Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Seul contre tous


Σκηνοθεσία: Gaspar Noé
Παραγωγής: France / 1998
Διάρκεια: 93'

Αυτή την ταινία, την πρώτη μεγάλου μήκους του σκηνοθέτη που βραβεύτηκε στις Κάννες, πάσχιζε μια τετραετία ο Gaspar Noe για να την ολοκληρώσει. Ο λόγος τα οικονομικά προβλήματα που οφείλονταν στους δισταγμούς της παραγωγής, η οποία έχοντας δει το προηγούμενο εύφλεκτο 40λεπτό "Carne" του Noe, ήταν ιδιαίτερη ανήσυχη για το περιεχόμενο της παρούσας ταινίας. Και όντως, το Seul contre tous είναι μια ταινία σοκ! Παραπάνω από σοκ!


Σε περισσότερο από πρώτο πλάνο θα δούμε την αποκρουστική ιστορία ενός χασάπη(Philipe Nahon). Ενός ανθρώπου φτυσμένου από την κωλοτρυπίδα του κόσμου στην καρδιά των κοπράνων. Τον πατέρα του τον σκότωσαν οι Ναζί. Η μητέρα του πέθανε νωρίς. Αυτός αναγκάζεται να εργάζεται από πρώιμη ηλικία. Κάνει μια κόρη μουγκή. Η σύζυγος τους εγκαταλείπει. Κάνει φυλακή. Αυτός είναι ο off χρόνος της ταινίας. Από εδώ εκκινεί η αφήγηση. Το επικίνδυνο βύθισμα στη ζωή και κυρίως στις σκέψεις του χασάπη.

Και όλος αυτός ο όχλος των γεγονότων που γράψαμε στον off χρόνο μπορεί να φαντάζει υπερβολικός και προβληματικός. Όχι! Ο Gaspar Noe μας λέει πως πρβληματικός είναι ο κόσμος στη συλλογική του μορφή, που παράγει αφειδώς τέτοια προβλήματα. Και ο χασάπης, με υπόβαθρο όλα αυτά τα γεγονότα, είναι ένας σάρκινος ήρωας. Όσο αηδιαστική-σοκαριστική-εξωπραγματική και αν μοιάζει η ιστορία του, είναι μια αληθινή και χειροπιαστή ιστορία. Η οργή αυτού του ανθρώπου και η αποκλίνουσα προσωπικότητα του, σχηματικοποιούνται από τη φύση των γεγονότων που έχει υποστεί. Και όλος αυτός ο αρνητισμός οπτικοποιείται με έναν εκκωφαντικό μονόλογο, που μοιάζει και με θεατρικό. Με ένα εκκωφαντικό voice over. Που δεν κρύβει λόγια. Και όπως υποδηλώνει ο τίτλος, εναντιώνεται καθολικά στο ξέρασμα που συνθέτει το "Δυτικό" κοινωνικό περιτύλιγμα της ζήσης μας.


Αλλά ας κάνουμε μια παρένθεση. Στο σινεμά έχουμε συνηθίσει να εξετάζουμε την κινηματογραφική φόρμα ως προς την αισθητική συρραφή των εικόνων. Όμως, μετά το βουβό κινηματογράφο, το σινεμά, εκτός από την Τέχνη της εικόνας, είναι και το σταυροδρόμι της συνάντησης των Τεχνών. Συνεπώς, και ειδικά σε αυτή την ταινία που ίσως ο λόγος ξεπερνάει την εικόνα, είναι αναγκαίο να εξετάζουμε και τις λοιπές φόρμες, και επί της προκειμένης τη "λογοτεχνική" φόρμα. Ο σεναριογράφος Gaspar Noé χρησιμοποιεί ανυπόφορα χυδαία γλώσσα. Μια γλώσσα εμπράγματης διαστροφής, που συνάδει πλήρως με τη δραματουργία της ταινίας του. Μια γλώσσα που περιγράφει έναν άνθρωπο σχισμένο απ' όλες τις τρύπες. Η εικόνα ακολουθεί. Φωτεινά χρώματα που ξεθωριάζουν στο βάθος του οπτικού πεδίου. Αστραπιαίο μοντάζ. Ανορθόδοξες γωνίες λήψης. Το αποτέλεσμα τολμηρό. Τόσο αισθητικά, όσο και δραματουργικά.

Ο Noe δεν ωραιοποιεί τον ήρωα του. Το κάθε άλλο. Δεν πιέζει καταστάσεις. Κάθε άλλο. Παρουσιάζει έναν ήρωα γεννημένο στον αντιχώρο των ηθικών, των νόμων, των καλουπιών και των ταμπέλων της κοινωνίας. Και ο αντιχώρος ενός περιβάλλοντος αποτελεί εξίσου στοιχείο του περιβάλλοντος, αφού ορίζεται με σημείο αναφοράς αυτό. Και η οργή του χασάπη δεν είναι μια αναίτια οργή. Είναι μια διαδικασία αναμόχλευσης, πασχίζοντας για την εύρεση οξυγόνου, μες στη σωρεία των επινοημένων κοπράνων που συνθέτουν τη σπονδυλική στήλη της κοινωνίας. Και είναι σκληρή η κοινωνική δήλωση του Seul contre tous, που παρουσιάζει το σύστημα(πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό) ως έναν ενδοφλέβιο ορό που χορηγείται στις αρτηρίες της ατομικής ύπαρξης. Και ανάλογα με τη συμβατότητα των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών αντισωμάτων μας, διαμορφώνεται ο έσω κόσμος μας.


Ο Gaspar Noe δε διστάζει να δηλώσει την υπάρχουσα ζωή, και κάθε υπάρχουσα ζωή, ως την τεχνητή κατασκευή της κυριαρχούσας τάξης. Και μιλώντας στο σήμερα, καθρεφτίζει την αστική τάξη. Ο Gaspar Noe δε διστάζει να απομυθοποιήσει και να καταρρίψει με τον πιο σκληρό τρόπο τις ηθικές, τους κανόνες, τις ταμπέλες και τις νόρμες. Στοιχεία που ορίζονται ως οι πυλώνες του αυθαίρετου οικοδομήματος που προαναφέραμε. Στοιχεία που ελέγχουν και περιορίζουν την ανθρώπινη νόηση στο υφιστάμενο. Και παράλληλα μας παραθέτει και ένα πλούσιο σεμινάριο ψυχολογίας. Βάζοντας στο μικροσκόπιο τον αντιήρωά του, και παρατηρώντας αιτιοκρατικά κάθε γεννημένη αντι-δράση, σκέψη, ανακουφιστικό κίνητρο, βίωμα και συναίσθημα.

Το Seul contre tous είναι μια τολμηρή ταινία, μια ταινία αφόρητης βίας. Πυροκροτεί και εκρηγνύεται σε κάθε καρέ. Ταυτόχρονα είναι αδιαμφισβήτητη. Ο Gaspar Noé με ένα σαρδόνιο γέλιο θα βγάλει μια καρτέλα, ζητώντας στο κοινό να εγκαταλείψει την αίθουσα εντός 30 δευτερολέπτων λόγω του σκληρού περιεχομένου που θα επακολουθήσει. Η φυγή σου επικυρώνει το αυταπόδεικτο: Το σμίξιμο των βλεφάρων μας και το αιώνιο γύρισμα της πλάτης σε ένα υπαρκτό επίπεδο πραγματικότητας.
Βαθμολογία 8,5/10

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Muriel ou Le temps d'un retour


Σκηνοθεσία: Alain Resnais
Παραγωγής: France / Italy / 1963

Διάρκεια: 115'


Η Μυριέλ είναι μόλις η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του Alain Resnais. Μια (ακόμα) ενδελεχής ψυχογραφία του χρόνου! Και μία απ' τις πιο χαρακτηρογραφικές ταινίες του μεγάλου Γάλλου auteur! Παρατηρεί το χρόνο μέσα απ' το παρελθόν, τις αναμνήσεις και τον αιτιοκρατικό τρόπο που παράγουν το παρόν. Παρακολουθεί το παρόν και το μέλλον, στην αναπόφευκτη ενσωμάτωσή τους με το ύστερα, καθώς ξεμένουν στις αποβάθρες του χθες. Οι τέσσερις κύριοι πρωταγωνιστές είναι τα σφυγμόμετρα του χρόνου.


Η ιστορία διαδραματίζεται σε μια απομακρυσμένη πόλη της Γαλλίας, τη Boulogne. Ο τόπος ενέχει πάντοτε ιδιαίτερη λειτουργική σημασία στο κινηματογραφικό σύμπαν του Resnais. Μια πενηντάρα, η Helene(μια εκπληκτική Delphine Seyrig στο ρόλο), προσκαλεί τον νεανικό έρωτα της στο σπιτικό της. Εκεί θα υποδεχτούν μαζί με το θετό γιο της(Bernard) τον Alphonse, ο οποίος καταφτάνει με την νεαρά και υποτιθέμενη ανιψιά του Françoise. Οι ζωές των τεσσάρων αντικρούονται, συγκρούονται και ενώνονται μυστηριακά καθώς διολισθαίνουν στην ασάφεια των τραυματικών παρελθόντων.

Στη συνέχεια του κειμένου θα κοιτάξουμε αποσπασματικά τους τέσσερις χαρακτήρες, οι οποίοι έχοντας ετερογενή σχέση με το χρόνο, συνθέτουν την ποικιλότροπη σκάλα της ανοδικής πορείας μας προς το διηνεκές.


Η Helene(Delphine Seyrig) κατοικεί στη Boulogne. Μια πόλη φάντασμα, που έχει απλώσει τις όχθες της γύρω απ' τις κοκκινισμένα υγρές μνήμες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και του πρόσφατου (στα 1960) πολέμου στην Αλγερία. Οι παραπομπές των γεγονότων διάσπαρτες. Εντός, εκτός και επί τα αυτά της πόλης και των ανθρώπων! Η Helene πνίγεται σ' αυτή την πόλη. Και περισσότερο όλων φοβάται το παρελθόν. Στα πλαίσια αυτά επινοεί εφήμερες χαρές στο παρόν, επιθυμώντας να απεξαρτοποιηθεί απ' το παρελθόν. Τέτοιες χαρές είναι το καζίνο, αλλά και ο προσκεκλημένος Alphonse με τον οποίο προσδοκεί σε μια νέα αρχή. Αλλά πως ο χρόνος να απεξαρτηθεί απ' το παρελθόν; Πως το δέντρο να απαλλαγεί απ' τις ρίζες του; Πως ο άνθρωπος απ' το όνομα του;


Ο Alphonse είναι ένας ηλικιωμένος και πιθανόν αποτυχημένος Δον Κιχότης. Αλλάζει την ονομαστική αξία του παρελθόντος προσπαθώντας να χαλιναγωγήσει το μέλλον στους προσδοκώμενους τόπους. Μια σειρά από ψέματα και υπεκφυγές κουρνιάζουν στα καταστατικά του παρελθόντος του. Καταδικάζοντας, παρά τις απεγνωσμένες αντίρροπες προσπάθειες, το παρόν στην ίδια ανυπόστατη φύση. Αλλάζεις το όνομά σου για να μετοικίσεις σ' άλλες μέρες και σ' άλλους τόπους. Μέχρι τα πολυάριθμα βαφτιστικά να τυλίξουν τις σάρκες της καιροσκοπικής ύπαρξής σου.


Ο Bernard(Jean-Baptiste Thiérrée) είναι ένας νέος. Δεν μπορεί να αποτινάξει από πάνω του το χρονικό του πολέμου στην Αλγερία. Όπου υπήρξε μέτοχος του βασανισμού και της θανάτωσης κάποιας Μυριέλ. Το παρελθόν τον στοιχειώνει. Η μνήμη του αναπαράγει κινηματογραφικά το τετελεσμένο. Κρατώντας τον δέσμιο στα συντρίμμια ενός άλλου χρόνου. Επιλέγει ενστικτωδώς τη φυγή απ' το παρόν. Η φυγή είναι η λειτουργία του τρίτου εγκεφαλικού επιπέδου, όπως την είχε ορίσει ο Alain Resnais στο "Ο Θείος Μου Από την Αμερική". Ο Bernard έτσι καταδικάζει το παρόν στο οδυνηρό ράπισμα της μνήμης. Ένα τραίνο που σκουριάζει στις ράγες του χθες.

Τέλος, έχουμε την πιο ανεμική Françoise. Για αυτήν το παρόν δεν είναι παρά ένα μέσο επίτευξης των φιλόδοξων μελλοντικών σχεδίων. Έτσι προσπερνάει τον μοναδικό υπαρκτό χρόνο(τώρα) και τον μοναδικό υφιστάμενο τόπο(εδώ) στον οποίο ορίζεται η ζωή, για το χατίρι των φιλοδοξιών της, δηλαδή ενός ανεμικού "εκεί". Όμως το "εκεί" και το κάθε "εκεί" είναι ασύμπτωτο και καταδικασμένο να αποσταίνει από το "εδώ" και το κάθε "εδώ". Καταδικάζοντας έτσι τον ονειροπόλο του μελλοντικού χωροχρόνου να απουσιάζει απ' το παρόν.

Ο Alain Resnais μπλέκει περίτεχνα τις ιστορίες των τεσσάρων. Οι οποίοι αναπόφευκτα θα κληθούν να αντιμετωπίσουν το μοναδικό παρόν με τις συνέπειες του μέλλοντος και τις παρεμβάσεις του παρελθόντος. Ο Γάλλος σκηνοθέτης σφυρηλατεί κυριολεκτικά το χρόνο με τη χρήση ενός συνειρμικού μοντάζ. Ταχύρρυθμου, με ιδιαίτερα σουρεαλιστικά δάνεια! Και μια ξέφρενη αφήγηση, όπου ο άναρχος λόγος σμίγει ιδανικά με τα δαιδαλώδη μονοπάτια της εικόνας. Και ο εμβρόντητος θεατής θα 'χει ως πυξίδα τις εμβόλιμες και κατατοπιστικές οπερέτες του Hans Werner Henze.
Βαθμολογία 9/10

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

L.627



Σκηνοθεσία: Bertrand Tavernier
Παραγωγής: France / 1992

Διάρκεια: 145'

Το L.627 είναι μια αστυνομική ταινία με τον Bertrand Tavernier να έχει αφαιρέσει τα κλισέ του είδους, κυμαινόμενος περισσότερο στο ύφος του σινεμά βεριτέ. Και μ' ένα cast κυρίως άγνωστων ηθοποιών, ξεχυνόμαστε σ' ένα παραδομένο στα ναρκωτικά προάστιο του Παρισιού.

Η πλοκή είναι υπαρκτή μεν, μονότονη και επαναλήψιμη δε, ούτως ώστε ο θεατής να απαλλαχθεί απ' την ηδονοβλεπτική σκοπιά του συμβάντος και να ενσωματωθεί σαρκικά εντός της πραγματικότητας που ποιεί ο Tavernier. Έναν κόσμο σκληρότητας. Dealers, πορνεία σ' έναν στίβο έκπτωτων υπάρξεων, όπου τα ναρκωτικά μοιάζουν με χερούλι σωτηρίας. Και η αστυνομία αποτελείται από ένα σώμα διασκεδαστών, όπου η υπηρέτηση του νόμου (σ' έναν τέτοιον αναφέρεται και ο τίτλος) είναι μια υπόθεση προσωπικής κατανάλωσης και εξουσιολάγνας καύλας.


Το βλέμμα του Tavernier στρέφεται ενάντια στα ναρκωτικά. Τα οποία τα παρατηρεί πανταχόθεν. Δοσοληψίες εντός του μετρό. Κυλίσματα εκτός των σχολείων. Η μυρωδιά τους σήμα κατατεθέν αυτής της βρώμικης πόλης. Και έπειτα ο σκηνοθέτης αναρωτιέται για την ποιότητα της ανθρώπινης ζωής. Της μέσης ανθρώπινης ζωής. Όταν αυτή γίνεται δέσμια μιας τοξικομανικής εξάρτησης, επιζητώντας απεγνωσμένα μια διέξοδο από την βάναυση πραγματικότητα. Και είναι η έλλειψη ανθρώπινων κινήτρων, όπως ευδιάκριτα δηλώνει ο Tavernier, που υφαίνει την οξυγονοκτόνα πραγματικότητα. Μα πέραν όλων τούτων, και κυριότερα, το L.627 είναι μια ταινία κατακραυγής του αστυνομικού συστήματος. Το οποίο το περιβάλλει με ευφυείς δόσεις ειρωνείας. Είναι άλλωστε αυτή η ειρωνεία που ελαφραίνει την ατμόσφαιρα της ταινίας.

Αστυνομία: Ένα σύνολο διασκεδαστών και ανεκπαίδευτων χομπίστων. Κρατιούνται απ' την άνευ όρων δοσμένη εξουσία τους, επιβάλλοντας το νόμο της ατομικής τους προαίρεσης. Εμείς θα κοιτάξουμε την ιστορία μέσα απ' τα μάτια του Λουλού. Ενός εκ των βαθμοφόρων αστυνόμων. Ο οποίος είναι το ίδιο σκληρός και ανεκπαίδευτος. Ωστόσο παρακινείται απ' το πάθος του για τον αφανισμό των ναρκωτικών, που σακατεύουν τον πληθυσμό της πόλης. Ο Tavernier απενεχοποιεί τον άνθρωπο, και μας υποδηλώνει κυρίως την επίδραση του χώρου πάνω του. Καθώς και ο ίδιος απάνθρωπος και σκληρός Λουλού, μετατρέπεται σε μια μαλθακωμένη ύπαρξη όταν απέναντι του στέκεται η Σεσίλ. Η οποία αντιπροσωπεύει την πλατωνική έκφραση αυτέγκλητων συνασθημάτων.


Κάτι που οφείλουμε να παρατηρήσουμε είναι η εμμονή του Λουλού για την κινηματογράφηση του χώρου. Όταν αυτός θα ερωτηθεί εύστροφα "αν είναι καλός κινηματογραφιστής;", θα απαντήσει "μέτριος". Και βέβαια είναι μέτριος! Ο κινηματογράφος δια της καταγραφής του γεγονότος έχει τη δυνατότητα να ανασταίνει το συμβάν, επανειλημμένως, δια της υστερόχρονης αναπαραγωγής του. Όμως έχει και μια επιπρόσθετη ιδιότητα. Να θεραπεύει. Η Τέχνη θεραπεύει. Λειτουργώντας ως αντίσωμα εντός -όχι της σάρκας- του πνεύματος του "αναγνώστη". Η Τέχνη έχει την ιδιότητα της ανάκλησης βιωμάτων και ερεθισμάτων που λειτουργούν διαμορφωτικά εντός μας. Ο Λουλού είναι μέτριος κινηματογραφιστής, γιατί δεν έχει την ικανότητα να θεραπεύσει. Η αστυνομία δεν έχει την ικανότητα να "θεραπεύει"! Λειτουργεί μόνο αναπαράγοντας και διαιωνίζοντας το συμβάν. Όχι με την εξονυχιστική ακρίβεια της καταγραφής. Αλλά μέσα από μια μιμητική συμπεριφορά ανταπαντήσεων, που διαιωνίζει την βίαια πραγματικότητα.

Το L.627 δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση μια ταινία σπουδή στο δίπτυχο άνθρωπος και εγκληματικότητα. Περισσότερο επιθυμεί μια ντοκυμαντεριστική καταγραφή, η οποία διαποτίζεται με το σαρκαστικό ύφος του δημιουργού της. Το οποίο διαφαίνεται τόσο στο σενάριο, όσο και στην προσεχτικά επιμελημένη σκηνογραφία. Το L.627 αναφέρεται σ' έναν ομώνυμο νόμο. Όταν ο νόμος υπηρετεί το νόμο της δικής μας κοινωνικής ανεπάρκειας!
Βαθμολογία 7/10

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

La frontière de l'aube


Σκηνοθεσία: Philippe Garrel
Παραγωγής: France / 2008
Διάρκεια: 106'


Γκρίζες ζωές. Βυθισμένες σε καθημερινότητες γκρι. Άνθρωποι γκρι. Σκυθρωπά γκρι. Γκρίζες σκιές. Είδωλα γκρι στους γκρίζους καθρέφτες τους. Μια μονοτονία γκρι. Ο χρόνος διαγράφει κυκλικά μηδενικά με κέντρο γκρι. Όλα γκρι. Όχι ασπρόμαυρα. Γκρι. Γιατί το ασπρόμαυρο, προϋποθέτει το στοιχειώδη δικαίωμα επιλογής ανάμεσα στην προφανή διχρωμία. Όχι ασπρόμαυρο. Γκρι. Όλα γκρι λέει ο Philippe Garrel, υποδεικνύοντας μας το βούρκο όπου πλατσουρίζουν οι σκυθρωποί άνθρωποι της γενιάς μας.


Δίχως πολέμους. Δίχως στόχους. Δίχως αποστολή. Αν και η πολιτική αναφορά του σκηνοθέτη είναι κάπως επιπόλαια. Είμαστε η γενιά που τραβάει μηχανιστική τροχιά προς το τίποτα. Ένα βολεμένο τίποτα. Ένα τίποτα, δίχως τίποτα. Δίχως συναισθήματα. Δίχως αγάπη. Μα κυριότερα δίχως έρωτα! Τα συναισθήματα γεννιούνται εντός. Και πνίγονται εντός. Αυτοκαταστροφικά. Εντός μας. Το πρώτο ενικό έχει εκτοπίσει κάθε υποψία δεύτερου. Δεν υπάρχει δεύτερο να εναποτεθούν τα συναισθήματα. Κινήσεις μηχανιστικές, προκαθορισμένες, επιβεβλημένες, δίχως διέξοδο. Και όποιος νιώθει, όποιος αισθάνεται, μοιάζει αταίριαστος. Πνίγεται απ' τα συναισθήματα του. Δεν του αρκούν οι γκρι ανάσες. Και η λύση είναι μία. Βουτιά μακριά απ' το γκρι. Στο αλλού. Που αλλού σημαίνει όχι πια γκρι.


Ο Philippe Garrel κάνει μια βαθιά αισθαντική ταινία. Η ποίηση τον γκρο πλάνων στα υποσχόμενα πρόσωπα του Louis Garrel και της Laura Smet αφήνουν ερωτικά ίχνη στην αριστουργηματική ασπρόμαυρη φωτογραφία του William Lubtchansky. Μια αισθητική πειραματική, στις αρχές της avant garde. Που μέσα απ' την πειραματική απόχρωσή της καλείται να υποσκελίσει τις δραματουργικές αστοχίες και τις αφηγηματικές ανεπάρκειες. Καθότι ο σουρεαλισμός, το ονειρώδες και η ποίηση παντρεύονται κάπως άκομψα σε αυτό το οξύμωρο μεν, ερωτικό δε, ποίημα του Philippe Garrel.
Βαθμολογία 6/10

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Moon



Σκηνοθεσία: Duncan Jones
Παραγωγής: England / 2009
Διάρκεια: 97'


Όταν ακούμε sci-fi και βλέπουμε ένα υπεραισιόδοξο trend μας πιάνει ένα τρέμουλο τα τελευταία χρόνια. Όχι γιατί έχουμε θέμα με το είδος του sci-fi, άλλωστε ο κινηματογράφος είναι ένας, τα είδη είναι απλά εργαλεία για την εξερεύνησή του. Το τρέμουλο προκύπτει διότι τα τελευταία χρόνια το sci-fi genre έχει αυτοπεριοριστεί για ένα πολύ teenage κοινό. Καρπώνεται το έδαφος της ασύδοτης θεματικής(όχι δημιουργικής) ελευθερίας και παράγει μια σωρεία ασυνάρτητων μπουρδών! Με το Moon, αν και το διαστημικό επίπεδο προσφέρει άπλετο χώρο για χαοτικές μπουρδολογίες, τα πράγματα είναι για καλή μας τύχη πολύ καλύτερα!


Σε αντίθεση με την υπερφορτωμένη τάση του σύγχρονου sci-fi, o Duncan Jones σκηνοθετεί σε ένα extremely minimal περιβάλλον. Απ' την παραγωγή που είναι εξαιρετικά μικρή, ως και το cast. Όλη η ταινία είναι παράσταση για έναν ρόλο, και αυτόν τον υποδύεται έξοχα ο Sam Rockwell. Υποδυόμενος έναν αστροναύτη που εργάζεται, με τριετή σύμβαση, σε έναν διαστημικό σταθμό στο φεγγάρι. Με μόνη συντροφιά ένα ρομπότ, τον GERTY, του οποίου τα φωνητικά έχει αναλάβει ο Kevin Spacey. Η μονότονη καθημερινότητα-ρουτίνα του Sam Rockwell διαταράσσεται από ένα ατύχημα. Μετά το πέρας αυτού, θα μοιραστεί τη διαστημική του "σουίτα" με ένα ομοίωμα. Ομοίωμα μορφολογικό, ψυχολογικό και οντολογικό! Και από κοινού, οι δύο Sam Rockwell, καλούνται να λύσουν το μυστήριο της διπλής ύπαρξής τους. Τέλος, να μην παραλείψουμε ότι τη μουσική επιμελείται ο Clint Mansell!


Το Moon είναι μια ταινία που αναμένεται να συναρπάσει. Με την αγνότητα και την καθαρότητά της. Ωστόσο, αν η υστερική παραφωνία του κλεισίματος απουσίαζε, θα ήταν ακόμα καλύτερα!

[Ω, σύγχρονε άνθρωπε πόσο σε λυπάμαι! Μα πως τολμώ και σε αποκαλώ άνθρωπο. Είσαι μόνο ένας ανθρωπόμορφος κλώνος. Μορφολογικά μπορεί να 'χεις ταυτότητα δική σου, αν αυτό σε κάνει να εφησυχάζεις. Ναι, διαφέρεις ως προς τη στρώση του παχουλού δέρματος, γιατί το καλούπι της κλωνοποίησης δεν ήταν άνθρωπος. Είσαι κλώνος μιας ιδέας. Όλες αυτές τις αντιδράσεις και τα ερεθίσματα που λογαριάζεις δικά σου, δεν είναι παρά το αποτέλεσμα μιας έκφυλης και σκοτεινής σποράς. Και όλες οι μνήμες σου, δημιουργήθηκαν μέσα στα πλαίσια της συλλογικής και κοινωνικής ζωής σου. Μέσα, πιο μέσα δε γίνεται, στο πεδίο της κλωνοποίησής σου. Λειτουργείς, δρας και πράττεις μέσα στο ενιαίο οικονομικό-κοινωνικό-πολιτικό σύστημα. Κάθε μέρα σου φορτώνονται μοσχεύματα νέων αναμνήσεων. Σε πάνε όπου θέλουν. Μα εσύ νομίζεις πως κρατάς τα νήματα. Και έτσι νομίζεις πως αποκτάς τη ζωή σου. Έτσι ψεύδεσαι. Και έτσι αγκαλιάζεις την κλωνοποιημένη ύπαρξή σου, αυτεπιβάλλοντας την σαν δική σου. Αυτή η λατρεία σου να αυθυποβάλλεσαι είναι και ο μηχανισμός της κλωνοποίησής σου.


Ω, άνθρωπε τρέμω για τη στιγμή της κρίσης. Όχι δε μιλάω για κάποια βιβλική στιγμή. Μόνο για κείνη της συνειδητοποίησης της κλονωποιημένης ύπαρξής σου. Τότε που θα αντιληφθείς την πραγματική φύση όλων των εμφυτευμάτων που λογάριαζες για δικά σου. Τότε που θα νιώσεις πως ο κόσμος, ο δικός σου κόσμος, σε αναπαρήγαγε με εξονυχιστική ακρίβεια. Τότε που θα καταλάβεις πως είσαι μόνο ένα εξάρτημα από τη μηχανή του. Τότε που θα διαπιστώσεις πως τα όνειρα σου για φεγγαρένιες απογειώσεις δεν είναι παρά η υλική επίστρωση της κούφιας και μεθοδικά κατασκευασμένης ύπαρξής σου. Εύχομαι τότε να μη λυγίσεις...]
Βαθμολογία 7/10

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

Pranzo di ferragosto



Σκηνοθεσία: Gianni Di Gregorio
Παραγωγής: Italy / 2008

Διάρκεια: 75'

Υπάρχουν ορισμένες ταινίες που θα μπορούσαμε κάλλιστα να τις χαρακτηρίσουμε ως δράματα δωματίου. Υπό την έννοια ότι το μέγεθος παραγωγής δεν επιτρέπει τη διαδικασία του ρεπεράζ, και το γύρισμα λαμβάνει θέση σχεδόν αποκλειστικά σ' έναν και μόνο χώρο. Μια τέτοια περίπτωση είναι και των χαμηλών τόνων Pranzo di ferragosto.


Βρισκόμαστε στην καρδιά του Αυγούστου στην ερημωμένη Ιταλία. Ο σκηνοθέτης-σεναριογράφος-πρωταγωνιστής Gianni Di Gregorio υποδύεται έναν απένταρο μικροαστό που φροντίζει δουλικά την ηλικιωμένη μητέρα του. Οι φευγαλέες συναναστροφές του, αντιλαμβάνοντας τις συναισθηματικές αδυναμίες και εκμεταλλεύοντας τις οικονομικές δυσκολίες του, τον χρηματίζουν και του φορτώνουν και το δικό τους ηλικιωμένο σόι, ώστε να προβούν ανεμπόδιστα στις δεκαπενταυγουστιάτικες διακοπές τους. Το σπίτι του Gianni καταλήγει ως ένας οίκος ευγηρίας! Και ο φιλόξενος και ανθρώπινος De Gregorio, φυλακισμένος σε μια ξένη ζωή, προσφέρει με το αζημίωτο τις καλύτερες των υπηρεσιών στις ηλικιωμένες κυρίες!


Το Pranzo di ferragosto θα μπορούσαμε κάλλιστα να το κοιτάξουμε με το νεορεαλιστικό κριτήριο. Είναι μια ταινία που σχηματίζεται στο σημείο τομής της παρωχημένης παραδοσιακής ζήσης με το αντιουμανιστικό και ταχύρρυθμο σήμερα. Οι ήρωες μένουν χαριτωμένα ανθρώπινοι! Σχηματίζοντας μια γλυκιά επίστρωση μες στη βασανιστική καθημερινότητά τους! Ωστόσο, η δήλωση ανθρωπιάς του σκηνοθέτη παραμένει σε επιδερμικό επίπεδο, εκμεταλλευόμενος τις (πολύ) άμεσες εμπειρίες μας με την τρίτη ηλικία. Όμως τελικά και ουσιαστικά, στρέφει τη δραματουργία σε μια πανάρχαια δήλωση, αυτή της "θεωρίας αναγκών" που εξαγοράζει την ελευθερία μας και κινεί μηχανιστικά τα νήματα της ζωής μας!


Το Pranzo di ferragosto παραμένει λιτό στη φόρμα του. Με τις εντυπώσεις να κλέβει η ζεστή φωτογραφία, που αξιοποιεί λειτουργικότατα τον φυσικό φωτισμό. Σε καμία περίπτωση δε μπορούμε να μιλήσουμε για ερμηνευτικό κρεσέντο των 5 απλών πρωταγωνιστών. Ωστόσο το σύντομο της ζωής της(70 λεπτά), καθιστούν την παρακολούθηση ακούραστη.
Βαθμολογία 6/10

Ψυχή Βαθιά



Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης
Παραγωγής: Ελλάδα / 2009
Διάρκεια: 124'

Ο Βούλγαρης με την κάμερα ανά χείρας αποπειράται να ρίξει φως στα γεγονότα του εμφύλιου. Στις οροσειρές του Γράμμου, Εθνικοί και Δημοκρατικοί μ' ένα ντουφέκι στο χέρι μακελεύονται για να λύσουν τις διαφορές τους. Η ταινία είναι επικεντρωμένη οπτικά σε δύο αδέρφια. Τον Ανέστη και τον Βλάση. Και οι δύο χωριοπούλια, "δουλεύουν" καταναγκαστικά ως ιχνηλάτες. Ο Ανέστης για τους Εθνικούς και ο Βλάσης για τους αντάρτες. Δύο στρατόπεδα αντίμαχα. Τα αδέρφια όμως δεν είναι πολέμια μεταξύ τους. Πέραν του αίματος, τους ενώνει αγάπη, έγνοια, αδελφοσύνη. Δε τους χωρίζει τίποτα. Εκλιπαρούν για το πέρας αυτού του τέρατος που αποκαλείται πόλεμος. Και που το θρόισμα του αφήνει τα κουφάρια τους μισά, και τις ελπίδες των αμάχων, όπως της μάνας, να αιμορραγούν.


Ο Βούλγαρης μας παραθέτει τα γεγονότα του εμφυλίου με μια ποιητική λυρικότητα που τα υπερβαίνει. Κατηγορεί το ανορθόδοξο, δηλαδή ο άνθρωπος να στρέφεται ενάντια στον ομοούσιο του, και εστιάζει στην ανθρώπινη τραγωδία. Η ποιητικότητα υποθάλπεται τόσο στις εικόνες, όσο και στο λόγο που τις διατρέχει. Και όλα αυτά με την εξαιρετική μουσική επιμέλεια του Γιάννη Αγγελάκα.


Όμως το "Ψυχή Βαθιά" κουβαλάει τα κουσούρια της ατολμίας. Ο σκηνοθέτης θα προσπαθήσει επίμονα να λειάνει τα γεγονότα του εμφύλιου, σε μια πιεστική απόπειρα συμφιλίωσης των δύο πλευρών. Θα εμμείνει στην ουμανιστική φρίκη που προκαλεί ο πόλεμος, παρατηρώντας το συναισθηματικό βύθισμα της απώλειας και του αναπόφευκτου σε ατομικό επίπεδο. Όμως το γεγονοτολογικό πλαίσιο του εμφύλιου ασθμαίνει σε μια χλιαρή εποπτεία. Τόσο κινηματογραφικά όσο και ιστορικά. Αδυνατώντας έτσι να αποτελέσει το ουσιαστικό θεμέλιο-περιβάλλον όπου θα χτιστεί η ιστορία. Και για να γίνουμε πιο ξεκάθαροι, δεν κατηγορούμε την ταινία για έλειψη ιστορικότητας. Είναι στη δικαιοδοσία του σκηνοθέτη το αν, και κατά πόσο θα συμπεριλάβει την ιστορία στο σενάριο του. Όμως ο Βούλγαρης επιλέγει να αναπτύξει την δραματουργία εντός του ιστορικού πλαισίου της, το οποίο όμως στη συνέχεια αναπτύσσεται με ελαφρότητα. Έτσι η "Ψυχή Βαθιά" εμφανίζεται δίχως κυρίως κορμό, παραδομένη αποκλειστικά στις συναισθηματικές εξάρσεις του πρωταγωνιστικού διδύμου. Το οποίο είναι αλήθεια πως παραθέτει ένα σεμινάριο ουμανισμού. Όμως ακόμα και αυτή η ποιητική καλλιέπεια, σε σύγκριση με το σινεμά του Αγγελόπουλου για παράδειγμα, υπολείπεται οικτρά.


Η κύρια θέση της ταινίας, δια στόματος Βέγγου είναι η ακόλουθη: "Έλληνες να σκοτώνουν Έλληνες; Είναι ντροπή!". Εστιάζοντας έτσι στην παραδοξότητα του πολέμου όταν σ' αυτόν διαπλέκονται ομοεθνείς. Όμως η φρίκη του πολέμου είναι παντού και πάντα ίδια, ανεξαρτήτως εμπλεκομένων. Άλλωστε οι εθνικότητες δεν προέκυψαν παρά ως ένα μοντέλο κατάτμησης του ενιαίου και μοναδικού τόπου. Τίποτα παραπάνω! Η παγίωση τους στο χρόνο επέβαλλε την αυτονομία και την αυτοτέλεια των κατατμημένων τόπων. Όμως ο τόπος είναι κοινός και προϋπάρχει ημών. Στρέφοντας το όπλο σου σε οποιονδήποτε, στρέφεις το όπλο σ΄ έναν ομοούσιο σου. Η ομοιοσύσταση σας δεν προκύπτει απ' τα δεσμά μιας εθνικότροπης ομοιότητας. Αλλά απ' τα δεσμά της παγκόσμιας αδελφοσύνης της ύπαρξης.

Για να κλείσουμε, με δυο λόγια θα μπορούσαμε να πούμε πως η "Ψυχή Βαθιά" υπηρετεί τον ουμανιστικό σκοπό της Τέχνης, αν η Τέχνη μπορεί να έχει έναν αυτόδηλο σκοπό. Ωστόσο, παρά την επιγραφή του τίτλου, υπολείπεται σε βάθος. Διότι ο Παντελής Βούλγαρης αδυνατεί να αναπτύξει το συλλογικό ιστορικοχρονικό πλαίσιο, της εν τέλει εξατομικευμένης ιστορίας που διηγείται.
Βαθμολογία 4,5/10

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Κυνόδοντας


Σκηνοθεσία: Γιώργος Λάνθιμος
Παραγωγής: Ελλάδα / 2009
Διάρκεια: 96'

Ο Κυνόδοντας αποτελεί μια αξέχαστη κινηματογραφική εμπειρία. Ωστόσο, προειδοποιώ τους θεατές-πελάτες της διασκεδαστικής κινηματογραφικής βιομηχανίας πως δε θα καλοπεράσουν. Και αυτό διότι η θέαση του είναι ιδιαίτερα επίπονη. Ο Λάνθιμος "γράφει" στην ουσία ένα δοκίμιο για τον καθημερινό φασισμό, παραθέτοντας μας μια κλασσική οικογενειοκρατική ιστορία. Μια ιστορία που σε πρώτο επίπεδο μπορεί να μοιάζει μεγεθυμένη, όμως σε καμία περίπτωση δε θα τη χαρακτηρίζαμε υπερβολική. Επίσης, η ταινία απέχει εξίσου πολύ απ' το να χαρακτηρισθεί κλειστοφοβική, παρά το ανάλογο DΝΑ του συγκεκριμένου θέματος. Και αυτό διότι ο έλληνας σκηνοθέτης αγκαλιάζει τη δραματουργία με μια λεπτά χιουμοριστική διάθεση, η οποία εξασφαλίζει άπλετο χώρο ελευθερίας στην ανάγνωση του θεατή.

Σε πρώτο και μοναδικό πλάνο έχουμε την πρωταγωνίστρια πενταμελή οικογένεια. Την οποία συνθέτουν ο πατέρας-αφέντης. Η συγκαταβατική, αλλά και κατευθυντήρια μητέρα. Και τα τρία παιδιά: ένας γιος και δύο κόρες. Οικογένεια = μονωμένο σύστημα. Έχει διακριτά τείχη με το περιβάλλον. Τα οποία είναι απαραβίαστα δια νόμου για τα νεαρότερα μέλη της. Το μονωμένο αυτό σύστημα χτίζεται αυστηρά απ' τους γονείς. Στο σπίτι, δηλαδή στο μονωμένο σύστημα, δεν υπάρχει τηλεόραση, ραδιόφωνο και οτιδήποτε θα μπορούσε να φέρει πληροφορίες του εξωτερικού περιβάλλοντος. Υπάρχουν μόνο βιντεοκασέτες, cds κλπ, που είναι αυστηρά επιλεγμένα από την κηδεμονεύουσα τάξη. Η οποία επιπροσθέτως αποφασίζει απολυταρχικά για τη φύση των δραστηριοτήτων στις οποίες υποβάλει τα τέκνα της.

Η διαδικασία μόρφωσης, στην προκειμένη παραμόρφωσης, βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια των κηδεμόνων, οι οποίοι καθορίζουν μέχρι και του τελευταίου χιλιοστού τον αναπνεύσιμο αέρα των παιδιών τους. Το μονωμένο σύστημα σημαίνει μια αεροστεγή κατασκευή, που ακρωτηριάζει την αλληλεπίδραση με την πραγματικότητα. Τα τέκνα παραμορφώνονται απαρέγκλιτα -η παραμόρφωση συνίσταται στην απόσταση του συστήματος με την πραγματικότητα- σύμφωνα με τις αρχές του μονωμένου συστήματος που ακούσια τα περιβάλλει. Έτσι η φασιστικά ελεγχόμενη ενηλικίωση αποτελεί μια διεστραμμένη διαδικασία εκπαίδευσης, που έχει άκρως διαλυτικό χαρακτήρα για τον δέκτη. Τα παιδιά καλλιεργούνται ως άψυχη ύλη, η πνευματική ελευθερία και οι ιδιαιτερότητες τους καταποντίζονται, και τελικά πλάθονται σαν πηλός με το σχήμα των γονεϊκών διαταγών. Πολύ εύστοχα ο Λάνθιμος παρομοιάζει την ανθρώπινη εκπαίδευση με αυτή των σκύλων. Καθώς και στις δύο περιπτώσεις παραβλέπεται η έμψυχη φύση του εκπαιδευόμενου.

Ο πατέρας-αφέντης, και φαλλοκράτης όπως αποδεικνύεται, θα παραβεί τους κανόνες του μονωμένου συστήματος για μια και μόνο περίπτωση. Για την εισαγωγή θηλυκού "αντικειμένου" που θα ικανοποιεί τις σεξουαλικές ανάγκες του γιου του. Όμως και η Χριστίνα, το σεξουαλικό αντικείμενο, θα κριθεί ως επικίνδυνο καθώς μόνο και μόνο με την παρουσία της φέρει τα μέλη της οικογενείας απέναντι σε κάποια ταυτοτικά στοιχεία του υπαρκτού κόσμου. Σε κάποια ερεθίσματα που έχουν κριθεί ακατάλληλα από την κεφαλή του μονωμένου συστήματος. Έτσι η Χριστίνα θα γνωρίσει παραδειγματική τιμωρία. Δια νόμου, και δια ροπάλου!


Όμως εσύ ενήλικε θεατή μην εφησυχάζεις! Το μονωμένο σύστημα στο οποίο αναφέρεται ο Λάνθιμος δεν έγκειται αποκλειστικά σε γυάλινες σφαίρες που εσωκλείονται τα ανήλικα τέκνα. Μπορεί και συ να είσαι παγιδευμένος! Παγιδευμένος πίσω απ' τα τείχη της απαράλλακτης καθημερινότητας σου. Μιας καθημερινότητας με μηδαμινές εισροές και εκροές. Καταδικασμένος να διαμορφώνεσαι καταναγκαστικά και αποκλειστικά απ' το στατικό περιβάλλον στο οποίο έχεις βυθιστεί. Ο άνθρωπος μορφώνεται αναπόφευκτα ως το πρόσωπο απ' το σύστημα που εκούσια ή ακούσια (εξ)υπηρετεί. Και με τον όρο σύστημα αναφέρομαι στο πεπερασμένο και οριοθετημένο περιβάλλον του κάθε οργανισμού.

Ουσιαστικά ο Λάνθιμος καταγγέλλει μια ζωή δίχως έρωτα. Ως έρωτα δεν αναφερόμαστε στην πράξη της συνουσίας. Ως έρωτα αναφερόμαστε σε μια ευρύτερη διαδικασία πνευματικής συνδιαλλαγής. Βιωματικής ψηλάφησης του μη πεπερασμένου περιβάλλοντος. Μια διαδικασία ατέρμονης έκθεσης και αλληλεπίδρασης με το απέραντο τοπίο της πνευματικότητας. Ως έρωτα αναφέρουμε την πνευματική συνουσία, αυτή που μας επιτρέπει να προσαρτούμε διαρκώς νέους τόπους εντός μας, και μαζί τους να διευρύνουμε το φάσμα της "όρασης" μας. Αντι αυτού έχουμε παραδοθεί εθελούσια σε μια ανέραστη και κομπιουτεραρισμένη ζωή. Σ' έναν αυτοπεριοριστικό ατομικό εγκλεισμό. Σε μια ζωή ανήδονων εκσπερματώσεων. Όπου το μειδίαμα εμφανίζεται σαρκαστικά στα χείλη της ηδονής, που παραμένει πεισματικά ανέγγιχτη.


Άλλη μια αιχμηρή και υπόγεια αναφορά του Λάνθιμου αμαυρώνει και τη φύση της ελιτιστικής Τέχνης. Η οποία δίνοντας όρκους ποιότητας και ασπροδοντικής πανευδαιμονίας λειτουργεί καθησυχαστικά και συντηρητικά ως προς το κατεστημένο. Καθώς η δογματική αναγνωρισιμότητα της προάγει μια εξίσου πνευματική στασιμότητα. Η ελιτιστική Τέχνη ριζώνει έτσι σε λιμνάζοντα ύδατα. Σε αυτά που την έχει τοποθετήσει η κοινότητα με την απολυτότροπη κατάθεσή της. Σαφώς και ο Λάνθιμος δεν αναφέρεται στην φύση της Τέχνης αυτής καθ' αυτής, αλλά στην στατική μεταχείριση που γνωρίζει από την απαίδευτη κοινωνία.


Ο Κυνόδοντας είναι μια ανεπανάληπτη κινηματογραφική εμπειρία. Η σκηνοθεσία βαδίζει σε πειραματικούς ατραπούς, έχοντας ωστόσο το κέντρο βάρους της εστιασμένο στην καλή Ευρωπαϊκή σχολή. Τα κάδρα τεμαχίζουν τους ήρωες στα πλαίσια της διαμόρφωσης του κινηματογραφικού χώρου. Τόσο βάναυσα όσο τεμαχίζεται η ατομική ιδιαιτερότητα από τον απολυταρχικό φασισμό. Η φόρμα, παρότι παρουσιάζει υπερεαλιστικά στοιχεία, είναι προσηλωμένη στο ρεαλισμό. Η απειλιτική ατμόσφαιρα της πρωταγωνιστικής φασίζουσας νοοτροπίας οπτικοποιείται με στατικά πλάνα, μακρές σιωπές και βιαίες σκηνές. Ενώ και οι ερμηνείες, ακολουθώντας την ίδια κατεύθυνση, είναι εξαιρετικές. Με αποκορύφωμα τους δύο νεαρούς γυναικείους ρόλους που υποδύονται η Αγγελική Παπούλια και η Μαίρη Τσώνη.
Βαθμολογία 9/10

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

The Tales of Hoffmann


Σκηνοθεσία: Michael Powell-Emeric Pressburger
Παραγωγής: England /1951
Διάρκεια: 124'


Αυτό το κομψοτέχνημα των Michael Powell και Emeric Pressburger αποτελεί μια διασκευή της όπερας του Jacques Offenbach, "Τα παραμύθια του Χόφμαν". Μπορεί το δίδυμο των δημιουργών να το γνωρίζουμε απ' το σαφώς πιο δημοφιλές "The Red Shoes", όμως το "The Tales of Hoffmann" κινείται σε τουλάχιστον ισάξια επίπεδα.


Η όπερα αφορά την οπτικοποίηση των χαμένων αγαπών του ποιητή Hoffmann(Robert Rounseville), και έναν ύμνο στην αγάπη, στην Τέχνη, αλλά και στην απώλεια. Ο ποιητής συγκλονίζεται παρακολουθώντας τη χορευτική παράσταση της εκθαμβωτικής Stella(Moira Shearer), η οποία στέκεται αφορμή για το σκάλισμα της μνήμης του. Με flash backs και μπαλέτα άπταιστης χορογραφικής αρμονίας θα μεταφερθούμε στο παρελθόν. Όπου θα ανταμώσουμε σε 3 επεισόδια-σεκάνς τον παθιώδη έρωτα του Hoffman για την Olympia(Moira Shearer), μια πεντάμορφη μηχανική κούκλα. Για την Giulietta(Ludmilla Tchérina), μια πόρνη άγριας ομορφιάς, που χρησιμοποιείται εργαλιακά για την κλοπή ανδρικών ψυχών δια μέσω ενός μαγικού καθρέφτη. Και για την Antonia(Anne Ayars), μια τραγουδίστρια από την Ελλάδα, που καλείται να επιλέξει μεταξύ της αγάπης και της Τέχνης.


Το cast παραμένει σχεδόν αναλλοίωτο, συγκριτικά με τους ερμηνευτές του "The Red Shoes". Οι δυνατές μουσικές του Offenbach απελευθερώνονται σε ανοιχτούς χώρους, με λιτή διακόσμηση και μια μινιμαλιστικά σουρεαλιστική σκηνογραφία. Ενώ το technicolor ηδονίζεται στις πιο έντονες αποχρώσεις του κόκκινου. Και όλα αυτά τα στοιχεία μας προκαλούν τη μέγιστη ευχαρίστηση για τον τρόπο που προσαρμόζεται η όπερα, το μπαλέτο και η ερμηνεία απέναντι απ' την "μουσικόφιλη" κινηματογραφική μηχανή.


Οι εικόνες και η όπερα λειτουργούν και σ' ένα αφαιρετικό επίπεδο. Θα μπορούσαμε να πούμε πως περιγράφουν τη σύγκρουση του ποιητικού ιδεαλισμού(αυτού του Hoffman) με τον ρεαλιστικό υλισμό(αυτόν της πραγματικότητας), σχηματίζοντας αλλεπάλληλα ιστορίες εξωτερικής και εσωτερικής απώλειας. Ωστόσο η αφαιρετική χροιά που προαναφέραμε, επιτρέπει άπλετη ελευθερία στην ανάγνωση του film, το οποίο πιότερο απευθύνεται στις αισθήσεις μας, παρά στη διανόηση μας. Τέλος, το The Tales of Hoffmann αποτελεί αγαπημένη ταινία πολλών διάσημων σκηνοθετών, όπως του Scorsese και του Romero, αλλά και ταινία αναφοράς στην τελευταία δημιουργία του Coppola(Tetro).
Βαθμολογία 9/10

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Taking Woodstock


Σκηνοθεσία: Ang Lee
Παραγωγής: USA / 2009
Διάρκεια: 110'


Ο Ang Lee μας μεταφέρει στη θρυλική συναυλία που δόθηκε λίγο έξω από το Γούντστοκ το καλοκαίρι του 69. Η ταινία είναι σεναριακά επικεντρωμένη στον Elliot Tiber(Demetri Martin), έναν φιλότεχνο νεαρό -οικογενειακά καταπιεσμένο- και επιτυχημένο επιχειρηματία, που αναλαμβάνει να ξελασπώσει την καταχρεωμένη τοπική οικογενειακή επιχείρηση(ξενοδοχείο). Εντοπίζει με δημιουργικότητα το πολλά υποσχόμενο μουσικό φεστιβάλ του Γούντστοκ, το οποίο έχει μείνει άστεγο. Και φέρνει την επανάσταση (και το χάος) στην παρθένα περιοχή του, στη φάρμα Μπέθελ Γουντς, όταν θα στεγάσει στα μέρη του ένα απ' τα μεγαλύτερα μουσικά φεστιβάλ (και όχι μόνο) που συνέβησαν ποτέ στον πλανήτη.


Βγαίνω απ' τη σκοτεινή αίθουσα. Συναντάω βλέμματα γεμάτα απογοήτευση. Στις νωπές ματιές τους αποκωδικοποιώ, ίσως λαθραία, της εξής απορία: "Πότε θα δω επιτέλους μια ταινία που θα με μεταφέρει αυτολεξεί στον τόπο και στον χρόνο; Πότε θα ζήσω την ασύμπτωτη εμπειρία ως παρόν;" Κάνοντας μια πρόχειρη αναζήτηση στο wikipedia, μπορώ να βρω μια ακριβή περιγραφή των γεγονότων του Γούντστοκ με 127 λέξεις:"Woodstock Music & Art Fair (informally, Woodstock or The Woodstock Festival) was a music festival, billed as "An Aquarian Exposition: 3 Days of Peace & Music", held at Max Yasgur's 600-acre (2.4 km²; 240 ha, 0.94 mi²) dairy farm near the hamlet of White Lake in the town of Bethel, New York, from August 15 to August 18, 1969. Bethel, in Sullivan County, is 43 miles (69 km) southwest of the town of Woodstock, New York, in adjoining Ulster County. During the sometimes rainy weekend, thirty-two acts performed outdoors in front of 500,000 concert-goers. It is widely regarded as one of the greatest and most pivotal moments in popular music history and was listed among Rolling Stone's 50 Moments That Changed the History of Rock and Roll." Είναι όμως αυτό στ' αλήθεια μια ακριβή περιγραφή;

Τα συμβάντα μπορούν όντως να μας δώσουν μια σύνοψη για έναν τόπο. Και είναι πάντα χρήσιμα για αυτό. Ωστόσο οφείλουμε να ενθυμούμαστε πως ένα χωροχρονικό πλαίσιο δεν μας αποκαλύπτεται μέσα απ' τα γεγονότα. Ούτε μέσα απ' το τι και το πώς. Αντιθέτως, είναι περισσότερο οι σιωπές και οι παύσεις ενός τόπου που μας μιλούν για τον εαυτό του. Οι μυρωδιές που αναδύονται απ' τις κοιλάδες του ασχημάτιστου. Και αυτός ο τρόπος, το ερωτικό παιχνίδι, με τον οποίο το άρωμα μας σμίγει με την ατμοσφαιρική άβυσσο που μας περιβάλλει.


Και είναι η προαναφερθείσα γνώση στην οποία θεμελιώνεται η υπεροχή της Τέχνης έναντι της Ιστορίας, όσον αφορά την καταγραφή και την αναβίωση των παρελθόντων τόπων. Γιατί η Ιστορία πασχίζει, με ακρίβεια δευτερολέπτου, να καταγράψει κάθε υπαρκτό γεγονός, ώστε να σχηματίσει τον φαινομενικό φλοιό της πραγματικότητας. Ενώ η Τέχνη δημιουργεί εκ του μηδενός, εκ του μη όντος. Φτιάχνει την ατμόσφαιρα μέσα απ' τις σιωπές και τις παύσεις. Έτσι όπως τις αφουγκράζεται, έτσι όπως τις οραματίζεται. Στο κινηματογράφο οι εικόνες, οι μάχιμοι αντιπρόσωποι των σιωπών και των παύσεων, δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα. Όχι ανυπόστατη. Ούτε φαινομενική. Γιατί ο ρεαλισμός εδώ ελέγχεται ως προς τη συνέπεια με τη βαθύτερη, την εσωτερική πραγματικότητα. Και πρέπει να αντέχεις τα ύψη για να χορέψεις στους σφυγμούς αυτούς. Και ενίοτε να αντέχεις και το πηχτό έρεβος απ' τα απύθμενα καλντερίμια.

Όμως ας μιλήσουμε λίγο και για το Taking Woodstock, αυτό καθ' αυτό. Οι νοσταλγοί της συναυλίας, της δεκαετίας ίσως βρείτε έναν ακόμα λόγο να σπεύσετε στη νέα ταινία του Ang Lee. Ο οποίος ωστόσο απέχει πολύ από τη ντοκυμαντεριστική γραφή. Ο Ang Lee δημιουργεί την πραγματικότητα! Άλλωστε το film πατάει σε μυθοπλαστικούς πυλώνες, οι οποίοι συναντιούνται με την "αλήθεια" του μουσικού φεστιβάλ. Ένα απ' τα ηχηρότερα μηνύματα του film είναι η υποδήλωση της αδιάσπαστης σχέσης της "σύγχρονης κοινωνίας" με την οικονομία. Υιοθετώντας αβανταδόρικα εξαγνιστική, και μάλλον όχι άδικα φιλική σχέση με το hippie κίνημα.

Ο δικός μας Γαβράς έχει πει: "Εγκαταλείποντας τον ουμανισμό βαδίζουμε στον οικονομισμό. Κάποτε, ακόμη και τα πιο σκληρά συστήματα, οι αδίστακτες δικτατορίες, υποστήριζαν ότι όλα τα κάνουν για τον άνθρωπο. Σήμερα, όλες οι δημοκρατίες μιλούν για την οικονομία."

Και η παραπάνω πρόταση βρίσκει απόλυτη εφαρμογή στο φιλμικό σύμπαν του Taking Woodstock. Ο Ang Lee, αποθεώνοντας διαρκώς στη φιλμογραφία του τη γοητεία του περιθωρίου, μας περιγράφει έναν κόσμο όπου η αλήθεια μετριέται στο αναγραφόμενο αντίτιμο των χαρτονομισμάτων. Ο Elliot Tiber αναρωτιέται για τους ατζέντηδες: "Είναι αληθινοί;" Για να πάρει την απάντηση, "ναι είναι, γιατί ξέρεις έχουν πουλήσει ήδη 100.000 εισιτήρια". Ένας κόσμος όπου η αλήθεια μετριέται με το χρήμα. Η, κατά Αριστοτέλη, μοναδικότητα της αλήθειας κατακερματίζεται σε επιμέρους ανταγωνισμούς. Γιατί ο άνθρωπος είναι, πλέον, ον οικονομικό. Μόνο ως τέτοιο λογίζεται. Κοινωνικά και εαυτολογικά. Αυτή είναι η Αλήθεια του κιβδηλοποιού πολιστιμού μας. Κατά πόσο όμως μπορεί η αλήθεια να αντιστοιχεί σε μια κατασκευή;


Κάψτε τους τα χρήματα. Όπως στο Γούντστοκ, λέει ο Ang Lee. Αφήστε τους να παραπατούν στο θολό πεδίο του ονείρου. Παραπατούν από λησμονιά. Του εαυτού τους. Τα βήματα τους αβέβαια στα εδάφη του ανυπόστατου. Εκεί που δε χωρούν σχηματισμένες αλήθειες. Μιλήστε τους για ειρήνη, για αγάπη, για ελευθερία. Μιλήστε τους για όλα αυτά που δεν καταλαβαίνουν, εγκλωβισμένοι στην μικρή προοπτική τους. Μιλήστε τους για ελευθερία. Για απαλλαγή απ' τον οικονομισμό. Απ' τον πολιτισμό, απ' την κοινωνία που επινόησαν. Διδάξτε τους την αξία του εδώ, του παντού και του τίποτα. Μιλήστε τους για αγάπη, με αγάπη. Και ο λόγος του στρέφεται προς εμάς. Το κοινό, που θα είναι πάντα το υπαρξιακό αποκούμπι του κάθε auteur.

Θα ήθελα πολύ να μιλάω για ένα αριστούργημα. Όμως ο Ang Lee δε μου το επιτρέπει. Δε μου το επιτρέπει το εύκολο βλέμμα αγιοποίησης(χρώματα). Δε μου το επιτρέπει η φόρμα του. Κατακλεισμένη από πειραματισμούς (τεμαχισμοί κάδρου, επιτηδευμένη χρήση της "φανταστικής" σεκάνς) που δεν υπάγονται σε δημιουργικές αναγκαιότητες. Δε μου το επιτρέπει το σενάριο. Τρόπον τινά συμβιβασμένο, εμπορικά δεσμευμένο. Όμως τίποτα απ' όλα αυτά δεν με αποτρέπει απ' το να λατρέψω την ταινία!
Βαθμολογία 7,5/10

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

The Time That Remains


Σκηνοθεσία: Elia Suleiman
Παραγωγής: UK / Italy / Belgiumpan / France / 2009
Διάρκεια: 109'

The Time That Remains: Ο Suleiman κλέβει τις εντυπώσεις στις Κάννες για δεύτερη φορά. Το cinema του είναι ιδιόρρυθμο. Τα δάνεια απ' τον βουβό κινηματογράφο εμφανή. Η δραματουργία διακατέχεται από μια εγκρατή σουρεαλιστική χροιά. Ενώ η ειρωνεία, δια της σιωπής, κουρσεύει τη δραματουργία. Και μέσα από αυτό το συνονθύλευμα προκύπτει κάτι εντελώς φρέσκο, αυτό είναι το σινεμά του Suleiman.


Στα γνώριμα εδάφη της "Θεϊκής Παρέμβασης", θα παρακολουθήσουμε ένα ιστορικογράφημα για την Παλαιστίνη. Το "The That Remains" είναι πρωτίστως μια αυτοβιογραφική ταινία. Ο Elia Suleiman βάζει στο μίξερ την αυτοβιογραφία του πατέρα του, τις εικόνες της μητέρας του και τις δικές του παιδικές, αλλά και ενήλικες μνήμες. Και μέσα από αυτό το μείγμα, δηλαδή την καταγραφή της οικογενειακής ζωής, παρατηρεί το συλλογικό ιστορικό πλαίσιο της Παλαιστίνης από τη σύσταση του Ισραηλίτικου κράτους(1948) ως σήμερα. Οι κλιμακώσεις των γεγονότων αποδίδονται με εξωπραγματικά ελεύθερες εικόνες, δίχως κανένα ίχνος διδακτισμού και μελοδραματισμού.


Ο Elia Suleiman οπτικοποιεί το βουβό κινηματογραφικό όνειρο που απλώνεται στο χώρο με στατικά τζενεράλε πλάνα συναισθηματικής απεμπλοκής. Με μια απάθεια που φέρεται αθυρόστομα στα πολιτικολάγνα συμφέροντα των εκάστοτε εξουσιών. Δεν υποκύπτει στο πομπώδες του "free Palestine now"! Και καταδεικνύει μια τερματισμένη πραγματικότητα, που διαιωνίζει τον εαυτό της στο άπειρο. Άλλωστε οι σκηνές της ταινίας επαναλαμβάνονται στη ροή του χρόνου, δηλώνοντας την νεκρική στασιμότητα των γεγονότων. Τα γεγονότα που απαξιώνονται από την εμπνευσμένη ειρωνεία του σκηνοθέτη, καθρεφτίζοντας το δράμα των απλών ανθρώπων που άθελα τους γίνονται μέτοχοι (συνεπώς και συντηρητές) μιας αλλότριας πραγματικότητας πολιτικών συμφερόντων.


Το αποκορύφωμα της ειρωνείας έρχεται στο φινάλε. Όπου η Ισραηλίτικη εξουσία μοιάζει αιχμάλωτη της επεκτατικής πολιτικής του έθνους της. Καταδικασμένη να παρακολουθεί την πραγματικότητα απλών ανθρώπων, όπως δύο ψαράδων, ή ενός ανθρώπου που μιλάει στο κινητό του, ή μιας παρέας που διασκεδάζει σ' ένα club, χωρίς την παραμικρή ανταπόκριση-αντίδραση των παρακολουθούμενων που συνεχίζουν κανονικά τις ζωές τους. Γιατί όπως δήλωσε και ο Elia Suleiman, "το χιούμορ είναι ο τρόπος να αντιστέκεσαι στην πραγματικότητα".
Βαθμολογία 7,5/10


Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Mal día para pescar


Σκηνοθεσία: Álvaro Brechner
Παραγωγής: Spain / Uruguay / 2009

Διάρκεια: 100'


Η Ουρουγουάη μπορεί να μην έχει επιδείξει τίποτα αξιόλογο κινηματογραφικά τα τελευταία χρόνια, αλλά η ταινία του Álvaro Brechner δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητη. Η αφήγηση ακολουθεί μια ελαφρώς "πειραγμένη" μορφή του αρχετυπικού νουάρ, εμπλουτισμένη με νεο-western στοιχεία. Οι λάτρεις του είδους ίσως το βρείτε παραπάνω από ενδιαφέρον. Ωστόσο οφείλουμε να σας γνωστοποιήσουμε πως διατηρεί χαμηλούς τόνους παρά το φαινομενικά high mood της πλοκής.


Ο Orsini, ένας αυτοαποκαλούμενος "Πρίγκηπας", περιοδεύει σε πόλεις της Ν. Αμερικής παρέα με τον φίλο του Jacob van Oppen, πρώην παγκόσμιο θρύλο της πάλης, διοργανώνοντας στημένους αγώνες. Όταν φτάσουν στη μικρή πόλη της Santa Maria, τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως ακριβώς τα επιθυμεί ο κομπιναδόρος και απένταρος Orsini. Καθώς η όμορφη του χωριού "υποχρεώνει" τον μυώδη νεαρό αγαπητικό της να παλέψει με τον ξεπερασμένο θρύλο και να διεκδικήσει το πολυπόθητο οικονομικό έπαθλο. Ο Orsini αποτυγχάνει στο να δραπετεύσει αναίμακτα από την πόλη, υποκύπτοντας στο ασίγαστο πάθος για πάλη και δόξα του Jacob van Oppen, ο οποίος αδυνατεί πεισματικά να αποδεχτεί τις συνέπειες του χρόνου.


SPOILERS!
Ας κοιτάξουμε αναλυτικά το τρίο των πρωταγωνιστικών ρόλων. Ο Orsini είναι ένας πανούργος ιμπρεσάριος που στήνει κομπίνες εκμεταλλευόμενος το "πάθος" του φίλου του, αλλά και τον ενθουσιασμό του ανυποψίαστου κόσμου. Απ' την άλλη ο Jacob van Oppen είναι ένα κακομαθημένο παιδί. Επιζητεί την πάλη και την προγενέστερη δόξα ως αναπνοή, αδυνατώντας να αποδεχτεί το πλήρωμα του χρόνου. Και καπηλεύοντας τα φώτα του παρελθόντος, κατρακυλάει σ' έναν άσωτο βίο μαζί με τον φίλο του. Τέλος, η όμορφη του χωριού, η Adriana, διαπράττει άλλου τύπου "εγκλήματα". Όντας σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, γλυκοκοιτάει το οικονομικό έπαθλο σε περίπτωση νίκης έναντι στον πρώην παγκόσμιο πρωταθλητή, το οποίο και προορίζει για την έγγαμη αποκατάσταση της. Και έτσι, στέλνει σχεδόν σε θυσία τον μυώδη φίλο της. Αγνοώντας πλήρως τις συνέπειες και επιδεικνύοντας παγερή αδιαφορία απέναντι του, υπνωτισμένη απ' το δέλεαρ του εύκολου χρήματος. Που όπως αποδεικνύεται καθόλου εύκολο δεν είναι.


Όπως διαβλέπουμε και οι τρεις ήρωες διαθέτουν όλα εκείνα τα στοιχεία που θα τους χαρακτήριζαν ως κακούς στη συνείδηση οποιασδήποτε κοινωνίας. Τι είναι όμως το καλό και το κακό, πέραν της "δικαστικής απόφασης" που προκύπτει από ένα σύνολο προαποφασισμένων και επινοημένων κανόνων που συνθέτουν τη στατική και συμβατική ηθική του κάθε τόπου-ανθρώπου; Ο Álvaro Brechner αρνείται να κοιτάξει τους ήρωες του υπό ένα τόσο ρηχό πρίσμα. Απαλλάσσεται εξ' αρχής απ' το ανώφελο -και ξεδιάντροπο εδώ που τα λέμε- παιχνίδι του χαρακτηρισμού. Αρνείται να θεωρήσει τις πράξεις των υποκειμένων ως αποτελέσματα και συνεπαγωγικά αρνείται να προβεί σε αμφιλεγόμενου τύπου "δικαστικές" κρίσεις-χαρακτηρισμούς. Αντιθέτως, κοιτάει βαθύτερα πίσω από τις πράξεις, κοιτάει τα κίνητρα που τις γεννούν. Και όλα αυτά τα κίνητρα που πυροκροτούν τις πράξεις των ηρώων, τελικά, προκύπτουν σχεδόν καταναγκαστικά απ' τη δομική υφή της ίδιας της κοινωνίας. Η Adriana είναι καταναγκασμένη να χρειάζεται χρήματα, όταν η κοινωνία την καταναγκάζει να παντρευτεί, καθότι εγκυμονούσα. Και ο γάμος, ως κοινωνικός θεσμός, καταναγκαστικά έχει αυξημένα κόστη. Σε παρόμοια συμπεράσματα θα καταλήξουμε αν αναλογιστούμε και τα κίνητρα των άλλων δύο πρωταγωνιστών. Έτσι, η ηθική του καλού και του κακού είναι ανήμπορη να μας παράσχει κάποια πληροφορία, αφού αγνοεί τα βαθύτερα και αδιόρατα κίνητρα του κάθε ορατού αποτελέσματος. Και αν καταναγκαστικά κάποιος ψάχνει για Θεούς και Δαίμονες, ίσως θα ήταν προτιμότερο να στραφεί στα σπάργανα της ίδιας της κοινωνίας και στα σωθικά της πραγματικότητας, οι οποίες γεννούν απ' τη σάρκα τους τα κίνητρα, που παράγουν τις πράξεις εκείνες που χαρακτηρίζουμε μυωπικά ως καλές ή κακές, στο τελευταίο και ορατό στάδιο του αποτελέσματος!


Έτσι το "Bad Day to Go Fishing" παρά την κατά έναν τρόπο ηθικόλογη πορεία του, απενεχοποιεί τους ήρωες του. Τους κοιτάει βαθύτερα, στο μέτρο του δυνατού. Και όλα αυτά με μια αξιόλογη σκηνοθεσία, αλλά και την εντυπωσιακή φωτογραφία του Álvaro Gutiérrez.
Βαθμολογία 7/10

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2009

Julie & Julia



Σκηνοθεσία: Nora Ephron
Παραγωγής: USA / 2009
Διάρκεια: 123'

Julie & Julia. Ή καλύτερα, Julie η μετενσάρκωση της Julia Child, της πανύψηλης και εκκεντρικής μαγείρισσας που φέρεται να άλλαξε τον χάρτη στην παραδοσιακή μαγειρική των νοικοκυριών τη δεκαετία του 60.


Η αφήγηση διχοτομείται σε δύο χρόνους για να μας εξιστορίσει τις ζωές των δύο (σχεδόν) ασύμπτωτων χρονικά πρωταγωνιστριών. Στο παρελθόν βλέπουμε τη Julia Child(Meryl Streep) με την παράξενη προφορά, να βαδίζει κόντρα στα κατεστημένα και συντηρητικά στερεότυπα της εποχής της, και να μάχεται επίπονα για τη συγγραφή ενός λεπτομερή οδηγού Γαλλικής μαγειρικής, σε γλώσσα προσιτή για όλα τα νοικοκυριά. Σε αυτό το μακροχρόνιο εγχείρημα έχει ως συνεργούς δυο επίσης μαγείρισσες. Ενώ ο Paul, ο άντρας της, στέκεται κάτι περισσότερο από δίπλα της, έχοντας μια βαθιά σχέση μαζί της κι έναν ακηλίδωτο γάμο. Η Meryl Streep καταλαμβάνει ολόκληρο το εύρος του κάδρου, και κυριολεκτικά και μεταφορικά. Καθότι περπατάει σε υπερυψωμένα πατώματα και σε υψίπεδα τακούνια για να προσομοιάσει τη φυσική παρουσία της ηρωίδας της. Αλλά και υποκριτικά, με μια εμβληματική ερμηνεία η οποία ωστόσο φλερτάρει επικίνδυνα με τα όρια της καρικατούρας.


Στο τώρα, βλέπουμε τη γλυκιά(δεν ξέρω αν θα καταφέρει ποτέ να εξιλεωθεί απ' αυτόν τον χαρακτηρισμό) Amy Adams να υποδύεται τη Julie. Μια νεαρή γυναίκα ανικανοποίητη απ' τη ζωή της, απ' τη δουλειά της, απ' τους φίλους της, αλλά και από τον άντρα της. Διανύει τους σύγχρονους άνευ νοήματος καιρούς, και επιζητεί λυσσαλέα ένα κίνητρο και μια ταυτότητα για τις άδειες ημέρες και τη μετέωρη ύπαρξη της. Έτσι, αποφασίζει να "δοκιμάσει" τις περίπου 550 συνταγές της Julia Child σε διάστημα ενός έτους, και να καταγράψει όλο αυτό το χρονικό-πρόκληση σε ένα μπλογκ. Μαγειρεύοντας, νιώθει το πνεύμα της Julia Child να κυλάει εντός της. Και έτσι αποκτάει ένα κίνητρο, ένα πρότυπο ζωής. Το μπλογκ την καταλαμβάνει. Και σταδιακά γίνεται δέσμια της εικονικής ζωής της, παραμελώντας την υπαρκτή. Ταΐζοντας έτσι τις ανασφάλειες και τη ματαιοδοξία της με δημοσιότητα.

Άραγε, είναι τα πρότυπα οι φαντασιοπληξίες μιας εποχής που στερείται νοήματος και το αναζητά διακαώς σε ήρωες; Η Julie δεν έχει γνωρίσει τη Julia ποτέ. Αυτή η απόσταση της επιτρέπει και την παρακινεί να την πλάθει όπως επιθυμεί με τα ωραιοποιητικά υλικά της φαντασίας της. Η Julia δεν είναι η Julia. Είναι η Julia που επινόησε η Julie. Είναι ένας σύγχρονου τύπου ιερός βωμός-θεότητα, σαν αυτόν που συνθέτουν τα ιδανικά εντός μας, τα ιδανικά που μόνοι μας επινοήσαμε και εθελούσια απολυτοποιήσαμε, αναζητώντας ένα νόημα στο μάταιο βίο μας. Και όσο πιο μακρινή γη παραμένει η απτή πραγματικότητα, τόσο βουλιάζουμε σε μια κατασκευασμένη εικονικότητα, (αυτ)επιβάλλοντας την σ' ένα φαινομενικά αγνό περιτύλιγμα. Άραγε πόσο αγνό μπορεί να είναι ένα μεθοδικά κατασκευασμένο ψέμα;


Το Julie & Julia είναι μια μέτρια ταινία. Μια μετρίως μέτρια ταινία εδώ που τα λέμε! Όμως αυτή η μετριότητα οφείλεται στην έλλειψη τόλμης και αιχμηρότητας από τη Nora Ephron, που αρέσκεται στο να κατασκευάζει χλιαρές ροζ ιστοριούλες. Η δραματουργία διακατέχεται από μια στοίβα ατεκμηρίωτων γεγονότων(εύκολη δημοσιότητα της Julie, ακηλίδωτοι γάμοι, χάρτινοι ήρωες, αμφιλεγόμενη οικονομική βιωσιμότητα, χλιαρό πολιτικό πλαίσιο κλπ) που μας αναγκάζουν να κοιτάξουμε την ιστορία ως ένα γλυκό και εύπεπτο παραμύθι. Και είναι κρίμα, διότι αυτή η ιστορία ενέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα επέτρεπαν ένα εμβαθύ κοινωνικό καρδιογράφημα.
Βαθμολογία 5/10