγματα που έχουν έμβιες συντεταγμένες. Καθώς, όντας εθισμένοι σε πράγματα που περικλείει η ζωή, συντάσσουμε μια άρρηκτη συνδεσμολογία μαζί της. Είμαστε, δηλαδή κατά έναν τρόπο, καταναγκαστικά ζωντανοί. Όταν όμως απεξαρτηθούμε απ' τους προαναφερθέντες εθισμούς, οι δεσμοί κόβονται. Παύουμε να είμαστε υπόδουλοι στη ζωή. Είμαστε ελεύθεροι. Δηλαδή ούτε νεκροί, ούτε ζωντανοί. Αφού η ελευθερία υπερβαίνει το θάνατο.


Ο Alain Leroy, που υποδύεται εκπληκτικά ο Maurice Ronet, μοιάζει ο πιο κατάλληλος χαρακτήρας για να μας μεταφέρει τον παραπάνω στοχασμό. Συναισθηματικά ανικανοποίητος, και προσωπικά αποτυχημένος, γίνεται έρμαιο του ποτού. Έπειτα από τέσσερα χρόνια αποτοξίνωσης, ο μοναδικός του εθισμός είναι η ζωή στην κλινική απεξάρτησης. Οι ανθρώπινες σχέσεις που 'χει αναπτύξει εκεί, και οι γενικότερες δομές που φαντάζουν περισσότερο από φιλικές. Όμως η θέση του στην κλινική είναι πλέον επισφαλής. Όντας αποθεραπευμένος, ο επιβλέποντας ιατρός ετοιμάζεται να του κάνει έξωση. Με τον ομφάλιο λώρο των εξαρτήσεων κομμένο, ο Alain Leroy έρχεται αντιμέτωπος μ' αυτό που ο Νίτσε ή ο Καζαντζάκης θα αποκαλούσαν τελευταίο πειρασμό: την πίστη και την ελπίδα.

Αποφασίζει να πάει στο Παρίσι ώστε να συναντήσει τους φίλους του και το παρελθόν του, και να εξαντλήσει τις τελευταίες σταγόνες πίστης κι ελπίδας για τον εντοπισμό ενός λόγου άξιου να παρατείνει τη ζωή του. Στο Παρίσι όμως μοιάζει ξένος. Οι φιλίες ψεύτικες. Μέσα σ' αυτές δεν είναι παρά ένας ζωντανός μύθος που εξέπνευσε μαζί με τις μέρες του αλκοολισμού. Οι φίλοι του μιλούν για ενηλικίωση. Ενηλικίωση: η τοποθέτηση των ορμών, ονείρων, επιθυμιών σ' ένα τακτοποιημένο σύστημα εξαρτήσεων. Η σαρκική επιθυμία ικανοποιείται αποκλειστικά μέσα απ' τον γάμο, η προσωπική φιλοδοξία επικαρπώνεται μονόδρομα μέσα απ' την επαγγελματική ανέλιξη. Ακόμα και το περιθώριο γίνεται ένας κανονισμένος τρόπος αντίστασης. Όλες αυτές οι τακτοποιημένες και αποστειρωμένα ανώδυνες εξαρτήσεις του ενήλικου βίου, απογοητεύουν και αποστρέφουν τον Alain Leroy. Και ίσως σε μια από τις υπερλειτουργικές διασυνδέσεις υποκειμενικών-αντικειμενικών πλάνων(επισυναπτόμενο βίντεο), αναζητεί μάταια στα άδεια πρόσωπα των τυχαίων περαστικών ένα χερούλι να κρατηθεί.


Όντας ελεύθερος, δίχως φόρους υποτέλειας σε δανεικές εξαρτήσεις, γνωρίζεις πως δε χωράς πουθενά. Δε χωράς στις φιλίες που δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν. Δε χωράς στις άδειες μέρες, ούτε σε κανέναν απ' τους αντιπερισπαστικά επινοημένους σκοπούς που στερούνται νοήματος. Όντας ελεύθερος δε χωράς ούτε στη ζωή ούτε στο θάνατο. Μόνο που ο τελευταίος μοιάζει με υπόσχεση: να σε συμφιλιώσει με το κενό. Την αιώνια άβυσσο.

Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

The War Zone


Σκηνοθεσία: Tim Roth
Παραγωγής: England / Italy / 1999
Διάρκεια: 98'


Οι πολλοί διατίθενται πως η αδελφική αγάπη προκύπτει απ' την συμβίωση των παιδιών και τις κοινές εμπειρίες. Η πραγματικότητα όμως διδάσκει ότι οι καθημερινές συναναστροφές και οι μακροχρόνιες σχέσεις είναι ικανές τόσο για τη σύσφιξη όσο και την απώθηση. Τελικά, όταν η αδελφοσύνη δεν είναι μύθος, είναι αποτέλεσμα της συσπείρωσης των τέκνων έναντι στον κοινό εχθρό που λέγεται γονείς.


Όλες οι οικογένειες έχουν τα μυστικά τους. Και η ανώνυμη, πλέον πενταμελής, οικογένεια του The War Zone έχει τα δικά της. Τα φρικτά δικά της. Η πρόκληση δεν συνιστάται στο να συμπλεύσεις αρμονικά με τα σκοτεινά μυστικά. Η πρόκληση συνιστάται στο να τα φανερώσεις και να σταθείς γυμνός απέναντί τους. Όμως, στο The War Zone, όταν οι ενήλικες βλέπουν καπνό, στρέφουν αλλού το βλέμμα κλείνοντας τα μάτια στη φωτιά. Το βάρος πέφτει αναπόφευκτα στον βενιαμίν, τον ευαίσθητο Tom. Και θέλει τόλμη για να πάει μονάχος το δρόμο μέχρι πέρα.


Ο Tim Roth, στη μοναδική του ταινία, παρ' ότι έχει ένα φανταχτερό οπλοστάσιο(Tilda Swinton, Ray Winstone, Colin Farrell, Lara Belmont), χρήζει πρωταγωνιστή την άγρια ομορφιά του Devon. Το φυσικό τοπίο παρίσταται παντού. Η φουσκωμένη θάλασσα, τα κοφτερά βράχια, ο μουντός ουρανός, οι ανάστατοι δρόμοι, ο ανακατεμένος αέρας• όλα: χτίζουν μια υποβλητική ατμόσφαιρα απειλής. Μια απειλή διαρκούσα και ασφυκτική. Μιας ατμόσφαιρας που συμπαρασύρει την αισθητική σε άκρως εκρηκτικές συχνότητες. Μιας ατμόσφαιρας που στα καπνισμένα γκρο πρόσωπα των παιδιών, μετουσιώνει τη σιωπή στην πιο εκκωφαντική κραυγή.


Υπάρχουν, τελικά, πολλοί τρόποι να εναντιωθείς στην οικογενειακή κακοποίηση. Πότε σπάζοντας ένας κυνόδοντα. Πότε παλεύοντας να διατηρήσεις το δέρμα σου διάφανο. Και πότε τολμώντας να σύρεις έναν πόλεμο ως το τέλος.