Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

Twelve Monkeys


Σκηνοθεσία: Terry Gilliam
Παραγωγής: USA / 1995
Διάρκεια: 129'

Το Twelve Monkeys χαρακτηρίστηκε άμεσα και άκοπα ως έργο της διάνοιας και της μεγαλοφυΐας στην Αμερική. Ωστόσο, στην πραγματικότητα ο Terry Gilliam δεν κάνει κάτι διαφορετικό από αυτά που μας είχε συνηθίσει. Ή μάλλον κάνει. Αποφασίζει να αφήσει τη στενή κάμαρα του δημιουργού και να δώσει στις εμμονές και στους χρόνιους προβληματισμούς του έναν πιο μαζικό χαρακτήρα. Κάτι που διαφαίνεται τόσο στην επιλογή του cast(Bruce Willis, Brad Pitt), όσο και από την ξεδίπλωση της δραματουργίας που εν μέρει ακολουθεί (και) τις mainstream επιταγές. Ωστόσο, ο αλλόκοτος αυτός σκηνοθέτης δεν εγκαταλείπει τον στοχαστικό του ειρμό, τον οποίο και έχει τελειοποιήσει ήδη στα προηγούμενα του έργα(Brazil, The Fisher King, The Meaning of Life κλπ). Όμως η ακεραιότητα του έργου απειλείται από τις εμφανείς προσπάθειες του να γίνει μαζικά κατανοητό.


Στο βάθος της φιλμοκατασκευαστικής πορείας του, ο Terry Gilliam, και όχι άδικα, έχει αποκτήσει τον χαρακτηρισμό του σκηνοθέτη του φανταστικού. Και αυτό όχι διότι κινηματογραφεί φανταστικές ιστορίες, όπως ας πούμε ο Peter Jackson, αλλά επειδή το σινεμά του από καταβολής εξισώνει τον φανταστικό και τον ονειρικό με τον πραγματικό χώρο. Για την ακρίβεια τα επίθετα φανταστικός, ονειρικός, πραγματικός δεν νοούνται στο σινεμά του Gilliam. Ο χώρος δε γνωρίζει διαχωριστικά σε αυτό. Ό,τι υπήρξε, σε οποιαδήποτε σφαίρα, παρίσταται εντός του ενός και μοναδικού χώρου. Κάπως ανάλογα νοείται και η διάσταση του χρόνου σε αυτό το ιδιότυπο σινεμά. Που εναντιώνεται στην επινοημένη γραμμικότητα αυτού, μια γραμμικότητα που αποτελεί προϊόν του Δυτικού πολιτισμού. Ο Gilliam είναι σαν να μας λέει πως το καθετί ζει στη στιγμή. Και πεθαίνει σε αυτή. Και είναι αυτό το κλάσμα του δευτερολέπτου το οποίο ανασταίνει ότι υπήρξε, και το εκχωρεί στο άχρονο πηγάδι της αιωνιότητας. Παρόν, παρελθόν και μέλλον γίνονται ένα συνονθύλευμα. Όχι αλληλοδιαδοχής. Αλλά ένα τέλειο κράμα που παράγεται από μια ισοβαρή μείξη. Στο Twelve Monkeys, παρ' ότι ο χρόνος τοποθετείται στην καρδιά της δραματουργίας, αντιμετωπίζεται κάπως πιο "μαλακά". Στα προαναφερθέντα πλαίσια της επιδίωξης για μαζική κατανόηση.

Εδώ, ο ήρωας Bruce Willis είναι το αντίθετο του μέσου ανθρώπου. Μέσος άνθρωπος: ζει στο παρόν-έχει ζήσει στο παρελθόν-ζει για το μέλλον. Ο ήρωας μας έχει ζήσει στο μέλλον-επιθυμεί το παρόν-και το παρελθόν ποτέ δε θα το πιάσει(όπως ο μέσος άνθρωπος ποτέ δε θα πιάσει το μέλλον, αν σκεφτούμε το μέλλον ως κάτι που προηγείται). Απ' το μέλλον που έρχεται ο Willis ένα είναι το δεδομένο. Ο αφανισμός του πλανήτη. Επιστρέφει, για να αλλάξει τροχιά στα γεγονότα της ιστορίας. Όμως, πως μπορεί να επιτύχει μόνος; Και είναι μόνος. Διότι η ιδιομορφία, και η αποκλίνουσα προσωπικότητά του μπαίνει στο μάτι των κοινών ανθρώπων και κυρίως της επιστήμης που αμέσως εναντιώνεται. Βγαίνοντας απ' τον οφθαλμό τους, έχει αποκτήσει την ταμπέλα του παρανοϊκού. Μια αμφισβήτηση και μια περιθωριοποίηση, που σταδιακά ποτίζει και τη δική του κρίση.


Ο Gilliam σε αυτή την ταινία θα εναντιωθεί όσο ποτέ άλλοτε στην επιστήμη. Άλλωστε, σε πεσιμιστικό φουτουριστικό κλίμα προμηνεύει την καταστροφή της ανθρωπότητας. Η οποία ορίζεται ως de facto σημείο του μέλλοντος, ενοχοποιώντας ουσιαστικά την επιστήμη για την ανεξέλεγκτη και αυνανιστική τροχιά που έχει επιλέξει. Όμως τα πυρρά δεν εκτοξεύονται μόνο πάνω στη λειτουργική της επιστήμης, αλλά και στην ίδια της τη Φύση. Η οποία είναι και ο σημαντικότερος εχθρός του κεντρικού ήρωα. Επιστήμη: ο μαθηματικός που τετραγώνισε τον κύκλο. Και στρίμωξε εντός του τετραγώνου μυριάδες περιοριστικές και στείρες γνώσεις. Η γνώση στην επιστήμη είναι απόλυτη. Εξού και το περιοριστικό της. Όμως, πως νοείται γνώση που λειτουργεί αποκλειστικά προς ένα οποιοδήποτε έτερο πεδίο ή σημείο; Αποκλειστικά και ως προς τον ίδιο της τον εαυτό; Ένα τέτοιο σύμπαν γνώσης μοιάζει με οχυρό, καθόλου προοδευτικό και εξ' ολοκλήρου στάσιμο. Ένα στενό κελί. Άλλωστε ο Gilliam ως καλλιτέχνης, αλλά και στοχαστής, έρχεται σε ευθεία ρήξη με αυτή την περιοριστική επιστήμη. Η οποία λειτουργεί αφοριστικά ως προς τις αποκλίνουσες συμπεριφορές, κολλώντας διάφορες "χολεριασμένες" ταμπέλες σε όσους τολμούν να "παρανομούν" αυτής. Η επιστήμη αρνείται να στοχαστεί πάνω στο πεδίο της. Και προτάσσει στείρα πορίσματα ως απόλυτες αλήθειες, εκμεταλλευόμενη την αυθαίρετα δοσμένη εξουσία. Αν όμως δε δώσουμε ευκαιρία στο κάτι, να είναι κάτι άλλο, πως θα προχωρήσουμε στο χωροχρόνο;


Αν δούμε το χρόνο έξω απ' το χρόνο. Το χώρο έξω απ' το χώρο. Το αδύνατο έξω απ' το δυνατό. Θα 'χουμέ κιόλας κάνει ένα βήμα πίσω. Πίσω, ναι πίσω. Πηγαίνοντας μακρύτερα κοιτάς πλατύτερα τον κόσμο.
Βαθμολογία 7,5/10

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Braindead



Σκηνοθεσία: Peter Jackson
Παραγωγής: New Zealand / 1992

Διάρκεια: 99'


Κατ' αρχάς σημειώσατε: Η ταινία απευθύνεται στους fan του cultosplater και του gore cinema, και ας μην είναι ακριβώς τέτοιο. Και αν έχεις κάποιο (χοντρό) πρόβλημα με το είδος, καλύτερα να μη διαβάσεις τη συνέχεια, και ασφαλώς να μην εμπιστευτείς την ταινία.


Πρόκειται για μία από τις πρώτες ταινίες του Peter Jackson. Γυρισμένη στη Νέα Ζηλανδία. Παρακαλείσαι να μην την πάρεις στα σοβαρά. Δραματουργικά περιέχει όλα τα κλισέ. Ρομάντζο, αδέξιους ήρωες, ερωτικά κομφούζιο, φτηνές ανατροπές. Στην υφή της είναι το απόλυτο splatter. Χρησιμοποιώντας τα στοιχεία της απέθαντης σημειολογίας των ζόμπι. Για την ακρίβεια ένας ιός μεταδίδεται με τις κλασσικές δαγκωματιές. Ο αρχικός φορέας ανήκει στο απίθανο εύρημα -καλά πόσα ναρκωτικά μπορεί να πάρει κανείς- μιας ποντικομαϊμούς.


Όλη η ταινία γυρίζεται σε ένα λουτρό αίματος. Τα πλατό ένα μαζικό σφαγείο. Που όμως η απροκάλυπτη και αλόγιστη χρήση αυτής της -φως φανάρι- μη ρεαλιστικής βίας, καθιστά το αίμα μάλλον το γαργαλητό που προκαλεί το άφθονο γέλιο μας. Δια της σπιντάτης αισθητικής του. Και το Braindead έναν καινοτόμο που εισάγει με την καλή έννοια, την κακή την έχουμε χωνέψει, το ιδιότυπο είδος της κωμωδίας τρόμου.

Τι να πει κανείς για τη φαντασία του Peter Jackson. Εισάγει στο φιλμάκι του ότι έχουμε δει, και ότι δεν έχουμε δει στο cult είδος. Από bruce lee παππάδες, χασαποδιαμελισμούς, έντερα που κυνηγούν, σφαγή με την κουρευτική μηχανή του γκαζόν, διαμελισμός στο μπλέντερ κλπ. Και αν μπορούμε να εντοπίσουμε μια σκηνοθετική επιτυχία σε όλα αυτά, είναι ο τρόπος που απομυθοποιούνται τα τόσο κραυγαλέα γελοιοποιητικά τεχνάσματα. Και το πως αυτά αποδίδουν, σε έναν ξεσαλωτικό εσωτερικό ρυθμό, που απεξαρτοποιείται των νοητικών και των ηθικών παρεκτροπών, και υφίσταται μόνο αισθητικά, ως ένα διασκεδαστικό(επουδενί δε θα το χαρακτηρίζαμε έργο Τέχνης ή ψυχαγωγίας) και οπτικά γεμάτο gore film. Και μιλάμε για μια ταινία που έχει ήδη τοποθετηθεί στην ελεγειακή Βίβλο των fan του είδους!


Ωστόσο, αν ανήκεις σε αυτούς που επιζητούν απεγνωσμένα μια σοβαρή οπτική-νύξη σε αυτό το film, τότε οφείλεις να κοιτάξεις στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Τον τρόπο που ορίζεται η σχέση μητέρα και γιου. Την δραματουργική θέση που ενέχει το σατανικό μωρό. Αλλά και να κοιτάξεις στην ευφυέστατη σκηνή του φινάλε. Όπου ο γιος, ουσιαστικά, ξαναγεννιέται μέσα απ' τα σπλάχνα της μάνας του. Μια γέννηση, που αυτή τη φορά σημαίνει το θάνατο της μητέρας, και ταυτόσημα την καθολική απεξάρτηση από τα μητρικά συμπλέγματα.
Βαθμολογία 7/10

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2009

The Dreamers



Σκηνοθεσία: Bernardo Bertolucci
Παραγωγής: France / UK / Italy / 2003

Διάρκεια: 115'

Στη σινεμάνα της Γαλλίας αυτό το ποιητικό δράμα. Φόντο ο Μάης του 68. Η Γαλλική ταινιοθήκη, κατάνοικτη για το κοινό και με χιλιάδες επιλογές, είναι πόλος έλξης για τα ανήσυχα νιάτα της εφηβείας. Εκεί 3 φοιτητές γίνονται μια παρέα, ένα σώμα. Πρόκειται για τα Γαλλικής υπηκοότητας αδέρφια Isabelle και Theo(Eva Green, Louis Garrel αντιστοίχως), που αυτοαποκαλούνται σιαμαία. Και για τον Αμερικάνο Matthew(Michael Pitt). Διαφορετικές εθνικότητες, διαφορετικές κουλτούρες. Οι Γάλλοι είναι γόνοι μιας προοδευτικής-φιλελεύθερης οικογένειας. Οι κηδεμόνες αποσύρονται σε ταξίδι αναψυχής. Το σπίτι, με κατάνοικτες αγκάλες, παραδίνεται στα χέρια των νεαρών. Ακολουθεί ένας ξέφρενος διαλεκτικός πανζουρλισμός, που τσουγκρίζει, ενώνει και συνουσιάζει -πάντα γόνιμη η συνουσία- τις διαφορετικές κουλτούρες.


Έξω μυρίζει Μάης. Οι δρόμοι ανάστατοι. Τα επαναστατικά ιδεώδη καλοσμιλεμένα στο μυαλό των αντιφρονούντων, καθοδηγούν την εξέγερση. Μέσα στο σπίτι, το ερμητικά κλεισμένο σπίτι που μοιάζει με μονωμένο όνειρο, οι 3 νεαροί πραγματοποιούν την δική τους ατομική επανάσταση. Επιδιδόμενοι σε μια αντισυμβατική ερωτική απελευθέρωση. Καταρρίπτοντας όλα τα κοινωνικά ταμπού περί επιτρεπτού και απαγορευμένου. Ο Bertolucci μας λέει πως η επανάσταση προϋποθέτει πνευματική ανάταση. Και για τις δύο επαναστάσεις σπέρμα αποτελούν οι ταινίες του Goddard, του Bresson, του Chaplin, του Keaton, του Hawks και πολλών άλλων, οι οποίοι μπλέκονται ειδυλλιακά στην αφήγηση του Ιταλού σκηνοθέτη, με μια λιγωτική χροιά σινεφιλικής εξομολόγησης.

Ο Bertolucci θα εστιάσει στην παρέα των τριών. Για αυτό κατηγορήθηκε ότι παραλείπει τα ιστορικά γεγονότα. Τι αναίτια κατηγορία; Όντας μέσα σ' ένα σπίτι μπορείς να μιλήσεις για το χρώμα των τοίχων, για τα έπιπλα. Άντε μέχρι και για τη διακόσμηση του. Αν θες όμως να δεις την "αλήθεια" του, οφείλεις να βγεις έξω από αυτό, και έπειτα ανέβεις στο υψηλότερο σημείο. Μέχρι την καμινάδα. Να εισπνεύσεις από κει όλον τον αέρα του, ρουφώντας έτσι όλο το είναι, και έπειτα να εκπνεύσεις το μόρφωμα της "αλήθειας" σε στάχτη, καπνό, φωτιά και αέρα. Και το "The Dreamers" έχει πολλά από αυτά!


Όπως προείπαμε ο Bertolucci εστιάζει στην τριμελή παρέα. Κοιτάει με κάποιο αχνό φίλτρο αυτολογοκριμένης αποφόρτισης τις ερωτικές περιπτύξεις των πρωταγωνιστών, και εμβαθύνει στις σχέσεις τους, στην κουλτούρα τους. Διόδιο οι πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις για την ιστορία του κινηματογράφου, αλλά και της μουσικής. Και η αφήγηση είναι πλημυρισμένη από αυτοαναφορικότητα στο ίδιο το σινεμά. Χωρίς αυτές τις αναφορές, ίσως το κινηματογράφημα του Bertolucci να έμοιαζε γυμνό, και κάπως άτολμο. Όμως οι σινεφιλικές παρενθέσεις είναι ικανές να σκορπίσουν το ρίγος και την συναισθηματική εκσπερμάτωση στο μυημένο κοινό. Απ' τη σχέση των τριών, ξεχωρίζουμε την επιμόρφωση του Αμερικάνου από τη Γαλλική κουλτούρα του Theo και της Isabelle. Έτσι ο Matthew θα απελευθερωθεί συντόμως από την ενοχλητική, Αμερικάνικης προέλευσης, πουριτανική τυπολατρία του. Όμως είναι ο ευφυής Matthew που θα ξεσκεπάσει τον κρυφό πουριτανισμό που εδρεύει στα αυτοκόλλητα αδέρφια.

Η επανάσταση προϋποθέτει πνευματική ανάταση. Και ο Bertolucci αμφισβητεί με διακριτικότητα την ουσιαστικότητα και την αξία των συλλογικών επαναστάσεων. Καθώς προβληματίζεται κατά πόσον οι συλλογικές ομάδες μπορούν να επιμορφωθούν πνευματικά. Η πνευματική ανάταση προϋποθέτει βίωμα. Εξερεύνηση. Ανοιχτούς ορίζοντες. Μη δεσμευμένη σκέψη. Η πνευματική ανάταση προϋποθέτει ανοιχτά μάτια και διαφορετικά βλέμματα εντός των εξωτερικών συμβάντων. Ούτως ώστε να επιτελεστεί η εσωτερική διαπλάτυνση. Πόσο είναι αυτό εφικτό στις συλλογικές εξεγέρσεις; Σε αυτές η προσωπικότητα επεισέρχεται σε μηχανισμούς ατομικής απαλοιφής. Η κίνηση του δεν είναι ελεύθερη. Ακολουθεί καταναγκαστικά τη ροή του όχλου. Τα μάτια είναι κλειστά. Περιορισμένα να θωρούν υπό ένα μονοσήμαντο πρίσμα. Αυτό της ορισμένης μονομέρειας που επιτάσσουν οι σαφώς ορισμένες ιδέες και τα φρονήματα της συλλογικότητας. Η οποία καταλήγει να υπηρετεί, υπό τις λειτουργικές αρχές του κοπαδιού, την ατομικότητα της εκάστοτε καθοδηγήτριας ηγεσίας. Και έτσι τα άτομα, ως άβουλα όντα ενταγμένα στην ασφάλεια ενός άλλου κοπαδιού, είναι τα εκτελεστικά όργανα σαφώς καθορισμένων σκοπιμοτήτων. Δίχως διαλεκτικότητα. Και κυρίως, δίχως δυνατότητα κριτικής σκέψης. Χαρακτηριστική η σκηνή όπου ο αγανακτησμένος Theo ζητάει στον Matthew να παύσει την κριτική του.


Το "The Dreamers" είναι μια από τις σημαντικές ταινίες της δεκαετίας. Ένα ποιητικό άσμα πάνω στη φύση του ίδιου του σινεμά. Ένας ύμνος για την επανάσταση. Και μια αχνή φωνή αμφισβήτησης πάνω στη μηχανική εφαρμογή της. Ο Bertolucci μετριάζει βέβαια με αυτοσυγκράτηση το ανατρεπτικό σενάριο του Gilbert Adair. Κάνει μια ανθρώπινα πολιτική ταινία. Αφήνοντας σαφείς υπαινιγμούς, μέσω της φύσης της οικογενείας, και για τον οικονομικό φιλελευθερισμό που ακολούθησε εκείνης της εποχής. Δίνοντας μας ταυτόχρονα μερικές άρτια κομψοτεχνημένες σκηνές. Όπως αυτή του φινάλε. Με τον αποφυλακισμό του ονείρου απ' το εσωτερικό αδιέξοδο που έχει περιέλθει. Καθώς ο κόσμος του έξω, θρυμματίζει βίαια το πηχτό νεφέλωμα που έχει σχηματιστεί γύρω από αυτό. Επιζητώντας πιεστικά την απόδραση.
Βαθμολογία 8/10

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009

Belle de jour


Σκηνοθεσία: Luis Buñuel
Παραγωγής: France / Italy / 1967

Διάρκεια: 101'


Δύο χρόνια μετά τον Polanski και το αριστουργηματικό Repulsion, ο μεγάλος σουρεαλιστής Luis Bunuel θα "κλέψει" την Catherine Deneuve -η οποία μάλλον δίπλα σε αυτούς τους μεγάλους σκηνοθέτες μας έδωσε τις σημαντικότερες ερμηνείες της καριέρας της- αλλά και τη θεματολογία εν μέρει, και θα ποιήσει άλλη μια σπουδαία ταινία της 7ης Τέχνης, το Belle de jour. Κινούμενος στα αφοριστικά και ανατρεπτικά λογοτεχνικά μονοπάτια του Μαρκήσιου Ντε Σαντ.

Σ' ένα έργο του σουρεαλισμού, το εξωπραγματικό διέπει ολόκληρη τη φιλμογραφία του Bunuel, δε νομίζω πως έχει νόημα κάποια προσπάθεια χαρτογράφησης των ορίων του πραγματικού, του φανταστικού, του συνειρμικού ή του υποσυνειδήτου. Άλλωστε πολλάκις ο κινηματογράφος έχει χαρακτηριστεί ως η Τέχνη του ονείρου. Έτσι και το παρόν κείμενο θα απαλλαχτεί από την ανιαρή προσπάθεια της χαρτογράφησης, και θα επιδοθεί στο ακολούθημα της τροχιάς -ή στην επινόηση μιας άλλης-, με αφορμή το πρωτογενή κινηματογραφικό κείμενο.


Προσωπικά, στο Belle de jour διακρίνω ως πρωτογενή στοιχεία το τρίπτυχο Ενοχές-Τύψεις-Εξιλέωση. Το οποίο αναφέρεται και αυτολεξεί κατά τη διάρκεια της ταινίας. Και πάνω στο προαναφερθέν τρίπτυχο θα πατήσουμε στοχαστικά στη συνέχεια της συγγραφικής αποδόμησης-αποκρυπτογράφησης.

Chapter 1: Ενοχές-Τύψεις. Οι τύψεις και οι ενοχές είναι το αντάλλαγμα που φορτώνεται ένα υποκείμενο για μια πράξη του που δε συμβαδίζει με την πρέπουσα συμπεριφορά. Η πρέπουσα συμπεριφορά καθορίζεται από την κοινωνική επιθυμητότητα και την αστική συμβατικότητα. Η Cathrine Deneuve υποδύεται μια ενάρετη σύζυγο. Η αρετή κατά τον έγγαμο βίο(αλλά και έξω αυτού), σημασιοδοτημένη απ' το χριστιανικό πολιτισμό, μεταφράζεται ως κραυγαλέος σεξουαλικός συντηρητισμός. Η Deneuve συμβαδίζει με τα κοινωνικά πρότυπα. Όμως τα ένστικτα της, την εξωθούν σ' έναν πολυγαμικό και φιλήδονο βίο. Άραγε, ποια είναι η στρεβλωτική δύναμη πάνω της; Τα ένστικτα, δηλαδή η Φύση της, που τσαλακώνει την μεταξωτή υφή της κοινωνικής επιθυμητότητας; Ή οι αστικές συμβάσεις που στραγγαλίζουν τα ένστικτα για την εκπλήρωση μιας κατασκευασμένης αρετής;

Ο Bunuel, ασφαλώς, απαντάει καταφατικά στο τελευταίο ερώτημα. Αφού πρωτίστως έχει υποδείξει το προφανή. Δηλαδή την ετερότητα του σαρκικού έρωτα σε σχέση με την συναισθηματική ολοκλήρωση. Αυτό θα το παρατηρήσουμε και στην περσόνα που υποδύεται η πρωταγωνίστρια με μια τρομακτική εσωτερική ερμηνεία. Ο πολυγαμικός βίος της Deneuve δεν επιφέρει ρωγμές στο γάμο της. Αντιθέτως, η ίδια απαλλάσσεται απ' τις προγενέστερες νευρώσεις της, που ταλαιπωρούσαν την έγγαμη συνύπαρξη. Απελευθερωμένη απ' τις εξωτερικές δυνάμεις των αστικών συμβάσεων που περιόριζαν το εσωτερικό της, οδηγείται εξελικτικά στην πλέον τρυφερή-στωική-εγκάρδια σύντροφο. Ίσως διότι η συμπεριφορική μας απελευθέρωση βασίζεται στην εσωτερική μας απεξάρτηση και απογαλάκτωση. Στην προσέγγιση της ουτοπίας. Της πνευματικής ελευθερίας. Το τελευταίο δεσμό αποτελούν οι τύψεις.


Chapter 2: Εξιλέωση. Όπως προείπαμε η έλευση των τύψεων βρίσκεται σε στενή επαφή με την απόκλιση από την "πρέπουσα" συμπεριφορά. Στον Δυτικό πολιτισμό, που αναπνέει κάτω απ' την χριστιανική θρησκευτική κουλτούρα, η εξάλειψη των τύψεων αναφέρεται σε μια ιστορία επιστροφής. Η μετάνοια του ένοχου -ή αμαρτωλού- συνιστάται στην παραδοχή του σφάλματος απόκλισης από την πλευρά του ενόχου, και την επανεπιστροφή εντός του ορισμένου κύκλου της αποδεκτής συμπεριφοράς. Ο ευφυής Luis Buñuel επιτίθεται ειρωνικά και δεικτικά σε αυτή την πρόταση. Η μετάνοια δεν αποτελεί εισιτήριο εξιλέωσης. Για τον Bunuel μάλλον αποτελεί το χρονικό μιας ισόβιας εσωτερικής καταπίεσης. Στο Belle de Jour η εξιλέωση προκύπτει απ' τον κατασπαραγμό των τύψεων. Απ' τη λαίμαργη βουλιμία των τύψεων. Συγκεκριμένα, η εξιλέωση προκύπτει από την διάπραξη του πλέον κατακριτέου, για τους κύκλους της κοινωνικής επιθυμητότητας και των αστικών συμβάσεων, ατοπήματος. Αυτού του ατοπήματος που θα σπάσει, που θα κατασπαράξει το φωτοστέφανο της πρέπουσας συμπεριφοράς. Τόσο που ο άνθρωπος θα μπορεί να λειτουργεί απελυθερωμένος από τους εξωτερικούς παράγοντες. Στην ειλικρινή τροχιά της Φύση του. Εξιλέωση σημαίνει "αμαρτάνω" μέχρις ώτου να απαλλαχθώ, πρωτίστως εσωτερικά, απ' το σώμα της πρέπουσας κοινωνικής σύμβασης.

Η Ωραία της Ημέρας αποτελεί μια απ' τις πιο ευκολονόητες, όσον αφορά τη φόρμα τους, ταινίες του Bunuel. Στο γνώριμο ειρωνικό, ψυχρό και αποστασιοποιημένο ύφος του δημιουργού. Που εδώ οφείλουμε να του πιστώσουμε και την ανάσταση ενός πρόχειρου πρωτογενούς υλικού. Και αναφέρομαι στο βιβλίο του Joseph Kessel, το οποίο αποτελεί και την πηγή του σεναρίου.
Βαθμολογία 9,5/10

Gallipoli



Σκηνοθεσία: Peter Weir
Παραγωγής: Australia / 1981

Διάρκεια: 110'


Ιστορίες πολέμου. Σάρκες ανοιγμένες. Όνειρα στραγγαλισμένα. Σε δύο μέτωπα. Εις τη δευτέρα. Οι άγγελοι του θανάτου δουλεύουν υπερωρίες. Ανταλλαγή πυρών. Καλλιεργημένου μίσους. Όλα ένα εκκωφαντικό πέπλο φρικαλεότητας, που αδειάζει τον παρατηρητή. Τον θεατή. Θεατής = ο μη μετέχων. Η αισχρότητα του πολέμου βουίζει στα αυτιά μου. Εκκωφαντικά. Ένας ήχος ανυπέρβλητος. Τόσο που μου συμβαίνει, όσα μένουν εκτός του κάδρου θανάτου, ανεξαρτήτως στρατοπέδων, να εξισώνονται στο γινόμενο του μηδενός. Οι πολιτικές σκοπιμότητες, οι πολεμικές επιχειρήσεις, η ατομική συμμετοχή, τα κυβερνητικά συμφέροντα, και ότι άλλο παραμετρικό, είναι πράγματα κενά. Άδεια από σημασία και νόημα. Τι έχει σημασία μπρος στην αναίτια -ποια θα μπορούσε να είναι συζητήσιμη αιτία;- σφαγή ανθρώπων; Μπρος στην πολυβολική παύση ζωών;


Δυο πολύ ταλαντούχοι σπρίντερ συναντιόνται σε ένα δρομικό αγώνα στην Αυστραλία. Μια γερή φιλία (προ)διαγράφεται. Ο ένας, ο μικρός(Mark Lee), έχει συνδέσει των ηρωισμό με την υπηρέτηση της πατρίδας. Την λούτσα με τη βούρτσα δηλαδή. Ο άλλος(Mel Gibson), είναι ένας τυχοδιώκτης. Ωστόσο θα ακολουθήσει τον φρέσκο φίλο του, όταν θα διαπιστώσει πως η στρατιωτική θητεία χαίρει άκρας κοινωνικής αποδοχής και θαυμασμού. Και οι δύο κατατάσσονται στον Αυστραλιανό στρατό, και μεταφέρονται στην πόλη της Gallipoli, όπου οι Αυστραλοί πολεμούν στο πλευρό των Άγγλων, στα πλαίσια του Ά Παγκοσμίου πολέμου. Εκεί θα βρεθούν αντιμέτωποι με το πραγματικό πρόσωπο του πολέμου.


Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον όμως στην ταινία του Peter Weir υπάρχει σε μια άτυπη σύγκριση με την Χολυγουντιανή πολεμική ταινία. Τόσο ως προς την κινηματογράφηση, όσο και ως προς την σεναριακή αφήγηση. Και υπάρχουν πολλές "λεπτές" διαφορές, παρά το γεγονός ότι το Gallipoli αποτελεί μάλλον την ταινία που επισφράγισε την άδεια εργασίας του μεγάλου Αυστραλού σκηνοθέτη στην Αμερική. Σεναριακά ο Weir θα αποφύγει τις φανφάρες. Ακολουθεί σε απόσταση αναπνοής τους ήρωες του. Και έτσι τα πάθη τους: η πολιτική αδαημοσύνη, η στρατολαγνεία, ο εθνικός φανατισμός, η "μελό" φιλία αλλά και η περιπέτεια ποτίζουν το κινηματογραφικό πανί (σχεδόν) δίχως ίχνος κριτικής. Όμοια και κινηματογραφικά. Ο μεγάλος Αυστραλός σκηνοθέτης, αξιοποιώντας και το εύπορο φυσικό σκηνικό της Αυστραλίας, επιδίδεται σε μια εντυπωσιακή κινηματογράφηση. Με τρομερή επιμέλεια της φωτογραφίας. Ο φακός ποιεί τους τόπους της ερήμου, ή των πολεμικών εχθροπραξιών, ή της φιλικής συνεύρεσης με τέτοια καλλιέπεια που γίνονται τόποι γεωγραφικής αναψυχής αλλά και βαθύτερης εσωτερικής ανησυχίας για τον θεατή. Σε κάρδα ανάλογα της μοναδικής ικανότητας του μεγάλου Αυστραλού κινηματογραφιστή. Μέχρι εδώ, θα έλεγε κανείς πως το Gallipoli δεν διαφέρει σημαντικά από την κλασσική Χολιγουντιανή ταινία πολέμου. Όμως το σαφώς μονοσήμαντο φινάλε, τόσο σεναριακά όσο και κινηματογραφικά, έρχεται να διαψεύσει την προηγούμενη πρόταση, αλλά και να δώσει στον προγενέστερο φιλμικό χρόνο το χρήσμα μιας βαθιάς ειρωνείας στη ματαιότητα, τη φρικαλεότητα, αλλά και το αποτρόπαιο του πολέμου. Συγκεκριμένα οι καταληκτήριες μάχες παρουσιάζονται με τόνους καπνού και σκόνης. Δημιουργώντας μια αποπνικτική ατμόσφαιρα, που αφαιρεί την αποτύπωση και στερεί στον ηδονοβλεψία το σύνηθες υπερθέαμα των πολεμικών σκηνών. Από την άλλη, σεναριακά ο Peter Weir βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Θα ορίσει τους στρατιώτες ως τα πειραματόζωα στις "δοκιμές" των πυρηνικών, και μη, όπλων. Η αξία της ζωής παραδομένη εξ' ολοκλήρου στα ιμπεριαλιστικά καπρίτσια της εκάστοτε κυβέρνησης. Απαράμιλλη υπακοή σε εντολές θανάτου. Οι στρατιώτες τα πιόνια σε μια σκακιέρα αίματος. Στρατιώτης θα πει, η ζωή σου να βρίσκεται στην αδίστακτη εξουσία των άλλων. Των τυφλωμένων άλλων, από τα όποια φιλόδοξα σχέδια τους. Γιατί δεν υπηρετείς κάποιο έθνος. Πώς άλλωστε; Υπηρετείς μια φρικαλεότητα τυλιγμένη σε μια κάποια σημαία. Και δεν υπάρχει επιστροφή.


Και πλέον το καθαρό φινάλε του Αυστραλού σκηνοθέτη σημασιοδοτεί και την προγενέστερη δραματουργία. Την εμφυτευμένη τρομοκρατία. Αυτή για την οποία ένας στρατιώτης μάχεται. Την αδαημοσύνη που συντηρείται με ντόπες εθνικότροπου φανατισμού. Την υψηλή υπόληψη που προσδίδεται τεχνηέντως στη στρατιωτική υπηρεσία. Τόσο που όλοι οι κοινωνικοί θεσμοί να σ' εξωθούν σε έναν ιμπεριαλιστικό παραλογισμό. Τα κοινωνικά στερεότυπα και η αποδοχή των άλλων, των τυφλών άλλων, που θολώνουν την κρίση και την αντίληψη πάνω στην πολεμική φρικωδία. Ο πόλεμος, πέραν του προφανούς μισανθρωπισμού του, ως οικονομικό εμπόριο. Οπλοβιομηχανίες οι οικονομικοί πυλώνες της εκάστοτε εποχής. Δάχτυλα στη σκανδάλη. Οι καταναλωτές εμείς. Εμείς και τα προϊόντα. Νεκρά σώματα.
Βαθμολογία 8,5/10

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

The Limits of Control



Σκηνοθεσία: Jim Jarmusch
Παραγωγής: USA / Japan / 2009
Διάρκεια: 116'


Ένα έργο απευθύνεται πρωτίστως στις αισθήσεις σου. Η εικόνα, οι ήχοι, η κίνηση γίνονται σύντομα μια ατμόσφαιρα καπνού. Και εσύ, ο θεατής, γυμνός μες στην αιθάλη της δημιουργίας. Ένα νεφέλωμα. Το κέντρο του εσύ. Ποιος ο λόγος να ξεδιαλύνεις τον καπνό; Η εισπνοή του είναι αισθητηριακή. Και η μέθεξη παρομοίως εντσικτώδης. Ο Μικελάντζελο Αντονιόνι, σε ανάλογα πλαίσια έλεγε: "Το σημαντικό δεν είναι να καταλάβει κανείς μια ταινία, αλλά να τη δει σαν εμπειρία. Αυτή η εμπειρία, η συγκίνηση, είναι εντελώς προσωπική για κάθε θεατή. Εγώ δεν καταλαβαίνω τις ταινίες μου, ούτε καν το επιχειρώ. Δε μ' ενδιαφέρει να καταλάβω. Πρέπει πρώτα να καταλάβεις μια ταινία με τις αισθήσεις σου και μετά έρχεται η διανόηση ή η ηθική".


Ο Jim Jarmusch, χρόνια τώρα, έχει αποδείξει πως είναι ένας μάστορας στην ατμοσφαιρική αφήγηση. Οι εικόνες του είναι φαινομενικά ανόητες(άνευ νοήματος). Υπηρετούν μια σφαίρα αλλοτινή, όπου τα νοήματα και οι σημασίες δεν ασφυκτιούν σε κανόνες και νόρμες. Το σινεμά του Jarmusch αποτελεί εξ' ορισμού μια υπερβατική εμπειρία. Άλλωστε, σε αυτό περί νορμών και κανόνων, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τον Jarmusch ως ένα εκ των "ιδρυτικών στελεχών" του ανεξάρτητου κινηματογράφου. Ο οποίος, σε πρώτη τουλάχιστον μορφή, γεννήθηκε ως ένα σπέρμα δραπέτευσης από τις συμβατικές επιλογές και τα κλισέ που υπηρετεί/ούσε με θρησκευτική ευλάβεια το Αμερικάνικο σινεμά των μεγάλο studio. Και εδώ, το "The Limits of Control" αποτελεί μια μεταφορά σε αλλόκοσμες διαστάσεις. Τόσο η αυστηρώς επιμελημένη πλανοθεσία (έχει εξασκηθεί τόσο ο σκηνοθέτης στο ύφος), όσο η εκθαμβωτική φωτογραφία του Christopher Doyle, αλλά και η ευρηματική μουσική του Boris αποτελούν το εισιτήριο για αυτό το δίωρο ταξίδι μας. Άλλωστε στο ιδιότυπο σινεμά του Jarmusch το στήσιμο των κάδρων, η φωτογραφία, και η μουσική συνεισφέρουν ισοποσώς στο χτίσιμο της ατμόσφαιρας, και οφείλουν να βρίσκονται σε τρομακτική αρμονία.


Το σενάριο του Jarmusch είναι αφαιρετικό. Ίσως πιο αφαιρετικό από ποτέ. Μια σελίδα κειμένου που επαναλαμβάνεται με αχνές παραλλαγές. Μέσα στις λίγες σειρές τίποτα δεν είναι βέβαιο. Πέραν του γοητευτικού και γνώριμου ύφους ματαίωσης του δημιουργού -όπου ακούμε επαναλαμβανόμενα την ακόλουθη προσταγή: "Όποιος περνάει τον εαυτό του για σπουδαίο, ας πάει στο νεκροταφείο. Μια χούφτα χώμα. Να δει τι είναι η ζωή."- τίποτα άλλο δεν καθίσταται ακριβές. Τα πάντα τοποθετούνται στο πιο αφηρημένο επίπεδο, επιτρέποντας πολυάριθμες -για την ακρίβεια αμφίδρομες- αποκωδικοποιήσεις, σύμφωνα πάντα με την προαίρεση και την ποιότητα του εκάστοτε αποκωδικοποιητή-αναγνώστη.

Παρά τους γενναιόδωρους υπαινιγμούς, φαντάζει ακατόρθωτο να αποσαφηνίσουμε αν η ιστορία εξελίσσεται στον πραγματικό κόσμο, στο φανταστικό ή στο υποσυνείδητο του πρωταγωνιστή. Ο οποίος με άκρα μυστικότητα ακολουθεί βήμα βήμα την πορεία μιας μάλλον προσωπικής αποστολής. Την οποία καλείται να φέρει εις πέρας. Ωστόσο, οφείλω να σας ενημερώσω πώς η συνέχεια του κειμένου εκκινεί απ' την παραδοχή πως η ιστορία λαμβάνει χώρο στη σφαίρα του υποσυνειδήτου.

Στόχοι, σχέδια, ιδεολογίες οι κατευθυντήριοι μοχλοί του ανθρώπου. Οι προορισμοί μας συρρικνώνουν. Γιατί η κατάκτηση ενός και συγκεκριμένου περιορισμού-τόπου μας φυλακίζει στο πεπερασμένο και μας απομακρύνει από το άτοπο του απείρου. Ο πρωταγωνιστής μένει διαρκώς σιωπηλός. Απέναντι του παθιασμένοι ομιλητές μονολογούν για την Τέχνη, τη μουσική, την επιστήμη κ.λ.π. Η σιωπή του πρωταγωνιστή δεν εκφράζει κάποια ανικανότητα. Η στάση και το βλέμμα του είναι συλλογής. Και συνειδητοποιημένης άρνησης να χαρακώσει την "ανοιχτή" αλήθεια σε περιορισμένων δυνατοτήτων πέτρινες λέξεις. Άλλωστε οι λέξεις είναι αυτό που καταστρέφει την διαίσθηση. Το τελευταίο οχυρό, ο τελευταίος κρίκος στην αλυσίδα της ελευθερίας του πρωταγωνιστή, φέρεται να είναι το ψυχοσωματικό μένος του για τον καπιταλισμό και τον άψυχο κόσμο των πολυεθνικών. Έτσι, θα τρυπώσει εντός του γραφείου ενός άρχοντα του καιρού, εκπρόσωπο του καπιταλιστικού συστήματος, για να τον δολοφονήσει. Όλα εξελίσσονται στη φαντασία. Ακόμα και αν η επαλήθευση είναι πραγματική. Ο ήρωας δε δολοφονεί από εκδίκηση. Αλλά για να εξασφαλίσει την απόλυτη ελευθερία του. Την χειραφέτηση από το τελευταίο κάστρο της ιδεολογικής του προσήλωσης-συρρίκνωσης. Η αποστολή του έχει έρθει σε πέρας. Δεν είναι αποστολή θανάτου. Είναι η προσωπική αποστολή απελευθέρωσης.


Και ο λευκός πίνακας, το εμβληματικό αυτό στοιχείο του φινάλε, είναι μάλλον το αντικείμενο που περιγράφει καλύτερα απ' οτιδήποτε άλλο την ταινία. Ένας πίνακας λευκός. Λευκό, αλέρωτο. Τα πάντα βρίσκονται εκεί. Το τίποτα ανταμώνει το πάντα. Το άπειρο, αχαροτγράφητο. Βουβό. Ένα σχήμα αζωγράφιστο. Και όμως τόσα χρώματα εκεί. Το λευκό πανί καθρέφτης. Που πάνω του κουρσεύει το άπειρο. Λες και γεννιέται από μέσα του η ζωή. Ό,τι υπήρξε, ό,τι θα υπάρξει και ό,τι θα γεννηθεί. Και ερχόμαστε εμείς, σαν παλιάτσοι, να το μειώσουμε. Να το συρρικνώσουμε. Να το στριμώξουμε στο πεπερασμένο τετράγωνο του Λόγου μας, της λογικής μας, και της ιδιοσύστασής μας. Να το ταλαιπωρήσουμε με ιδεολογίες, σκέψεις. Που υπάρχουν. Υπάρχουν και χωρίς να εκφραστούν. Άπαξ και χωροθετήθηκαν-γεννήθηκαν στο κουφάρι μιας ύπαρξης, απλά υπάρχουν. Είναι και αυτά στοιχεία του λευκού. Στο λευκό που κείτεται, και το δικό μας αναστάσιμο βλέμμα το βαπτίζει. Αυτός είναι ο ρόλος μας. Ο ρόλος του πρωταγωνιστή. Εραστής του απείρου, κάπως αδέξιος. Να εκλιπαρεί απ' το αυτόφωτο του λευκού, του πάντα και του τίποτα, τις σταγόνες που θα υπερχειλίσουν τη θάλασσα της ύπαρξης του. Και έτσι, ίσως μεγαλώσει, ίσως μεγαλώσουμε... Αλλά πως να μεγαλώσεις; Η ζωή μια χούφτα χώμα δεν είναι;

Κατά τη γνώμη μου, το "The Limits of Control" είναι μια απ' τις σημαντικότατες ταινίες του σκηνοθέτη. Και θα περιμένει, και αυτή, τον χρόνο να της δώσει αυτό που αξίζει...
Βαθμολογία 8,5/10

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

The Four Feathers


Σκηνοθεσία: Zoltan Korda
Παραγωγής: England / 1939
Διάρκεια: 115'

Το The Four Feathers είναι από εκείνες τις ταινίες που σε μαγεύουν με το μέγεθος της παραγωγής τους. Γεννημένη στο 1939, μια από τις (οπτικά) πλουσιότερες πολεμικές ταινίες της περιόδου. Με εκθαμβωτικά ανοικτά πλάνα. Εντυπωσιακές -το επίθετο είναι λίγο- σκηνές μάχης. Και ένα τεχνικολόρ, που φτύνει το χρώμα στις πιο έντονες απολαύσεις του. Ο Zoltan Korda διαχειρίζεται αποτελεσματικά, ως προς την κινηματογράφηση, το εύρος της παραγωγής του. Με αποτέλεσμα μια σημαντική ταινία της πρώτης εποχής του ομιλούντος κινηματογράφου.

Στην ιστορία τώρα, που δε διεκδικεί δάφνες ποιότητας, έχουμε το εξής: Ο νεαρός Harry Faversham(John Clements) λιποτακτεί, τρομοκρατημένος από τις ιστορίες εθνικού φανατισμού των ηλικιακά μεγαλυτέρων. Η πράξη του όμως αυτή τον καθιστά έκπτωτο στην καρδιά της αγαπημένης του συζύγου. Και για να την ξανακερδίσει, μεταμφιεσμένος ως Άραβας, ενσωματώνεται στα στρατεύματα της χώρας του(Αγγλία) που βρίσκονται στην μακρινή Αίγυπτο. Όπου και επιδίδεται σε ηρωικά κατορθώματα αυτοθυσίας.


Περιεχομενολογικά η ταινία συντηρεί το political correct. Τονίζοντας και στηρίζοντας τα εθνικότροπα φρονήματα. Συνταυτίζοντας και ορίζοντας ως κλίμακα μέτρησης της (ατομικής) γενναιότητας τον βαθμό υπακοής και υπηρέτησης της πατρίδας. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε και άλλα τέτοια περιστατικά φανατισμού στο επίπεδο του περιεχομένου. Ωστόσο δεν θα το πράξω, γιατί φοβούμαι πως θα αδικήσω ένα κατά τ' άλλα σημαντικό κινηματογράφημα.

Τι όμως κάνει το The Four Feathers ένα σημαντικό κινηματογράφημα; Πέραν των στοιχείων που ανέφερα στην αρχή σε επίπεδο παραγωγής, η ταινία του Zoltan Korda περιέχει (τουλάχιστον) μία σεκάνς αριστουργηματικής ανθολογίας. Και αναφέρομαι στην σχεδόν εναρκτήρια σεκάνς, όπου ο πρωταγωνιστής Harry Faversham, στην ηλικία των δέκα, βρίσκεται σ' ένα επίσημο οικογενειακό τραπέζι, κατακλυζόμενος από ιστορίες και (κυρίως) πνεύμα εθνικού φανατισμού. Αποχωρεί εμφανώς αμήχανα, για να σταθεί έντρομος και τρεμάμενος, σαν τη φλόγα στο κερί που κρατάει, απέναντι από φιγούρες δοξασμένες για τα υπερτιμημένα και τα ιστορικά αμφισβητούμενα ηρωικά κατορθώματα τους. Ο Harry Faversham, στα χρόνια της ενηλικίωσης, κουβαλάει αυτή τη σκηνή, όπως και ο θεατής, σε θέση τραύματος. Που υπαγορεύει και την υποτιθέμενη δειλία του.


Ενώ ακόμα υπάρχει και ένας εκπληκτικός διάλογος. Με την June Duprez στο ρόλο της Ethne να λέει:"Κάποιοι γεννιούνται ελεύθεροι και κάνουν ό,τι θέλουν. Εμείς δε γεννηθήκαμε ελεύθεροι. Γεννηθήκαμε σε μια παράδοση. Πρέπει να υπακούμε σ' έναν κώδικα ακόμα και αν δεν τον πιστεύουμε. Η περηφάνια και η ευτυχία εξαρτάται από την υπακοή μας". Δηλώνοντας έτσι επακριβώς τα αυθύπαρκτα δεσμά του ατόμου με τους κοινωνικούς θεσμούς. Μπορεί ο πρωταγωνιστής, για χάρη της mainstream δραματουργίας της ταινίας, να επιλέγει την οδό του συμβιβασμού και της υπακοής, αλλά από μόνος του ο λόγος παραδοχής της June Duprez εμπεριέχει το έναυσμα για προβληματισμό σχετικά με την φύση της φαινομενικής ελευθερίας μας. Και ίσως ένα έναυσμα, ελπίζω, για το κάψιμο των προϋπαρχόντων και επινοημένων δεσμών που διακρατούν την ανελευθερία μας. Ενώ στα ίδια πλαίσια, λίγο νωρίτερα έχουμε ακούσει το ποιητικό: "Οι αναμνήσεις είναι καλύτερες γιατί δεν έχουν αβεβαιότητα. Κινούνται ανάλαφρα χωρίς να τις επισκιάζει τίποτα". Επιβεβαιώνοντας και φωτογραφίζοντας έτσι τις αδυναμίες των ανθρώπινων όντων, ως κοινωνικά όντα. Που έχουν χαραμίσει την υπαρκτή ζωή στη σκλαβιά μιας ετεροπροσδιόριστης και ετεροκατασκευασμένης πραγματικότητας, και που ανασάνουν μόνο δια των ονείρων, των φαντασιών, και των μνημών που πλάθονται κατά παραγγελία του ιδιοκτήτη.

Αν θες να ζήσεις να ονειρεύεσαι. Και αν θες να ονειρεύεσαι, να ζεις όπως τα όνειρα σου...
Βαθμολογία 7/10

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

Blood Simple


Σκηνοθεσία: Joel Coen-Ethan Coen
Παραγωγής: USA / 1984

Διάρκεια: 99'


Το "Μόνον Αίμα" είναι η ταινία σύστασης των θρυλικών αδερφών Coen. Μια χαμηλού budget παραγωγή, που φέρει την ατμοσφαιρική σφραγίδα των δημιουργών. Οι οποίοι αποδεικνύουν πως είναι το μεράκι, η ικανότητα, και όχι το χρήμα που κάνει μια ταινία μεγάλη. Όλοι οι ηθοποιοί είναι β' διαλογής. Με προϋπηρεσία που εξαντλείται στα τηλεοπτικά. Ενώ εδώ θα δούμε και το ντεμπούτο της Frances McDormand, της κυρίας που έμελλε να ανελιχθεί ως μία από τις σημαντικότερες Αμερικάνες ερμηνεύτριες της εποχής της, αλλά και χρόνια συνεργάτης των αδερφών Coen.


Ας πούμε δυο ενδεικτικά λόγια για την υπόθεση. Απατημένος σύζυγος προσλαμβάνει ντετέκτιβ για να δολοφονήσει γυναίκα και εραστή. Ο εραστής μάλιστα αποτελεί ταυτόχρονα και συνεργάτη του απατημένου. Μόνο που ο "βρώμικος" και εύθικτος ντετέκτιβ έχει άλλη άποψη. Αποφασίζει, για κακή του τύχη, να χειριστεί το θέμα δολοφονία διαφορετικά. Και εν τέλει, τόσο αυτός, όσο και οι υπόλοιποι ήρωες αποτελούν τα ιδανικά πιόνια στη σκακιέρα των Coen, που περιγράφουν μια αέναη παρτίδα ανθρώπινης βλακείας.


Ο όρος "ανθρωποκεντρικό σινεμά", αποτελεί πλέον έναν από τους πιο συνήθεις χαρακτηρισμούς στα εκάστοτε δοκιμιακά και κριτικά κείμενα που αφορούν τον κινηματογράφο. Αντιθέτως, δεν υπάρχει ο όρος "αντικειμενοκεντρικό σινεμά", -και αν υπάρχει είναι αδόκιμος- όμως δε μπορώ να φανταστώ κάποια έκφραση που να συνοψίζει καλύτερα το ιδιότυπο αυτό σινεμά των Coen. Έχοντας μια πρωτοποριακή αντίληψη του αναλυτικού ντεκουπάζ, που εδραιώθηκε στα πρώτα μεγάλα Αμερικάνικα φιλμ(Howard Hawks, Frank Capra, William Whyler κλπ), ποιούν μοναδικά κάδρα που ολοκληρώνονται αισθητικά και εγκεφαλικά από την σημασία του περιβάλλοντα υλικού κόσμου. Τα αντικείμενα πάντοτε ενέχουν αξιοπρόσεκτη λειτουργικότητα στη δραματουργία. Και οι γωνίες λήψης της κινηματογραφικής μηχανής βρίσκονται πάντα σε ενοιολογική συσχέτιση με τα υλικά αντικείμενα. Ενώ και η ατμοσφαιρική χρηστικότητα της ύλης είναι περισσότερο από αξιοπρόσεκτη στο αισθητικό κομμάτι. Υπερβαίνοντας χαρακτηριστικά τη συμβατική σημασιολογία της, αποκτώντας τα "παράδοξα" χρώματα της συμβολικά μαύρης δραματουργίας, της οποίας αποτελεί οργανικό κομμάτι. Ενώ και ο παράγοντας άνθρωπος στο σινεμά των Coen, συνηθίζεται να αντιμετωπίζεται ως μια δυσδιάστατη "υλική" φιγούρα. Που τεμαχίζεται από το ντεκουπάζ σύμφωνα με τις εκάστοτε αντικειμενικές ανάγκες του σεναρίου. Τέλος, στο διανοητικό κομμάτι, έχει πολλάκις αναφερθεί πως το ανθρώπινο στοιχείο στο σινεμά των Coen αντιμετωπίζεται συμβολικά ως το αντικείμενο της ανθρώπινης βλακείας. Ποιος λοιπόν είναι καταλληλότερος χαρακτηρισμός για το σινεμά τους, από αυτόν του αντικειμενοκεντρικού;


Το Blood Simple είναι μια πολύ σημαντική ταινία στη φιλμογραφία των σπιρτόζων αδερφών. Χρονικά συμπίπτει με την άνθιση του Αμερικάνικου σινεμά. Ενώ θεματικά αποτελεί έναν προθάλαμο ξενάγησης στις εμμονές των δημιουργών. Το ανθρώπινο λάθος και η ομόκεντρη επιπολαιότητα βρίσκονται στο επίκεντρο της δραματουργίας. Η αισθητική μπολιάζεται από το δαιδαλώδες είδος του νουάρ και από την ατμοσφαιρικότητα της ταινίας θρίλερ. Ενώ και οι ήρωες, αυτές οι ξεθωριασμένες φιγούρες, ερμηνευτικά και παρουσιαστικά ανασταίνουν με μεταμοντέρνο τρόπο τα είδωλα μιας ξεπερασμένης εποχής. Αν μπορεί κάτι να θεωρηθεί ξεπερασμένο εντός του χρόνου.
Βαθμολογία 9/10

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

District 9


Σκηνοθεσία: Neill Blomkamp
Παραγωγής: USA / New Zealand / 2009

Διάρκεια: 112'


Διαστημόπλοιο, λόγω τεχνικών προβλημάτων, καθηλώνεται πάνω από τον ουρανό του Γιοχάνεσμπουργκ. Εξωγήινοι-μετανάστες(this is the clue), δίχως επιθετική συμπεριφορά, τοποθετούνται από τις κυβερνούσες αρχές σε μια απομονωμένη και περιφρουρημένη περιοχή της πόλης, το λεγόμενο District 9. Ζώντας σε εξαθλιωτικές συνθήκες. Μόνο που έπειτα από 20 χρόνια παρουσίας, οι ίδιες κυβερνήσεις θα αποφασίσουν μια "ανακατάταξη" και μεταφορά στο Distrinct 10. Το project ανήκει στο MNU(σας θυμίζει ΟΗΕ;) και όλα βαίνουν καλώς μέχρι ο άξεστος και αποκρουστικός (λέγε με δημοσιογράφο) Wikus Van De Merwe(ο ανερχόμενος Sharlto Copley) να έρθει σε επαφή μ' ένα εξωγήινο υγρό.


Πρωτού ασχοληθούμε με το "τι" λέει αυτό το μυστήριο District 9, ας αναφέρουμε το "πως". Κατ' αρχάς, όπως διαφαίνεται(βλέπε και Moon), διανύουμε μια χρονιά που το sci fi genre βρίσκει το καλό πρόσωπό του. Εδώ, όσο και αν ακούγεται παράταιρο με την εξωγήινη θεματολογία, ακολουθείται μια ντοκυμαντεριστική γραφή. Το πρώτο μέρος της ταινίας κινηματογραφείται με κάμερες που προσομοιώνουν την αισθητική τηλεοπτικού ρεπορτάζ. Υπηρετώντας πιστά τον ρεαλισμό(!). Του θέματος! Ο νέος Νοτιοαφρικάνος σκηνοθέτης Neill Blomkamp αφηγείται με ταχύτατο μοντάζ, κάμερα στο χέρι και πολύ πάθος την ιστορία του. Έχει το support -αλλά και την επιρροή- ενός έμπειρου στο χώρο, και των ίδιων χνώτων, του Peter Jackson. Και έτσι κάνει μια ωμή και σοκαριστική ταινία. Έστω και αν αποσπασματικά υποκύπτει στον υπέρμετρο σκόπελο των εφέ. Άλλωστε το σενάριο το δικαιολογεί.


Ας πάμε τώρα στο "τι". To District 9 είναι μια ταινία σπουδή στην ξενοφοβία και στον ρατσισμό. Άνευ χρώματος. Μια διεισδυτική (πολιτική) ματιά ενοχοποίησης, των κυβερνώντων μηχανισμών. Και όχι μόνο των κυβερνώντων. Ο Neill Blomkamp θα καυτηριάσει (και) τους γηγενείς Αφρικανούς, ως παγιδευμένους στις εντόπιες δεισιδαιμονίες και ως διψασμένους για εξουσία-κυριαρχία. Δίψα ως καθρέφτης της βιωμένης καταπίεσης, προκάτοχοι της νυν εξαθλιωτικής θέσης των εξωγήινων-γαρίδων. Η μεγαλύτερη κριτική όμως ασκείται στα κυβερνώντα γρανάζια. Πολυεθνικές, διψασμένες για το κέρδος. Η βιομηχανία των όπλων αποτελεί το χρυσό δόντι στη μασέλα τους. Στη μασέλα που κατασπαράζει και ξεσκίζει τα πάντα με μόνο γνώμονα την επιχρύσωσή της. Το κέρδος, το χρήμα, ως Θεός της κοινωνίας. Ανθρωπιστικές οργανώσεις, επιστήμονες, ακτιβιστές, στρατόκαυλοι, ως περιφερόμενα κωλοτρυπίδια. Εξασκούν το δικαίωμα της -λέγε με δημοκρατία- άποψης. Απόψεις και ξανά απόψεις από την άνεση των τηλεοπτικών παραθύρων, περιχυμένες με κροκοδείλια δάκρυα, ή τον ύστατο κόπο μιας φανατισμένης ιαχής. Ο πολύς κόσμος, ο μέσος κόσμος, στολίζει το σκηνικό με την απουσία του. (Ξανά)λέγε με δημοκρατία! Που σημαίνει μεταθέτω με πληρεξούσιο τις ευθύνες μου σε τρίτους, και με την ανοχή μου, αποδοχή μου, και κυρίως αποχή μου ευεργετώ το κυβερνητικό σώμα.


Αν το καλοσκεφτούμε, το Distrinct 9, παρά το φαινομενικό της εξωγήινης θεματολογίας του, αποτελεί μια ακριβή μικρογραφία του σήμερα! Άντε, ίσως και του κοντινού μέλλοντος! Και είναι παραπάνω από αποθαρρυντικό να χρειαζόμαστε μια σημειολογία του εξωπραγματικού για να αναλογιστούμε και να προβληματιστούμε πάνω στην απτή, στην ρεαλιστική πλευρά του κόσμου μας. Γιατί κάτι τέτοιο δηλώνει ότι η επαναλαμβανόμενη έκθεση μας στην φύση αυτού του αλλόκοτου κόσμου, δια των μηχανισμών της συνηθισιοποίησης, έχει επιβάλει το θόλωμα της όρασης και της κρίσης μας. Και αυτή η συνήθεια που επιφέρει το θόλωμα, επιφέρει με τη σειρά της αποδοχή. Και η χρόνια αποδοχή, τελικά επιφέρει πίστη. Ο σταυρός μας σε αυτόν τον άνισο κόσμο. Και αυτή η πίστη λοιπόν, ευθύνεται για την ανεξέλεγκτη τροχιά αλλοφροσύνης . Δίχως φρένα, και δίχως πλευρικά όρια! Βουβοί παρατηρητές, και μοχλεύματα ώθησης μιας μανιώδους παραφροσύνης.

Για να κλείσουμε, το District 9 θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα αριστούργημα. Αρκεί να μην έριχνε που και που το βλέμμα στο ταμείο, και να μπορούσε να αποσπαστεί από τους αντίστοιχους συμβιβασμούς. Βλέπε (τραβηγμένους) δραματικούς συναισθηματισμούς. Και την αχρείαστη(;) προαναγγελία -και συνεπώς δραματουργική δέσμευση- ενός sequel.
Βαθμολογία 8/10

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Un prophète


Σκηνοθεσία: Jacques Audiard
Παραγωγής: France / Italy /2009

Διάρκεια: 155'


Αγράμματος, αδέξιος, αδύναμος, άγαρμπος, απένταρος (και άλλα στερητικά α) Γαλλοάραβας καταδικάζεται σε εξαετή φυλάκιση για συμπλοκή με αστυνομικό όργανο. Αποτελεί πρόσφορο έδαφος για τους Κορσικανούς, την ηγετική ομάδα της φυλακής. Καθώς γίνεται εύκολα το παιδί για τα "θελήματα", εκτελώντας επικίνδυνες αποστολές για χάρη τους, με αντάλλαγμα λίγα ψίχουλα πολύτιμης προστασίας. Μέσα από τις αποστολές όμως εκπαιδεύεται, εξελίσσεται σε μέγα εγκληματία, αποβάλλοντας τα στερητικά α της αρχικής πρότασης. Έχοντας γυμνάσει κατάλληλα πλέον τα πόδια του για τον στίβο της κοινωνίας.


Παρατηρώντας τα προφανή, θα λέγαμε πως το "Un prophète" είναι μια ταινία επίκρισης του σωφρονιστικού συστήματος. Καταγγέλλοντας τις δυσλειτουργίες του και το είδος του "εκπαιδευτικού έργου" που παρέχει στους φυλακισμένους. Θα βλέπαμε ακόμα, τον χώρο της φυλακής ως ένα σταυροδρόμι εμπράγματης πολυπολιτισμικότητας. Και εμμέσως σαν καθρέφτη του σύγχρονου γίγνεσθαι. Και συνεπώς θα θεωρούσαμε την κοινωνία ως μια αρένα φυλετικής πάλης. Όμως πέρα από τα προφανή, που έχουν χιλιογραφτεί δεξιά και αριστερά, το Un Prophete είναι πολλά περισσότερα! Ωστόσο, πριν όλων αυτών θα ήθελα να μιλήσω για την εκπληκτική κινηματογράφηση του Jacques Audiard.

Ο Jacques Audiard λοιπόν, για να μιλήσουμε απλά, δεν κολλάει πουθενά! Φτιάχνει μια ταινία αδιαμφισβήτητου ρεαλισμού. Για την ακρίβεια έχει απογειώσει τον ρεαλισμό σε απάτητα ύψη, χωρίς όμως αυτό να τον δεσμεύει καλλιτεχνικά και ως προς το ύφος του. Κάτι που είναι ευδιόρατο με τις παρενθετικές προσθέσεις λυρικών στοιχείων του εξωπραγματικού. Σαν μικρές παύσεις, και απογυμνωτικές σονάτες, για το στάλαγμα στον ψυχισμό του πρωταγωνιστή του. Άλλη μια επιτυχία μπορούμε να καταλογίσουμε και στο ερμηνευτικό κομμάτι, όπου ο Audiard αποσπάει αξιοπρόσεκτες ερμηνείες, με αποκορύφωμα αυτή του ερασιτέχνη πρωταγωνιστή Tahar Rahim. Ανάλογος είναι και ο τρόπος χρήσης του ήχου. Ο ήχος άλλωστε, αποτελεί μάλλον το εντατικότερο προσδιοριστικό στοιχείο του ύφους της αφήγησης και της δραματουργίας. Ηχητικά λοιπόν, εκεί που κυριολεκτικά "χορεύουμε" στο ρυθμό των αναπνοών, των βημάτων, των χειρονομιών και των λοιπών σύγχρονων ήχων, ο μεγάλος Γάλλος σκηνοθέτης δε διστάζει να παρεμβάλει μέχρι και rap ρυθμούς μουσικής υπόκρουσης. Συνοπτικά, ο Audiard δε φοβάται ούτε το υλικό του, ούτε το σενάριο του, ούτε την αφήγηση του. Αποκαλύπτοντας έναν δημιουργό σίγουρο για την "ποιότητα" της Τέχνης του. Και αυτό είναι ό,τι πιο ενθαρρυντικό!


Φυλάκιση: η παραπομπή, ή καλύτερα η αποβολή ενός ή περισσοτέρων μελών από την ενεργή κοινωνία, με σκοπό την προετοιμασία για την επανένταξη τους. Στην
"εκπαίδευση" λοιπόν που δέχεται ο πρωταγωνιστής Malik, στο διάστημα της εξαετούς φυλάκισής του, δεν πρέπει να μας ξενίζει η ποιότητα του σωφρονιστικού συστήματος που τον μετατρέπει σε στυγερό εγκληματία. Ούτε ο τρόπος λειτουργίας της φυλακής οφείλει να μας ξενίζει ιδιαιτέρως. Θεωρητικά είναι επιτυχημένος. Καθώς ο πρωτύτερα αμούστακος, ανίσχυρος και αγαθός Malik, και γένια έβγαλε και ισχύ απέκτησε και την επιζήμια αγαθότητα(βλακεία) απέβαλλε. Και όντως προετοιμάστηκε, και εντάσσεται με όλες της εγγυήσεις "υγείας" στο κοινωνικό σώμα. Αυτό λοιπόν που πρέπει να μας ξενίζει είναι η ίδια η κοινωνία και τα στοιχεία εκείνα που μας κάνουν αποδεκτούς και χρηστούς εντός αυτής!


Πολλοί έχουν παρομοιάσει τον κόσμο των καλλιτεχνών σαν έναν νέο και αυτόνομο κόσμο. Σαν το δικό τους χωράφι, περιφραγμένο με διακριτά συρματοπλέγματα, που εκεί μέσα σπέρνουν και θερίζουν τις ανησυχίες τους. Αυτό γίνεται πιο εύκολα αντιληπτό στο σινεμά, ειδικά όταν η δραματουργία εξαντλείται (σχεδόν) ολοκληρωτικά σ' έναν και μόνο χώρο-τόπο. Ο τόπος αυτός στην ταινία του Audiard είναι η φυλακή. Και παρεμπιπτόντως, με μια λεπτομερή σκιαγράφηση και μια ενδελεχή μελέτη εντός των γραναζιών που την απαρτίζουν, ο Γάλλος σκηνοθέτης καταφέρνει να βγάλει από την ναφθαλίνη το κορεσμένο genre του prison drama. Ο ρεαλισμός στο απόγειο. Με τον φιλμικό χρόνο να ισορροπεί μεταξύ της εσωτερικοποίησης του πρωταγωνιστή, των εξωτερικών συμβάντων(πολλές φορές δάνεια της γκανγκστερικής ταινίας), αλλά και της άμεσης παρακολούθησης της ζωής εντός της φυλακής.


Όπως ευφυέστατα διατυπώνει ο Jacques Audiard η φυλακή είναι μια άλλη κοινωνία. Ή καλύτερα είναι η Κοινωνία. Απαλλαγμένη από τους ορισμένους και περιοριστικούς νόμους. Τα αίτια και τα αιτιατά καθορίζονται από τη δύναμη του ισχυρού. Τον νόμο του ισχυρού. Μια ανελέητη πάλη. Ο αλληλοσπαραγμός, η εκμετάλλευση και το παιχνίδι κυριαρχίας και επιβολής ίσως τα μόνα ταυτοτικά στοιχεία του DNA μας. Άκρως ενταγμένα στην εγκεφαλική διαδικασία. Συνώνυμα του πνευματικού επιπέδου της ανθρώπινης φυλής. Της μίας υπάρχουσας ανθρώπινης φυλής. Άλλωστε η νομοθεσία, οι τυπικοί και οι άτυποι κανόνες της "έξω" κοινωνίας δεν είναι παρά τα χαλινάρια που ρυθμίζουν επακριβώς τη συμπεριφορά μας. Στερώντας τον άνθρωπο απ' την ίδια του τη Φύση. Και αποτρέποντας την αυτογνωσία. Και συνεπώς την εξέλιξη. Πρωτίστως την πνευματική και έπειτα τη σαρκική.

Ερώτημα για έμπειρους λύτες: Ποια είναι η προφητεία;
Βαθμολογία 9/10

Zift


Σκηνοθεσία: Javor Gardev
Παραγωγής: Bulgaria / 2008
Διάρκεια: 92'

Zift που στη Βουλγαρική "αργκό" σημαίνει σκατά. Στην πιο επίσημη, σημαίνει πίσσα. Και ο Javor Gardev με μια λέξη έχει βρει το περιγραφικό του Κομουνιστικού καθεστώτος. Ή μάλλον του υπαρκτού σοσιαλισμού στη γείτονα χώρα. Ασκώντας μια εξόφθαλμη κριτική. Όχι τόσο στο καθεστώς, αλλά κυρίως στον (απλό) άνθρωπο εντός του καθεστώτος. Κοιτώντας τον αναπόσπαστα ως μια εικόνα θανάτου. Ο Ντεκάρτ έλεγε, "σκέφτομαι άρα υπάρχω". Η παραπάνω ρήση βρίσκει τρισμέγιστα εμπόδια κατά την κυριαρχία των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Η ανθρώπινη σκέψη είναι μάλλον απαγορευμένη, ή καλύτερα παραλυμένη, υπακούοντας στο ρόλο του ακολούθου της μόνης και δεσμευμένης τροχιάς που επιβάλλει το εκάστοτε ολοκληρωτικό καθεστώς. Η παράλυση της σκέψης, οδηγεί (κατά Ντεκάρτ) στην παράλυση της ύπαρξης. Και συνεπώς στον θάνατο-αφανισμό(ως συνώνυμο της μη-ύπαρξης). Αδιαμφισβήτητα στον πνευματικό θάνατο. Σ' ένα τέτοιο τοπίο ανθρωπιστικής και πνευματικής παρακμής τοποθετεί ο πρωτάρης Javor Gardev την ταινία του.


Ο πρωταγωνιστής, μια μυώδης καραφλή αποθήκη τατουάζ, καταδικάζεται απ' το κομμουνιστικό καθεστώς για έναν φόνο και μια ληστεία που δεν έχει διαπράξει. Όταν θα αποφυλακιστεί, και αφ' ότου ο "υγιής σωφρονισμός" του 'χει διδάξει την "αρετή" της εκδίκησης, είναι αποφασισμένος για αυτή. Μόνο που θα βρεθεί ξανά σ' ένα άλλο κελί. Με τους απαγωγείς του να διατίθονται να τον βασανίσουν μέχρι θανάτου για την εξαγωγή πληροφοριών, και των κλοπιμαίων, της προαναφερθείσας ληστείας. Ο μυώδης πρωταγωνιστής βαδίζει αντίστροφα προς τον θάνατο, ο οποίος ταυτίζεται με το χρονικό σημείο της αποκάλυψη της (προσωπικής) αλήθειας. Και λίγο πριν του θανάτου, θα μπλεχτεί στα δίχτυα της sexy πρώην συζύγου του, που πλέον ενέχει το ρόλο της femme fatale σε αυτό το ατμοσφαιρικό νεο-νουάρ.


Ο νέος απολαυστικός Woody Allen στο Whatever Works μας πληροφορεί με τη συνηθισμένη ευθύτητα της αφήγησης του, πως ο Χριστιανισμός, ο Κομμουνισμός, ο Βουδισμός κλπ κλπ κλπ, είναι πολύ καλές και πολύ όμορφες ιδέες. Όμως όλες αντιμετωπίζουν ένα θεμελιώδες πρόβλημα στη βάση τους. Ότι προϋποθέτουν πως η "φύση" του ανθρώπου είναι καλή, συμπονετική, συνανθρωπιστική κλπ κλπ. Και αυτό τις καθιστά ουτοπικές και ανεμικές κατά τον Woody Allen. Επί της ουσίας, πάνω σε αυτή την προβληματική ανθρώπινη "φύση" φιλοσοφεί και ο Javor Gardev. Έχοντας το οπλοστάσιο γεμάτο με το πάθος του πρωτάρη, μια μεταμοντέρνα κινηματογραφική αισθητική, αλλά και το ομώνυμο βιβλίο του Vladislav Todorov. Για την ακρίβεια ο Βούλγαρος σκηνοθέτης θα παρομοιάσει τον άνθρωπο με την ακρίδα(ή το αλογάκι της Παναγίας). Κατά τη διάρκεια της ερωτικής συνεύρεσης η "δυνατότερη" ακρίδα αποκεφαλίζει την άλλη. Και με εφαλτήριο αυτό το παράδειγμα, τη σκοτεινή ασπρόμαυρη φωτογραφία του Emil Hristov, αλλά και το έντονο στιλιζάρισμα θα αντιμετωπίσουμε τη μιασματική και αλληλοκτόνα ανθρώπινη φύση.


Ωστόσο μιλήσαμε πολύ για το περιεχόμενο. Το Zift είναι μια ταινία που εντυπωσίασε απροσδόκητα. Αδίκως, όχι για αυτά που λέει, αλλά για τη φόρμα του. Και αυτό διότι το έντονο μεταμοντέρνο στιλιζάρισμα του Javor Gardev, σε συνδυασμό με το συνταίριασμα του με παρελθόντα κινηματογραφικά ρεύματα, αποτελούν μια ασυνήθιστη πρωτοτυπία. Οντολογικά η νουάρ αφήγηση καθοδηγεί τη δραματουργία. Αισθητικά κυριαρχεί η Βαλκάνια κινηματογράφηση των 70ς, εμπλουτισμένη με Αμερικάνικα στιλιστικά δάνεια(όπως το γραφιστικό του Sin City ή τους ταχείς ρυθμούς αφήγησης). Βέβαια το Zift συχνά πυκνά τοποθετεί το περιεχόμενο του σε δεύτερη μοίρα, παραδομένο στην φορμαλιστική αυταρέσκεια του. Ίσως για κάποιους το έντονο στιλιζάρισμα αποτελεί αιτία απώθησης. Ίσως για κάποιους άλλους λόγο λατρείας. Όπως και να 'χει το Zift μας ξάφνιασε ευχάριστα.
Βαθμολογία 7/10

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2009

Goodbye, Mr. Chips


Σκηνοθεσία: Sam Wood
Παραγωγής: USA / 1939
Διάρκεια: 114'

Η δουλειά ενός βιογράφου είναι να μπορεί να αποδώσει ισόποση αξία στη ζωή ενός "Πρόεδρου Προέδρων" με αυτή ενός κοινού ανθρώπου. Όχι, η ταινία δεν είναι βιογραφία. Ο Mr. Chips του τίτλου προέρχεται από το χώρο της μυθοπλασίας. Δηλαδή του φανταστικού. Αλλά είναι η φαντασία άυλη; Όχι, είναι σάρκινη. Απ' τη στιγμή που υποσταίνει εντός της κεφαλής ενός ή περισσοτέρων ανθρώπων. Και έτσι και ο κύριος Chips είναι σάρκινος, ενταγμένος στη χρόνια ιστορία της Τέχνης να εμπραγματώνει τη φαντασία. Και έτσι οι σεναριογράφοι(R.C. Sherriff, Claudine West, Eric Maschwitz, James Hilton(σε αυτόν ανήκει το βιβλίο)), αλλά και ο σκηνοθέτης Sam Wood καλούνται να αποδώσουν την πρέπουσα αξία στη φανταστική -που πλέον γίνεται υπαρκτή- ζωή του κύριου Chips.


Όπως διαφαίνεται και παραπάνω, στα 114 λεπτά αυτού του δράματος θα ασχοληθούμε με τη ζωή του κύριου Chips(Robert Donat). Ενός δασκάλου σε σχολείο αρρένων. Που καλείται να αντιμετωπίσει την υπέρμετρη ντροπαλότητα και εσωστρέφεια του απέναντι από τα "ζιζάνια" στα οποία διδάσκει. Ο φιλμικός χρόνος εκκινεί από τη στιγμή της πρόσληψης του στο σχολείο, και εξελίσσεται ως το πέρας της ζωής του. Στο αναμεταξύ υπάρχουν εκατομμύρια στιγμές και γεγονότα. Αυτά που ορίζουν και χρωματίζουν την ύπαρξη μας. Μέσα σ' αυτά θα διακρίνουμε την παραμυθένια σχέση του Mr. Chips με την όμορφη σύζυγο του(Greer Garson). Το ακλόνητο δέσιμο του καθηγητή με τα παιδιά, και το πάθος του για διδασκαλία. Την, σύμφωνη με τα όνειρα του, διάφορη από τα σχέδια του, επαγγελματική ανέλιξη. Αλλά και μια μάλλον αχρείαστη αναφορά στον Παγκόσμιο Πόλεμο, που εντάσσεται κυρίως στον ενθουσιασμό του δημιουργού να μιλήσει για όλα, ή αντιστρόφως στην ατολμία να εστιάσει εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό του Chips ανεπηρέαστος από το εξωτερικό.


Το "Goodbye, Mr. Chips" είναι πρωτίστως ένα heartbreaking δράμα! Που επιδεικνύει αξιοπρόσεκτη ωριμότητα για την ηλικία του -η καλύτερα για την ηλικία του κοινού του- στην γενναία αφηγηματικά διαχείριση της απώλειας. Ενώ εντάσσεται με ευκολία στις μνημειώδεις ταινίες που αναφέρονται στο δίπτυχο της σχέσης καθηγητή-παιδιών. Τονίζοντας το άναρχο της διαδικασίας της διδασκαλίας. Απαλλαγμένης από την απλή μεταφορά ξύλινης και στέρεας γνώσης. Δεν υπάρχει τέτοια. Η διδασκαλία έγκειται στην εσωτερικευμένη μοιρασία του εξωτερικού βιώματος. Και συμπράττεται εντός και των δύο μερών που την απαρτίζουν... Άνευ αξιωμάτων!
Βαθμολογία 7,5/10

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2009

The Imaginarium of Doctor Parnassus


Σκηνοθεσία: Terry Gilliam
Παραγωγής: UK / Canada / France / 2009
Διάρκεια: 122'

Ένα αιωνόβιο τσίρκο γιορτάζει τον ξεπεσμό του. Σαν ξεθωριασμένο κουφάρι που σβήνει απ' τις κραυγές του χρόνου. Χωρίς την παύση της ύπαρξης. Καταδικασμένο στο ακατάπαυστο του αθανάτου. Και αν τα πάντα εξηγούνται αιτιοκρατικά, η φαινομενική τεκμηρίωση αυτής της αθάνατης ύπαρξης έγκειται στην εκπλήρωση των "πικάντικων" στοιχημάτων του Doctor Parnassus(Christopher Plummer) με τον διάβολο. Στοιχήματα που εμπλέκουν την αιώνια άβυσσο, τη μάχη μεταξύ καλού και κακού, καθώς τη θυγατέρα του Parnassus(Lily Cole) και τους φιλόδοξους εραστές της.


Ο Terry Gilliam οχυρωμένος στα προπύργια της φαντασίας, αυτής που τον χαρτογράφησε στον κινηματογραφικό Άτλαντα, εκτοξεύει πολύχρωμα παραμύθια σ' ένα μάλλον υποψιασμένο κοινό. Τα παραμύθια είναι αληθινά; Ή η αλήθεια είναι ένα παραμύθι; Όπως και να το διαβάσεις το "The Imaginarium of Doctor Parnassus" είναι ένα βύθισμα στους κόσμους της εναλλακτικής πραγματικότητας. Αυτής του ονείρου. Αυτής της αυτοσχέδιας ταξιδευτικής μηχανής που παρανομεί ασυστόλως κατά της ανέραστης γεγονοτολογικής υφής της πραγματικότητας. Του μοναδικού ανθρώπινου επινοήματος, έμφυτου και κατεκτημένου, που μεταφέρει το σάπιο του χειροπιαστού χωροχρόνου σε υποφερτές κλίμακες. Σε αθάνατες κλίμακες. Φαντασία, Τέχνη, παραμύθι, όνειρο: σαν να λέμε οι αιώνιες σταλαγματιές που αντιμάχονται τη λήθη του θανάτου. Του πραγματικού θανάτου.


Βέβαια αυτή η αιωνιότητα που θα συναντήσουμε στον Doctor Parnassus δεν οφείλεται σε κάποιον ατέρμονο χρόνο. Ούτε καν σε κάποιο άπειρο τόπο. Επίσης, σε καμία περίπτωση δεν οφείλεται στην κυριαρχία της Τέχνης, της φαντασίας και του παραμυθιού έναντι της ζωής. Τουναντίον. Η αιωνιότητα του ήρωα, αλλά και της ιστορίας, οφείλεται σε εκείνο το υπερόγκως ανυπόφορο συναίσθημα της παρακμής, παρελθούσας της ακμής. Η στιγμή της παρακμής, ή καλύτερα το στιγμιότυπο, ως αιωνόβιος οδυνηρός κόσμος. Εσωτερικός κόσμος. Και μόνη παρηγοριά θέρμανσης της εσωτερικής ψύξης η ύπαρξη κάποιου κινήτρου. Κίνητρο, όπως λέμε κινητήριο μόχλευμα κατά της δυσκαμψίας του γύψου της λήθης. Ακόμα και αν προέρχεται από την ψευδαίσθηση της φαντασίας. Στην ταινία, τα κίνητρα αυτά αποτυπώνονται εύκολα -και μάλλον άκομψα- μέσα από τα στοιχήματα του πρωταγωνιστή με τον διάβολο. Και αφού μιλήσαμε για τη νομοτελειακή χρονική αλληλοδιαδοχή ακμής και παρακμής, διαφαίνεται τραγικά ειρωνικός ο τρόπος που αυτή εφαρμόζεται στον σκηνοθέτη και καλλιτέχνη Terry Gilliam. Ίσως και ο Terry Gilliam, εν αγνοία του, ποιεί (γοητευτικές) προσωπικές ταινίες, στα πλαίσια μιας (μάταιας) μονομαχίας με τον νομοτελειακό ερχομό της προσωπικής παρακμής του.


Όπως και να διαβάσετε το "The Imaginarium of Doctor Parnassus", ο Gilliam συντηρεί τις εμμονές του, αυτές που τον ανέδειξαν, και μας χορεύει στο ταγκό της φαντασίας του. Ένα από τα πιο μεγαλόπνοα project του, παρά τις γνωστές πλέον δεισιδαιμονίες που το έπληξαν, φλερτάρει επίμονα με την αδιαφορία. Και αυτό οφείλεται στη δραματουργική αρρυθμία, στα άγαρμπα κομπιάσματα, αλλά και στην (ενίοτε) παρωχημένη σημειολογία του. Όμως, παρ' όλα τα προηγούμενα -όσο βαριά και αν ακούγονται- για τους εθισμένους στο άρωμα του μεγάλου παραμυθά, μια βουτιά στον μαγικό καθρέφτη κρίνεται άκρως απαραίτητη!
Βαθμολογία 6,5/10