Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

Carrie


Σκηνοθεσία: Brian De Palma
Παραγωγής: USA / 1976
Διάρκεια: 98'


Τυπώθηκε ως ένα κλασσικό teenage horror film στα τεφτέρια της κινηματογραφικής μνήμης. Και ουσιαστικά αποτελεί μια άρτια ενορχήστρωση των Χιτσκοκικών επιρροών του σκηνοθέτη, αλλά και της ροκ κουλτούρας της περιόδου. Όλα αυτά κάτω από την ομπρέλα του ομότιτλου συγγράμματος του Stephen King.


Από την αριστοτεχνική εναρκτήρια κιόλας σκηνή, ο Brian De Palma μας προετοιμάζει πως θα δούμε μια ταινία για την αντιμετώπιση της γυναικείας σεξουαλικότητας. Από την ίδια τη γυναίκα. Στα εναρκτήρια πλάνα θα παρακολουθήσουμε μια ομάδα κοριτσιών λυκείου, απόλυτα συμφιλιωμένα με το σώμα τους. Στην αντίπερα όχθη, η Carrie(Sissy Spacek) έχοντας λάβει αυστηρή θρησκευτική διαπαιδαγώγηση από την φανατικά θρησκόληπτη μητέρα της, είναι ανυποψίαστη για την ύπαρξη της εμμηνόρροιας, και θα φρικάρει μπρος στη θέα του αίματός της, στις "δημόσιες" ντουζιέρες του σχολείου. Η αντίδραση της προκαλεί ορδές χαχάνων στις υπόλοιπες "φυσιολογικές" συμμαθήτριες, οι οποίες με χλευαστικό τρόπο και με κακοήθη περιπαικτική διάθεση ενισχύουν τον νευρικό κλονισμό της πρωταγωνίστριας.

Η γυναικεία φύση, βιολογική, τοποθετείται στο κέντρο του κάδρου. Οι συνομήλικες της Carrie έχουν εξοικειωθεί με το σώμα τους. Και πέραν της βιολογικής φύσης τους, επηρεασμένες από τα κοινωνικά πρότυπα, είναι διατεθειμένες να "πουλήσουν" τη θηλυκότητά τους για την επίτευξη των όχι και τόσο αγνών σχεδίων τους(βλέπε την Chris). Σε πλήρη αντίθεση με την "παράξενα" διαφορετική Carrie, ελέω της ασεξουαλικής θρησκευτικής διαμόρφωσης και καταπίεσής της, η οποία η μπαίνει στο στόχαστρο της κακόβουλης ειρωνείας των ανάλαφρων συμμαθητριών της. Μπορεί η Carrie να είναι μόνη της, αλλά όλο αυτό το χρονικό της νοσηρής καταπίεσης την έχει οπλίσει με μια εσωτερική υποβόσκουσα οργή, η οποία κινηματογραφείται με μεταφυσική ένταση, και είναι έτοιμη να εκραγεί ανά πάσα στιγμή.


Ο Brian De Palma με μια αριστουργηματική σεκάνς -τη σεκάνς του κορμού της ταινίας- υποδεικνύει την ανάγκη της χειραφέτησης από όλα εκείνα τα κατάλοιπα των καταπιέσεων που αναίτια μας περιορίζουν. Κινηματογραφεί έτσι την Carrie, έξω πλέον από τα στενόχωρα ρούχα των συστολών της, σ' ένα φλερτ με έναν εκ των συμμαθητών της, που ξεχειλίζει από ρομαντισμό και υπόγειο ερωτισμό. Το πρόσωπο της Carrie ανοίγει, ηλιόλουστο πλέον στο δειλό φέγγος της απελευθέρωσης. Όμως ο σκηνοθέτης μας εφιστά την προσοχή: τίποτα δεν είναι αληθινό! Και με μια στυλιζαρισμένη σκηνοθεσία, συντονισμένη στο ρυθμό και στις ανάγκες μιας σκηνοθετημένης φάρσας, απογειώνει τους κώδικες της αγωνίας και τσαλαπατά την ευτυχία της πρωταγωνίστριας του. Γιατί η ευτυχία, σ' έναν στημένο κόσμο, δεν είναι παρά η προσχεδιασμένη ανάβασή μας στα ύψιστα, ούτως ώστε η πτώση μας να κάνει μεγαλύτερο κρότο και να αρμέξει χυδαία τα θορυβώδη χάχανα των ανυποψίαστων θεατών. Μόνο που το θύμα, εκ της συμπιεσμένης οργής και της καταπίεσης, μεταμορφώνεται σε θύτη! Και έτσι η παράσταση συνεχίζεται στο διηνεκές...


Άραγε, ποια ευτυχία μπορεί να υπερβάλλει τον θάνατο, όταν προσδιορίζεται μονάχα μέσα από τον πόνο του άλλου;
Βαθμολογία 7,5/10

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

The Elephant Man


Σκηνοθεσία: David Lynch
Παραγωγής: USA / 1980

Διάρκεια: 124'


John Merrick ή άνθρωπος ελέφαντας, εσύ από ποιο μπαλκόνι τον κοιτάς; Ο John Merrick(John Hurt) είναι μια στρεβλωμένη ανθρωπομάζα, παραμορφωμένη κατά πολύ για να αποκαλείται ανθρωπόμορφη. Αυτή την ανωμαλία εκμεταλλεύεται ο Bytes, ένας τσιρκολάνος, που τον εκθέτει σ' ένα τσίρκο για τέρατα ώστε να βγάζει τα βιοποριστικά. Παράλληλα, δεν παραλείπει να ασκεί εξουσία πάνω στον ανίσχυρο John, εκτονώνοντας τα δικά του, εξ ανέχειας, καταπιεσμένα ένστικτα. Ο Frederick Treves(Anthony Hopkins) είναι ένας ιατρός με ενδιαφέρον στη μελέτη ανθρωπόμορφων τεράτων, επιδιώκοντας, καλυμμένα, την εσωτερική ανάδειξη-αναγνώριση μέσω αυτών. Όταν θα δει τον John Merrick θα σπεύσει να τον αναλάβει υπό την κατοχή του, προσφέροντάς του έναν υγιέστερο(;) τρόπο ζωής, και κάνοντάς τον κατά έναν τρόπο, "επιστημονικό", αξιοθέατο στους κοσμικούς κύκλους.


Το "The Elephant Man" κινηματογραφικά μας εκπλήσσει. Όχι απαραίτητα ευχάριστα. Μας εκπλήσσει διότι δε συναντάμε τα προσφιλή στο σινεμά του Lynch σχήματα. Η αφηγηματική αναρχία έχει αντικατασταθεί με μια σχεδόν παραδοσιακή γραμμική αφήγηση. Ενώ και η συνήθης πύκνωση στη μετάδοση της πληροφορίας έχει υποκατασταθεί με επαναληπτικά μοτίβα που αποσκοπούν στην υπερσαφήνιση των εκπεμπόμενων μηνυμάτων. Είτε γιατί ο δημιουργός δεν πιστεύει στην εικόνα του, είτε γιατί δε πιστεύει στο κοινό του, είτε επειδή θέλει να κοινωνήσει την ταινία σ' ένα μεγαλύτερο κοινό. Άλλωστε, ας μη ξεχνάμε ότι προτάθηκε για 8 oscars. Η μουσική, σχεδόν ισοβαρές στοιχείο με την εικόνα στον κινηματογράφο του Lynch, επαναπαύεται σε πιο τυποποιημένες επιλογές, συμβαδίζοντας και με τις ανάγκες της γραμμικής πλέον ιστορίας. Και έτσι το ψυχεδελικό κομμάτι, αυτό που χαρακτηρίζει το δημιουργό, αφήνεται αποκλειστικά στη φωτογραφία του Freddie Francis, στους εκπληκτικούς ασπρόμαυρους πίνακές του.


Θα ήθελα όμως να επιστρέψω μ' ένα παράδειγμα για αυτό που χαρακτηρίζω ως υπέρμετρη προσπάθεια αποσαφήνισης απ' την πλευρά του δημιουργού. Στα εναρκτήρια λεπτά, όταν ο Frederick Treves θα πάρει υπό την κατοχή του τον John Merrick, θα γίνουμε μάρτυρες μιας πραγματικά αριστουργηματικής σκηνής. Τη σκηνή που ο ιατρός γνωρίζει το "πειραματόζωό" του στους συναδέλφους του. Η κάμερα κοιτάει εναλλάξ τον John Merrick πίσω από μια κουρτίνα και τα βλέμματα των ιατρών. Τι αριστουργηματική σκηνή; Η μετατόπιση απ' το τσίρκο των δρόμων στο τσίρκο των επιστημονικών συνεδρίων. Και όλο αυτό μόνο με μια σκηνή. Λίγο αργότερα, σεναριακά πλέον, θα παρατηρήσουμε επίσης ένα αριστουργηματικό εύρημα. Η επίσκεψη κάθε επώνυμου στο νοσοκομείο όπου "περιθάλπεται" ο John Merrick, συνοδεύεται με το ανάγνωσμα των κοσμικών στηλών των εφημερίδων της επόμενης μέρας. Όπου και φυσικά πρωταγωνιστούν οι χθεσινές επισκέψεις, δίνοντάς τους έτσι το χρίσμα μιας κοσμικής δεξίωσης, παράστασης, ή ενός πιο εκλεπτυσμένου τσίρκου. Άλλο ένα αριστουργηματικό εύρημα! Στη συνέχεια θα παρακολουθήσουμε δια του λόγου την διευθύντρια να επιπλήττει τον ιατρό Treeves για την "εκμετάλλευση" του John Merrick. Ενώ λίγο αργότερα θα παρατηρήσουμε τον συγκλονισμένο Treeves, επίσης δια του λόγου(που σχεδόν ποτέ καλλίοπτος), να συνειδητοποιεί ότι λειτουργεί όπως ο προκάτοχός του Bytes. Με αποτέλεσμα ο Lynch να υπογραμμίζει το υπογραμμισμένο, κάνοντας εν τέλει μια μουντζούρα.


Στα του "The Elephant Man" επί της ουσίας παρακολουθούμε μια σωρεία ανθρώπων να κακοποιούν τον ασθενέστερο John Merrick. Παρά το απάνθρωπο βάρος των ενεργειών τους η ματιά του Lynch δε γίνεται ποτέ κριτική. Αρνείται να εκπέσει σε μια συζήτηση ψευτο-ηθικής. Αντίθετα, όπως η Βιριδιάνα του Bunuel, κοιτάει τις πράξεις να ξεδιπλώνονται φυσικά πίσω απ' τα κίνητρα των κατόχων τους. Κίνητρο: το πρόσταγμα του πνεύματος προς την ύλη -το σάρκινο σώμα μας- που προκύπτει από την διαμόρφωση του πνεύματος μέσα στη μήτρα του πολιτισμού-υλικού κόσμου. Οι πράξεις φερειπείν του Bytes καθρεφτίζουν το βιοποριστικό άγχος και την ανάγκη ανταπόδοσης της υλικής εξαθλίωσης που έχει βιώσει. Η φροντίδα του ιατρού Treeves προκύπτει απ' το εγωκεντρικό κίνητρο ανάδειξης μέσω της επιστημονικής μελέτης του John Merrick. Και ούτω καθ' εξής. Δεν υπάρχει αυτό που η ηθική ονομάζει καλό ή κακό. Μόνο κίνητρα, αχρωμάτιστα, ή μάλλον χρωματισμένα από τη συμβίωσή μας με τον πεπερασμένο υλικό κόσμο, που πυροδοτούν τις πράξεις μας.

Σε αυτά τα πλαίσια ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο παθητικός ήρωας John Merrick. Ο John Merrick είναι ένας ήρωας που δε διεκδικεί, δεν αγωνίζεται. Στην ουσία, είναι ένας ήρωας σπασμένος -όπως σπασμένος ο κάθε κακοποιημένος- που μόνο ελπίζει. Η αναφορά στη Βίβλο έχει ξεκάθαρη χροιά. Ο Merrick λοιπόν μόνο ελπίζει. Όχι στην καλή μέρα, αλλά απλά σε μια καλύτερη μέρα. Είναι πρόθυμος να ανταλλάξει την επίγεια κόλαση που βιώνει, για μια άλλη πιο ήπια κόλαση. Αλλά όχι για τον Παράδεισο! Είναι ο ίδιος, παραμορφωμένος από τον κύκλο της ζωής, που 'χει πειστεί για τη διαφορετικότητά του. Δικαιώνοντας, κατά έναν τρόπο, τις άνισες συμπεριφορές εις βάρος του. Αρνείται να κοιταχτεί στον καθρέφτη, αρνείται να ξορκίσει την επιφάνεια, και να αποδεχτεί τον εαυτό του. Ο φόβος της επαλήθευσης του ψέματος της εικόνας τον στοιχειώνει. Σπασμένο το "είναι". Για αυτό και η θυσία. Θυσιάζουμε μόνο ό,τι δεν είμαστε...


Βέβαια ο Lynch κάνει κάτι ασυγχώρητο για το σινεμά του Bunuel: ανθρωπισμό. Θεωρεί πως η επίδραση των πρωταρχικών εγωκεντρικών κινήτρων που υπαγορεύουν τις πράξεις μας, δύναται να εξαλειφθούν. Να αποκοπούν από την εξωτερική πολιτισμική μήτρα που επενεργεί πάνω μας, και να ενταχθούν μέσα στο γενόμενο σύμπαν μιας διαπροσωπικής σχέσης. Όπου το "Εγώ" παράγεται ως το συσσωμάτωμα των ατομικοτήτων που συνθέτουν την εκάστοτε ανθρωποσχέση. Όπως συμβαίνει εν τέλει και μεταξύ του John Merrick και του Frederick Treves. Η σχέση τους παύει να είναι συναλλακτική. Πατάει σε έναν βαθύτερο ενσυναισθηματισμό και αποκτά μια αγνή διάσταση αλληλοσυμπλήρωσης και πραγματικού ανιδιοτελούς ενδιαφέροντος. Μια αισιόδοξα νότα μας κατακλύζει..

Όμως, το ερώτημα είναι άνθρωπος ή ελέφαντας; ή μήπως σε τι διαφέρει το δίποδο ζώο που καλείται άνθρωπος σε σχέση με την υπόλοιπη αγέλη;
Βαθμολογία 8/10

Σάββατο, 17 Απριλίου 2010

Greenberg


Σκηνοθεσία: Noah Baumbach
Παραγωγής: USA / 2010
Διάρκεια: 107'

Μόλις έχει εξαχθεί από ψυχιατρείο. Είναι απροσάρμοστα νευρωτικός. Γοητευτικά και γνήσια διαφορετικός. Απηυδισμένος απ' το παρόν, συνεπακόλουθα τύπος νοσταλγικός. Έχοντας ζήσει στη Νέα Υόρκη, στο ταχύρρυθμο Λος Άντζελες μοιάζει σαν ψάρι έξω απ' το νερό. Ως αντίδραση, κοσμοϊδεολογικά, μένει συνειδητά άπραγος. Για σας που αρέσκεστε στις ταμπέλες, με λίγα λόγια: είναι ο λάθος άνθρωπος. Και όμως ο σκηνοθέτης Noah Baumbach(σεναριογράφος των Fantastic Mr. Fox, The Life Aquatic with Steve Zissou μεταξύ άλλων) με χαμηλόφωνο ύφος, πάντα βιτριολικό, καταφέρνει να αντιστρέψει πολλάκις την παραπάνω πρόταση σε: λάθος κόσμος.


Τον παραπάνω ρόλο φέρει εις πέρας ο αναπάντεχα καλός Ben Stiller. Κόντρα στη "συνήθη" εικόνα του επωμίζεται έναν άκρως δραματικό ρόλο, και χωρίς εκβιασμούς, δίνει πραγματική ζωή και βάθος στον ήρωα του. Περιορίζει τις έντονες συσπάσεις του προσώπου, και πείθει από την πρώτη στιγμή ως "πειραγμένος" και αδειασμένος απ' τον χαλασμένο απρόσωπο κόσμο της νέας χιλιετίας. Τον κόσμο της υλικής ευμάρειας και του ανελέητου τρεχαλητού. Δίπλα του στέκεται επάξια η Greta Gerwig, στο ρόλο μιας άτσαλης, μα γλυκιάς συνάμα, κοπέλας με την οποία έχει κάτι σαν σχέση. Όλα αυτά ο Noah Baumbach τα τοποθετεί σε μια μελαγχολικά ανάλαφρη ατμόσφαιρα. Η οποία ενισχύεται απ' τη μουσική επένδυση, με την κυριαρχία κομματιών των 80ς.


Επί της ουσίας, αυτό που κάνει το Greenberg μια άξια προβληματισμού ταινία, είναι η ενσυνείδητη στάση του ήρωα να μένει άπραγος μέσα σ' έναν κόσμο που κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Πρόκειται για πράξη επαναστατική! Δηλώνοντας στη σύγχρονη οργάνωση της χρονοφθόρας καθημερινότητας την ύπαρξη πολυάριθμων δραστηριοτήτων, τις οποίες θεωρητικά ακολουθούμε εθελούσια, αντιπερισπώντας τον εαυτό μας από τα επιούσια. Καθώς απ' τους ισχυρότερους τρόμους του σύγχρονου νευρικού ανθρώπου είναι η κενή στιγμή, στιγμή: της σιωπής, της υπαρξιακής πάλης. Έτσι το να δρας, και η άσκοπη περιφορά μεταξύ ανούσιων χρόνων επιτυγχάνει την αντιπερισπαστική απώθησή μας απ' το φιλοσοφικό τραπέζι. Αν βιαστείτε να απωθήσετε τον κύριο Greenberg μη τολμήσετε να διερωτηθείτε γιατί...
Βαθμολογία 7/10

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

Zerkalo


Σκηνοθεσία: Andrei Tarkovsky
Παραγωγής: Soviet Union / 1975
Διάρκεια: 108'

Μια ταινία που δε χωράει κρίσεις...

Σταθμός αφετηρίας: τηλεόραση. Η αποθέωση της επιφάνειας της εικόνας. Ύπνωση των αιστήσεων: μεταμορφωτική. Παραφύση. Είμαστε κάτι σημειώσεις από υπογραμμισμένα βιβλία. Είμαστε κάτι ιστοριοθρεμμένοι ειδωλολάτρες. Αφού ακούς, κοιτάς αντί να αισθάνεσαι. Ενστερνίζεσαι αντί να αφουγκράζεσαι ψηλαφιστά. Κοπιάρεις αντί να ενσωματώνεις βιωματικά. Μόνο λατρεύεις τα άθικτα εξογκώματα που καταβροχθίζεις. Είμαστε μονίμως κομπάρσοι, προσκυνητές, στα αδυσώπητα εγκλήματα μιας άπειρης ανθρωπότητας. Σταμάτα να χειροκροτείς. Με μεθά ο χτύπος της ταλάντωσης των παλαμών. Πάψε να χειροκροτείς. Δεν ακούω τα χνώτα σου. Δε γνωρίζω τα χνώτα μου. Με κουρδίζει ο ήχος του χτύπου των χεριών. Χάνω τα χνώτα μου. Χάνω τη μορφή μου. Είμαι ο χειροκροτητής δίχως πρόσωπο.


Είμαστε καθρέφτες ή καθρεφτίσματα. Ως καθρέφτες παράγουμε εικόνα: όραση σε φωνή ενεργητική. Ως καθρέφτες, ο κόσμος η αντανάκλασή μας. Ως καθρεφτίσματα είμαστε παραγόμενα της εικόνας: όραση σε φωνή παθητική. Τα νεκρά είδωλα στον καθρέφτη του αθάνατου Σύμπαντος. Ως καθρέφτες αντανακλούμε το θάνατο της παραμόρφωσής μας. Θάνατος: Απόσταση αναλλοίωσης˙ παιδικό όνειρο. Ως καθρεφτίσματα αναπαράγουμε τα νεκρά είδωλά μας μέσα στο αθάνατο σύμπαν, αναπαράγουμε το θάνατο ως την αθανασία.


Τι να πει κανείς για αυτό το αριστούργημα; Ο Ταρκόφσκι ποιεί την πιο αυτοαναφορική του ταινία. Η δομή δεν υπάρχει. Ή μάλλον ενυπάρχει απαλλαγμένη από την αναγκαιότητα μιας σχηματικοποιημένης έκφρασης. Μέσα σ' έναν ρυθμό απόλυτης αφαίρεσης. Ποίηση. Ό,τι παρακολουθούμε δεν είναι παρά ένα φιλμοποιημένο όνειρο. Μια βουτιά αναμνησιακή. Πρωτίστως ατομική. Αλλά ποια αλήθεια μπορεί να περιχαρακωθεί σε ατομικό επίπεδο. "Mια εικόνα δεν εκφράζει απλώς μια ιδέα του δημιουργού της. Είναι η αντανάκλαση ενός ολόκληρου κόσμου σε μια σταγόνα νερού. Σε μία μόνο σταγόνα…", είχε πει ο Andrei. The Mirror: Η αντανάκλαση του κόσμου.


Πρέπει να σπάσεις τον καθρέφτη σου, να θρυμματίσεις της εικόνα, ώστε να αγγίξεις την ουσία στα άθικτα υπόγεια της αλήθειας. Όπως θρυμματίζει ο Andrei Tarkovsky τη φόρμα του για να αποχρωματιστείς μέσα στη μεταφυσική φωτογραφία που ξεπερνά τις γήινες διαστάσεις, να διαμελιστείς μέσα στο χρονικά απύθμενο σύμπαν του τρισμέγιστου δημιουργού, να φιλήσεις τη λυρική ποίηση του Arseni Tarkovsky, να δεχτείς όλη τη φρίκη της ανθρώπινης φύσης και να διατρηθείς απ' τις αλλόκοσμες νότες της μουσικής. Και όλα εναρμονίζονται μέσα στα αθάνατα πλάνα-σεκάνς, κινηματογραφικά ευρήματα. Για να υψωθείς πάνω απ’ την ρηχή επιφάνεια της εικόνας πρέπει να κάψεις τον αχυρώνα στην παλιά αγροικία, τα ντουβάρια να γκρεμίσεις στα σύγχρονα κτίσματα, το σάρκινο κουφάρι σου να γδάρεις… Να αιθεροβαπτιστείς στο άπειρο και στο τίποτα. Μα κυριότερα να αισθανθείς από τα βάθη της ψυχής. Να νιώσεις τον αέρα πάνω από τον αέρα. Και μέσα. Να αισθανθείς, μέχρι ποτάμια να εκραγούν απ’ τα μάτια σου. Να στάξουν τα δάκρυα πάνω στον καθρέφτη της θάλασσας. Χέρι να μη τα σβήσει. Να γίνεις η θάλασσα. Ούτε καθρέφτης, ούτε καθρέφτισμα. Η θάλασσα. Μέσα στην αθάνατη φουρτούνα της ανθρωπότητας. Η Ψυχή μέσα στην αιωνιότητα...
Βαθμολογία 10/10

Αφιερωμένο στην Ε.

Κυριακή, 11 Απριλίου 2010

Hon dansade en sommar


Σκηνοθεσία: Arne Mattsson
Παραγωγής: Sweden / 1951
Διάρκεια: 103'

Απέσπασε Χρυσή Άρκτο στο 2ο φεστιβάλ Βερολίνου, ωστόσο μετέπειτα παραγκωνίσθηκε στα κιτάπια της κινηματογραφικής λήθης. Πρόκειται για ένα σημαντικό μελόδραμα. Μια ανεκπλήρωτη ιστορία αγάπης που εμποτίζεται από τα αρώματα της άνοιξης και από την λάμψη της νιότης. Ένας ύμνος για τον έρωτα, και η αιώνια μάχη των ανυπέρβλητων εξωτερικών που ψαλιδίζουν το απάνθισμα των έσω.


Αυτός(Anders) είναι ένας 21χρονός αστός. Έχει περάσει στο Πανεπιστήμιο. Τη μεταβατική περίοδο που προηγείται της εισαγωγής, επισκέπτεται το θείο του για να τον βοηθήσει στη φάρμα. Αυτή (Kerstin) είναι 17. Ένα μπουμπούκι αμόλυντο. Γόνος πουριτανής οικογένειας. Πουριτανή η αγροτική κοινωνία. Ανάμεσά τους σκάει η Άνοιξη. Την αρχική προδιάθεση θέρμης διαδέχεται η φιλία, ο έρωτας, και ύστερα -αν προλάβει- η αγάπη. Αν κι όλα αυτά, φιλία, αγάπη, έρωτας μόνο βαφτιστικά μοιάζουν. Διάφορες καταστάσεις διακριτές, στο συνεχές φάσμα της ανθρώπινης ενσυσχέτισης. Καλούνται όμως να υπερβούν τις ταξικές διαφορές της κοινωνικής επίκρισης που δρα έξω από αυτούς, για αυτούς...

Αγροτική κοινωνία: Μια κοινωνία λαβωμένων αγγέλων. Έχουν κάψει προ πολλού τα φτερά τους. Πίστη στη μονάδα δεν υπάρχει. Νόρμες και κανόνες υποκαθιστούν το χαμένο όνειρο. Έναντι της πίστης στον εαυτό, θησαυρίζει η πίστη στο Θεό(ή όποιο άλλο καθολικό σύμβολο κυριαρχεί). Ο ιερέας εδώ γίνεται εμβληματική φυσιογνωμία άσκησης εξουσίας και στρυφνής διαμόρφωσης πνεύματος. Προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες ανθίζουν στις βουνοπλαγιές της σκέψης των κατοίκων. Καθορίζουν. Απαιτούμενη η ομοιομορφία για τη "γαλήνη" μιας τόσο σφιχτά συνδεόμενης ομάδας ανθρώπων. Έτσι πια δεν υπάρχεις ως μονάδα, ούτε ως μέρος της ομάδας, αλλά ως μικρογραφία του πρέπον. Γιατί όταν πια δεν πιστεύεις σε σένα, αναγκάζεσαι να ασπαστείς αυτό που κατασκευάζουν για σένα... Ο μόνος τρόπος να υπάρξεις.

Αστική κοινωνία(που αγγίζεται περισσότερο υπαινικτικά): Ο αστός είναι φιλόδοξο ον. Κυνηγός του αστικού ονείρου, αφού συνήθως έχει εξασφαλίσει κάτι περισσότερο από τον βιοπορισμό του. Η σκέψη είναι κλειδωμένη σε μεγαλεπήβολα όνειρα που ικανοποιούν τις βλέψεις της εγωκεντρικής παχυσαρκίας. Επί της ουσίας, στο αναμεταξύ του τώρα και της υλοποίησης των ονείρων γλιστράει η ζωή. Φεύγει. Μια μάταιη και χυδαία αυτοθυσία στο βωμό της αντιδραστικής ατομοκεντρικής ματαιοδοξίας.


Λίγο πολύ αυτά τα ονόματα δίνει ο Arne Mattsson στα δυο διαφορετικά άκρα της κοινωνικής οργάνωσης. Και δεν είναι η αστική ή η αγροτική κοινωνία που χωρίζει τον Anders από την Kerstin. Οι ίδιοι βρίσκονται φλογισμένα κοντά για να τους απωθήσουν τα κοινωνικά επινοήματα. Διαφορές δεν υπάρχουν στο όνομα της αγάπης. Όμως οι ιδέες των κοινωνικών επινοημάτων, που δρουν έξω από αυτούς για αυτούς, σχηματίζουν το νεκρικό βλέμμα μιας ανθρωποκοινότητας που δε δύναται να αποδεχτεί-αντιληφθεί και κυριότερα να νιώσει την Άνοιξη έξω από τις συμβάσεις. Και όλη αυτή η ανεκπλήρωτη ιστορία αγάπης φιλμάρεται εξαιρετικά από τον Σουηδό σκηνοθέτη. Μ' ένα λυρισμό στην εικόνα και στο λόγο. Μια αθεράπευτα λιγωτική αφήγηση στο παρεξηγημένο ύφος του μελοδράματος. Ενώ κινηματογραφικά, με τη χρήση εκπληκτικών πλάνων αμόρσας, που λειτουργούν ως πλάνα αντίστιξης, διευρύνεται το βάθος της ιστορίας, και υπογραμμίζονται, τα εξωτερικά υποκείμενα-αντικείμενα που ορθώνουν τα τείχη των απαγορεύσεων για το πρωταγωνιστικό ζεύγος.


Ο Anders λέει ότι ή Άνοιξη είναι η αγκαλιά που σε ζεσταίνει το Χειμώνα, και η ανάσα που δροσίζει το πυρακτωμένο μέτωπό σου την καλοκαιρία. Πόσο διαρκεί η Άνοιξη; Που αρχίζει και που τελειώνει; Και κυριότερα, πότε θα 'ρθει; Πότε θα γνωρίσει συλλογική έκφανση; Σ' έναν κόσμο που οι εξουσιάζοντες μεταχειρίζονται όπως όπως τα συμβάντα για να προωθήσουν την τυραννία τους. Σ' έναν κόσμο που οι άνθρωποι δεν έχουν όνομα, παρά μόνο τις ετικέτες που τους βιδώθηκαν. Σ' έναν κόσμο που η πραγματικότητα, ανέγγιχτη κάτω απ' τον κλοιό της φαινομενικότητας, έχει πέσει σε αιώνια βαρυχειμωνιά. Η Άνοιξη πως να 'ρθει;
Βαθμολογία 8,5/10

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

Lightning Over Water


Σκηνοθεσία: Nicholas Ray-Wim Wenders
Παραγωγής: Sweden / West Germany / 1980

Διάρκεια: 91'


Ο Wim Wenders καταφτάνει στη Νέα Υόρκη για να γυρίσουν από κοινού την ταινία του Nicholas Ray: ένας ετοιμοθάνατος ζωγράφος αποφασίζει να κλέψει τους πίνακες που 'χει πουλήσει για να επανακτήσει την χαμένη ταυτότητά του. Ωστόσο, ο Ray, καρκινοπαθής στο τελευταίο στάδιο, παρά τις σθεναρές αντιστάσεις του, είναι ανήμπορος για τη διαδικασία του γυρίσματος. Ο Wenders επαναπροσδιορίζει. Και με την ακαταμάχητη ζεστασιά του film και τον σκληρό κόκκο, θα ποιήσει ένα συνθλιπτικό ντοκιμαντέρ, με όχημα τις τελευταίες μέρες του Nicholas Ray, πάνω στην αστραπιαία σύγκρουση ανθρώπου και θανάτου. Ή μήπως δε πρόκειται για σύγκρουση;


Ο θάνατος εδώ δεν είναι μεταφυσικός. Ούτε υπάρχει ο παραλυτικός φόβος για το άγνωστο που μας βραχυκυκλώνει. Ο θάνατος είναι φυσικός. Γαλάζιος. Σαν ένα καράβι που φεύγει. Η χρεωστική υποχρέωση της ζωής. Αλλά πως να μιλάμε για υποχρέωση. Θάνατος και ζωή συμπράττουν άρρηκτα. Ο Nicholas Ray, ιδανικό πορτραίτο ενός τέτοιου άκαμπτου μελλοθάνατου, παραμορφωμένος από τη φθορά της ύλης, μα εντός του ακέραιος, συνεχίζει ατόφια το "έργο" του. Έτσι ο θάνατος χρυσαυγίζει μέσα από τη ζωή. Και το αντίθετο. Η βιντεοσκόπηση, δίχως ίχνος εκβιαστικού μελοδραματισμού, γνήσια αποθανατίζει τα γινόμενα. Έστω και με την απόσταση του σκηνοθέτη που καλείται να γίνει ηθοποιός. Και όλο αυτό χρωματίζεται από το υπεράνθρωπο σθένος των δύο: να συλλάβουν το θάνατο ως δημιουργική πράξη.


Η ύλη χρωστάει ένα θάνατο. Ή πολλούς θανάτους για κάθε στιγμή που πεθαίνει. Όμως το πνεύμα; Η απέραντη ανθρωπότητα, με σημαιοφόρα την αιωνόβια και αειθαλή Τέχνη διδάσκει: τίποτα δεν πεθαίνει. Η αθανασία δεν είναι ιδιότητα της ιστορικής καταγραφής. Άλλωστε συνήθως η ιστορικότητα απλά συντηρεί τον "ασθενή" στο νεκροκρέβατό του. Η Αθανασία έγκειται στα ίχνη που μένουν. Τα ίχνη ως υποδήματα στα πέλματα της σκέψης μας. Των βαθύτερων αισθήσεων μας. Ό,τι υπήρξε, υπάρχει. Εντός μας. Νεογέννητο και πλουσιότερο. Και αυτή η αστραπή πάνω απ' το νερό που σβήνει, δεν αναφέρεται στο επιθανάτιο τέντωμα, ή και στο βροντερό ξέσπασμα του αποχαιρετισμού. Καθόλου. Είναι ο ηλεκτρισμός. Που μένει...
Βαθμολογία 8/10

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

In Cinemas





Εγκαίνια στήλης In Cinemas στην μπάρα του Site με προτάσεις για τις ταινίες που παίζονται αυτή τη στιγμή στους κινηματογράφους.

Παρασκευή, 2 Απριλίου 2010

Xi yan


Σκηνοθεσία: Ang Lee
Παραγωγής: Taiwan / USA / 1993

Διάρκεια: 106'


Αν όλοι οι σημαντικοί σκηνοθέτες ποιούν ένα ερωτικό γράμμα, ή έστω μια αναφορική ταινία, για τον κινηματογράφο, τότε τούτο το Γαμήλιο Πάρτυ του Ang Lee μπορεί κάλλιστα να εκληφθεί ως τέτοιο. Τους λόγους θα τους αναπτύξουμε στη συνέχεια.

Κατ' αρχάς η ταινία αυτή που έφτασε μέχρι τα oscars, αλλά και το μεταγενέστερο πιο μελοδραματικό Yin shi nan nu, ήταν οι ταινίες που άνοιξαν στον Ang Lee τον δρόμο για την Αμερική. Το Γαμήλιο Πάρτυ αποτελεί μια ανάλαφρη κομεντί, που προδίδει και συμβολίζει την κατασκευαστική λειτουργία του κινηματογράφου, ενώ ταυτόχρονα, περιγράφοντας τη νέα εποχή του μεταναστευτικού κύματος, αποτυπώνει σύγχρονα κοινωνικά φαινόμενα που άπτονται της μεταβατικής πολυπολιτισμικής κοινωνίας.

Βρισκόμαστε σε Αμερικάνικο έδαφος. Ένας ομοφυλόφιλος Κινέζος καλείται να κρύψει τον εραστή του, και να παρουσιάσει μια straight βιτρίνα στην παραδοσιακών αρχών οικογένεια του. Στα πλαίσια αυτά θα ετοιμάσει έναν "συμφωνημένο" γάμο με μια φίλη, άνομη μετανάστρια και Κινέζα ζωγράφο. Η παράσταση αρχίζει. Θα καταφέρει όμως να πείσει και να ικανοποιήσει τους γονείς πού έρχονται στην Αμερική για να "τελέσουν" το γάμο;


Είναι εμφανής η προσπάθεια του Ang Lee μέσα από την πλοκή να κωδικοποιήσει τις νόρμες που διέπουν μια κινηματογραφική (ή θεατρική) παράσταση. Οι ήρωες καλούνται να μιμηθούν κάποιους ρόλους. Τα σκηνικά στο σπίτι αλλάζουν. Ενώ έξυπνα σεναριακά τεχνάσματα, όπως της καλλιτεχνικής κριτικής, ενδυναμώνουν τους υπαινιγμούς του Ang Lee. Ωστόσο, ο Ταϊβανέζος σκηνοθέτης δε στέκεται εκεί, δεν αρκείται στο πολυδιατυπωμένο και το αναμενόμενο. Αυτό που επί της ουσίας κάνει το Γαμήλιο Πάρτυ μια ταινία μέσα σ' άλλη, είναι η ματιά του σκηνοθέτη πάνω στα έθιμα και τις παραδόσεις. Κάτι που είναι εξόφθαλμα ορατό στη Γαμήλια τελετή που παρακολουθούμε στην ταινία. Ανεξαρτήτως του πλαστού των συζύγων, η Γαμήλια τελετή κινηματογραφείται με μια συμβολική δεξιοτεχνία, παρομοιάζοντας εύστοχα το χρονικό ως το περιεχόμενο ενός θιάσου. Ό,τι συμβαίνει στη Γαμήλια τελετή, και σε όποια άλλου τύπου τελετή, είναι προδιαγεγραμμένο και καταδικασμένο να συμβαδίζει με το σενάριο των εκάστοτε εθνικών παραδόσεων-εθίμων. Έτσι, οι "πρωταγωνιστές", στην προκειμένη το ζευγάρι, δεν είναι ελεύθεροι να είναι ο εαυτός τους, καθώς είναι καταναγκασμένοι να υποδυθούν τα κουστούμια που ορίζει το γράμμα της παράδοσης. Άλλωστε για αυτό το λόγο έχουν προσέλθει οι καλεσμένοι και οφείλουν να τους ικανοποιήσουν. Επί της ουσίας, οι παρευρισκόμενοι-θεατές παρακολουθούν άκρως ηδονοβλεπτικά το χρονικό. Η απόσταση που τους χωρίζει από το ζεύγος είναι συνήθως παρόμοια ανάλογη με εκείνη τη χαοτική του ηθοποιού-θεατή. Και το μόνο ζητούμενο είναι η "λύτρωση", μέσω της επαλήθευσης της παράστασης της παράδοσης. Όλο αυτό, μέσα από τα διάφορα σκετσάκια, αλλά και τους πολυάριθμους συμβολισμούς(με αποκορύφωμα την προ-φωτογράφιση της νύφης), το κινηματογραφεί υπονομευτικά τέλεια ο Ang Lee.


Όμως το Γαμήλιο Πάρτυ δε θα σταθεί μόνο στο επίπεδο ενός συμβολισμού. Έστω και τόσο εύγλωττου. Αντιθέτως, θα ακολουθήσει το δράμα των ηρώων από κοντά. Και θα συμπονέσει την τραγική φύση τους. Και κυριότερα την κατατρυχόμενη φύση ενός ομοφυλόφιλου, και κατ' επέκταση κάθε "κατακριτέας" μειονότητας, που βιώνει ένα μακροχρόνιο καθεστώς ατομικής ανελευθερίας. Και πάλι ο Ang Lee θα στραφεί κατά των παραδόσεων και κατά των εθίμων. Τα οποία θα σκιαγραφήσει ως τα υπεύθυνα για τη δημιουργία στερεοτύπων και κατά συνέπεια για την διάδοση διάφορων δημοφιλή κοινωνικών φαινομένων όπως: ομοφοβία, ξενοφοβία, ρατσισμός κλπ. Γιατί είναι αυτά τα στερεότυπα που ορίζουν το τι είναι αποδεκτό και στερούν το δικαίωμα στο διαφορετικό. Και αυτό διότι, όπως λέγεται ξεκάθαρα, είναι οι χρόνιες παραδόσεις και τα έθιμα που ρυθμίζουν βλέμμα των ανθρώπων. Όπως παρακολουθούμε, η ομοφοβία των γονιών του πρωταγωνιστή δεν είναι αποτέλεσμα προσωπικών αντιλήψεων, αλλά το επίκτητο σύνδρομο που καλλιεργεί η μακροχρόνια συμβίωση με την κοινωνική παράδοση. Άλλωστε ο ανθρωπιστής Ang Lee, στο αισιόδοξο φινάλε, παρουσιάζεται βέβαιος για τον ανθρώπινο παράγοντα. Και την ανοιχτόμυαλη φύση του ανθρώπινου πνεύματος που δομείται στην αγάπη...

Όλα αυτά σε μια απολαυστική κομεντί. Ο φορμαρισμένος Ang Lee είναι μονίμως κοντά στους ήρωες του, τους οποίους φιλμάρει κυρίως με μια φόρμα κοντινών πλάνων. Αριστουργηματικών κοντινών πλάνων που υπερκαλύπτουν και τις όποιες αδυναμίες του σεναρίου. Βασικά δραματουργικά εργαλεία είναι το χιούμορ, αλλά και ορισμένα κλισέ, που επιτυγχάνουν έναν πιο ανάλαφρο και συναισθηματικό τόνο στην ατμόσφαιρα. Ας κάνουμε λοιπόν ένα άλλο Γαμήλιο Πάρτυ δίχως νόμους, δίχως σενάριο. Ας σπάσουμε τις συρρικνωτικές πολιτισμικές αξίες για να τους δώσουμε ένα πιο ευρύχωρο έδαφος. Ας υπαγορέψουμε εμείς τις παραδόσεις πριν τις αφήσουμε να λεηλατήσουν την ατομικότητά μας...
Βαθμολογία 7,5/10

Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

How to Train Your Dragon


Σκηνοθεσία: Dean DeBlois-Chris Sanders
Παραγωγής: USA / 2010
Διάρκεια: 98'

Αν οι Βίκινγκς έχουν καρφιτσωθεί στο μυαλό σας ως τρομεροί και φοβεροί πειρατές, οφείλετε να αναθεωρήσετε για λίγο. Όσο διαρκεί η ταινία. Εδώ οι Βίκινγκς επιδίδονται στο να σκοτώνουν δράκους, και στο να εκπαιδεύουν τις νεότερες γενιές στον πανομοιότυπο αφανισμό των πυρφόρων πτερόσαυρων. Υπάρχει όμως ένα παιδί, ο Ψάρης, που λόγω υπέρμετρης ευαισθησίας, ή και δειλίας αν θες, αρνείται να ακολουθήσει αυτό το βάρβαρο σύστημα εκπαίδευσης. Οι συγκυρίες τον φέρνουν πλάι σε ένα σπάνιο είδος δράκου. Σταδιακά θα αναπτύξει ένα στενό δέσιμο μαζί του, βασισμένο στη φροντίδα, το ενδιαφέρον και την αγάπη. Και μέσα από αυτή την καθημερινή βιωματική σχέση θα αντλήσει μια πλούσια και εναλλακτική γνώση για τα πτερόσαυρα πλάσματα, η οποία έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με όσα διδάσκουν οι φοβισμένοι μαθουσάλες της φυλής του.


Το "How to Train Your Dragon" είναι μια ταινία που δεν τη βαριέσαι. Το κάθε άλλο. Παρ' ότι αδίαφορο και συμβατικό κινηματογραφικά, προσφέρει άπλετο έδαφος για προβληματισμό στο ενήλικο κοινό. Ενώ όσο αφορά τους ανήλικους φίλους μας, για τους οποίους κυρίως προορίζεται, η οπτική πολυχρωμία και τα συμβατικά γραφικά σε συνδυασμό με την γοργοπόδαρη και περιπετειώδη πλοκή, θα το κάνει ανάρπαστο στα παιδικά βλέμματα. Ας μην παραλείψουμε να αναφέρουμε και την αθωότητα που διατρέχει τη γραφή του.

Τι κάνει όμως το "How to Train Your Dragon" αξιοπρόσεκτο για τους υπόλοιπους; Μα φυσικά το ότι στρίβει το μαχαίρι, έστω και με χλιαρό ύφος, στη βαθιά πληγή του άτεγκτου, σαθρού και ριζικά αντι-παιδευτικού συστήματος της εκπαίδευσης. Εκπαίδευση: ένα σύστημα αυστηρής παραγωγής πανομοιότυπων κλώνων. Όπως οι Βίκινγκς της ταινίας. Έχουν απολέσει κάθε τι προσωπικό, και έχουν ενωθεί, ταυτισθεί, εξομοιωθεί στην πανομοιότυπη καταπολέμηση των δράκων. Έτσι ακριβώς όπως έχουν διαμορφωθεί μέσα από τη συγκεκριμένη εκπαίδευση της παιδικής ηλικίας. Αφού δυστυχώς, η διαδικασία της μάθησης είναι αυστηρά ντετερμινισμένη, ενέχοντας μάλιστα τη χροιά ενός καθολικού και απαράβατου νόμου. Οι έννοιες δάσκαλος, διδασκόμενος, γνωστικό αντικείμενο μοιάζουν ρητά καθορισμένες, και με πελώρια τείχη να τις χωρίζουν, ώστε να παραμένουν μονίμως ανέγγιχτες. Έτσι, το γνωστικό αντικείμενο παραμένει διαρκώς μια άθιχτη μούμια που υπαλληλικά ξεσκονίζουν οι δάσκαλοι. Απ' την άλλη, οι μαθητές δεν έρχονται ποτέ σε επαφή με το γνωστικό αντικείμενο, δεν το παρακολουθούν ποτέ μέσα από τα πρίσματα της υποκειμενικής τους νόησης, αλλά μέσα από τα εκπαιδευτικά μικροσκόπια που τους έχουν χορηγηθεί. Ούτως ώστε να υπάρχει απόσταση. Και εν τέλει, δεν καλούνται να εξεταστούν για την αρτιότητα του προσωπικού τους βλέμματος, αλλά για το βαθμό αλλοτρίωσης και προσαρμογής στην εξαντλητικά ξένη και κενή θέα των δογματικών μικροσκοπίων. Δηλαδή, στο κατά πόσο διαμορφώθηκαν κατ' εικόνα αυτού του σαθρού συστήματος παραγωγής κλώνων. Να η εκπαίδευση!


Έναντι λοιπόν αυτής της προαναφερθείσας χυδαιότητας, μέσω του πρωταγωνιστή, οι δημιουργοί αντιπροτείνουν ένα άλλο, ιδανικό, σύστημα εκπαίδευσης. Προς μια πιο ελεύθερη και αγνή εκπαίδευση, σαν αυτή που διδάσκει ο Ψάρης, ο δρόμος της ανακάλυψης-μάθησης της εκάστοτε γνώσης είναι βαθιά βιωματικός και οδυνηρά τραυματικός. Η μόρφωση, και ετυμολογικά να το πάρεις, συνιστάται στην εσωτερική και εξωτερική ανάπλασή μας. Η αναμόρφωσή μας, που προκύπτει από την βιωματική προσάρτηση νέων τόπων-γνώσεων, είναι μια διαδικασία επίπονη, καθώς ουσιαστικά η ύπαρξή μας σχίζεται για να δεχτεί-ενσωματώσει το νέο. Ούτως ώστε να επιτευχθεί η ευκταία πνευματική διεύρυνσή μας. Γιατί εδώ, σε αυτή την ιδανική διαδικασία εκπαίδευσης, η σχέση γνωστικού αντικειμένου-διδασκόμενου δεν είναι μια υπαλληλική σχέση (αυτο)αποξένωσης, αλλά μια βαθιά και διαρκώς επαναπροσδιορίσιμη σχέση ενωτικής αλληλόδρασης. Εξού και τα παντελώς διαφορετικά πορίσματα που προκύπτουν μέσα από τις αλλότριες διαδικασίες εκπαίδευσης στο σύμπαν της ταινίας.

Ας ελπίσουμε μόνο, πως το φινάλε της ρητά κατακτημένης μάθησης δεν υποδηλώνει την απαρχή της εγκαθίδρυσης μιας νέας δυναστείας και ενός άλλου άθιχτου καθεστώτος εκπαίδευσης, απόλυτα βασισμένο στην επιβεβαιωμένη "νέα γνώση".
Βαθμολογία 7/10