Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

Stella


Σκηνοθεσία: Sylvie Verheyde
Παραγωγής: France / 2008
Διάρκεια: 103'


Η Sylvie Verheyde, μας συστήνεται ως Stella, και μας μεταφέρει στα σκληρά αυτοβιογραφικά παιδικά της χρόνια. Μια εγκάρσια τομή στην διαδικασία της ενηλικίωσης(αυτή είναι αιωνόβια και ανεξάρτητη από ηλικίες) όπως την βιώνουμε όλοι μας.


Η Stella(Léora Barbara) είναι κόρη γονέων μπάρμαν στο επάγγελμα, και μπαρόβιων στη ζωή. Και το το σπίτι της είναι πάνω από ένα μπαρ της πιάτσας. Η ίδια είναι μαθήτρια της πρώτης γυμνασίου, σε ένα κυριλέ σχολείο του Παρισιού. Είναι εντελώς παραγκωνισμένη απ' τα άλλα παιδιά. Όντας ευδιάκριτα διαφοροποιημένη, καθώς αποτελεί το προϊόν μιας εντελώς διαφορετικής διαπαιδαγώγησης.

Η Stella με αυτό το απίστευτο βλέμμα (η αθωότητα, το πάθος για εξερεύνηση και η απόγνωση γίνονται ένα) μάχεται στην καρδιά ενός αντιφατικού κόσμου. Η έλλειψη προτύπων στη ζωή της είναι έκδηλη. Ενώ υπάρχουν και ορισμένες φορές που την συλλαμβάνουμε σε βίαιες συμπεριφορές, κληρονομημένες απ' το οικογενειακό περιβάλλον(δες τη σκηνή της αντίδρασης της μητέρας σε μια ενδεχόμενη μήνυση).


Τον ρόλων των προτύπων επωμίζεται η Gladys(Mélissa Rodriguez). Μια κοπέλα που ενηλικιώνεται σε ένα υγιές οικογενειακό περιβάλλον και που θα γίνει μια αληθινή φίλη για την πρωταγωνίστρια. Είναι εμφανές πως η Gladys ενέχει κάποια σημαντική ποιότητα για την ηλικία της. Ωστόσο, πρόκειται για μια "παθητική" ποιότητα, απ' τη στιγμή που τα πάντα πάνω της είναι προδιαγραμμένα. Πάντως, η συμπαθητική Stella χρωστάει σε αυτήν το εφαλτήριο του ταξιδιού. Όπου ο Balzac γίνεται πιστός σύντροφος -και τρόπος ζωής- στα λυτρωτικά δάκρυα της αυτοενδοσκόπησης.

Αυτή η ενασχόληση με τη λογοτεχνία επιφέρει μια διεύρυνση των οριζόντων. Η οποία δεν είναι τόσο σημαντική για το σχολικό καθεστώς ξύλινης γνώσης. Όπου οι επιδόσεις της πρωταγωνίστριας παραμένουν αρκετά χαμηλά. Ωστόσο η Stella διαφέρει σημαντικά απ' τα άλλα παιδιά. Και η διαφορά της εντοπίζεται στην υπευθυνότητα και το πάθος να ανακαλύψει ενεργητικά τον κόσμο. Όπως θα διαπιστώσει, σε ένα ζεύγος μαγικών σκηνών, κάθε μπαλκόνι έχει άλλη θέα. Αυτό που έχει σημασία είναι να σταθούμε μπροστά απ' το τζάμι που μας συρρικνώνει, και να αγγίξουμε με τα ίδια μας τα χέρια τον αέρα της ζωής.


Και η Stella παρ' ότι είναι πραγματικά απροστάτευτη ξεχωρίζει σε κάθε μέρος. Και βιώνει θετικά και απόλυτα τη στιγμή. Είναι μοναδική στο σχολείο, όπου οι καλλιεργημένες μικροαστικές αντιλήψεις των συμμαθητών την περιθωριοποιούν. Είναι εκθαμβωτική στο σπίτι, που καλείται να παίξει και τον ρόλο του γονέα για τους αποπροσανατολισμένους θαμώνες, αλλά και τους προβληματικούς γονείς της. Ιδιαίτερης αναφοράς χρήζει επίσης η σχέση φιλίας που αναπτύσσει με τον εκπληκτικό Guillaume Depardieu. Τέλος, είναι ξεχωριστή στις συνομήλικες φιλίες της. Δίνοντας τον εαυτό της και εκτιμώντας βαθύτατα τις σπλαχνικές πράξεις της φιλενάδας της.

Και αν επιζητούμε τη λύτρωση και ένα ίχνος αισιοδοξίας, αρκούν δύο ζεύγη φιλικά μάτια να φεγγίζουν στο σούρουπο. Ένα βλέμμα δεμένο με αγάπη, που διαλύει κάθε μίζερη ταξική κατηγοριοποίηση και υποδεικνύει την ανιδιοτέλεια των σκοπών ως μοναδική οδό.


Και αν μας ρωτήσετε ποια είναι τα πράγματα που κάνουν το Stella να ξεχωρίζει, τότε θα εστιάσουμε στις δύο κυρίες του μικρού αυτού διαμαντιού! Η Léora Barbara παραδίδει μια εξαιρετική ερμηνεία! Οι κινήσεις και το βλέμμα της φυλακίζουν την θέαση σε μια απίστευτα συναισθηματική εμπειρία. Ενώ και η Sylvie Verheyde, πίσω από την κάμερα, παραδίδει μια πρωτοποριακή σκηνοθεσία. Απέριττη, ρυθμική και απολαυστική. Αποφεύγει τον σκόπελο της διδακτικότητας και της μελοδραματικότητας, παρά τις δεδομένες προκλήσεις. Και η κάμερα προσαρμόζεται αριστουργηματικά στην "ηθική" του εκάστοτε χώρου.
Βαθμολογία 8/10

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2009

Fugitive Pieces



Σκηνοθεσία: Jeremy Podeswa
Παραγωγής: Canada / Greece / 2007
Διάρκεια: 104'


Μια ταινία για το βάρος της απώλειας. Και τον αντίκτυπο των τραυματικών ουλών του παρελθόντος πάνω μας. Πρόκειται για την εικονοποίηση του μυθιστορήματος της Anne Michaels. Και μάλλον η κινηματογράφηση, παρά τις καλαίσθητες εικόνες, έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Αφού η λογοτεχνία μονοπωλεί τις εντυπώσεις αλλά και τον φιλμικό χρόνο(voice over). Και όλα αυτά ντυμένα με το εκπληκτικό μουσικό score του Νίκου Κυπουργού.


Σε πρώτο πλάνο παρακολουθούμε τη ζωή του Jakob(Stephen Dillane). Ενός Εβραιόπουλου που τα παιδικά τραύματα απ' το ολοκαύτωμα τον ακολουθούν σε όλη του τη ζωή. Έχοντας παρακολουθήσει μπρος στα μάτια του τη δολοφονία των γονιών και την απαγωγή της αδερφής του. Ένας Έλληνας αρχαιολόγος, ο φιλεύσπλαχνος Athos(Rade Serbedzija), θα τον μαζέψει κάτω από δύο φύλα μουσαμά όπου και κρύβεται. Και από 'κει και ύστερα θα συμβιώσουν μαζί, αρχικά στην Ελλάδα και έπειτα στον Καναδά, μέχρι το πέρας της ζωής του τελευταίου. Ο Jakob δεν παύει στιγμή να ελπίζει για την αδερφή του, μια ελπίδα που σημαίνει και την καταδίκη του. Μια καταδίκη που ταυτίζεται με την απόλυτη άρνηση για ζωή, αφού ο Jakob κλείνεται στη μοναχικότητά του, αναπνέοντας μόνο για ένα χάδι απ' τα φαντάσματα του παρελθόντος. Τέλος, με ευδιάκριτη την επιρροή απ' τον πνευματικό του πατέρα τον Atho, Ο Jakob θα γίνει ένας μεγάλος συγγραφέας, ένας σπουδαίος άνθρωπος, και με τη βοήθεια της αγάπης, που προσωποποιεί η Michaela, θα μεταστρέψει τις αυτοκαταστροφικές εμμονές του, σε πηγή δημιουργίας! Η ιστορία επαναλαμβάνεται, σαν ρόδα που γυρνάει στην αιωνιότητα, καθώς ο Jakob αναλαμβάνει ρόλο "κηδεμόνα" για το καταπιεσμένο παιδί(Ben) της διπλανής πόρτας.

Η ταινία ξεδιπλώνεται με ένα πολύωρο voice over, που επισφραγίζει την αδυναμία της κινηματογραφικής αφήγησης να ακολουθήσει τη λογοτεχνική. Όχι, σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τα κάδρα του Jeremy Podeswa ως αδιάφορα. Αντιθέτως, ενέχουν μια υπέρογκα καλαίσθητη όψη, αφήνουν μια ποιητική απόχρωση και προσπαθούν ικανοποιητικά να αφηγηθούν μια ιστορία που πηγαινοέρχεται στο χωροχρόνο. Όμως ως υπόσταση, και θα ήταν δύσκολο, αδυνατούν να ακολουθήσουν την ιστορία. Ακόμα και έτσι, η ποίηση(γιατί περί τέτοιας πρόκειται) της Anne Michaels, στέκει επαρκής για να βουλιάξει τον θεατή στον συναισθηματικό κόσμο του Jakob. Σε μια οδυνηρή ιστορία απώλειας. Όπου οι μνήμες του παρελθόντος στοιχειώνουν το παρόν, και καταδικάζουν το μέλλον στην πιο βαριά τιμωρία: την Μνήμη. Η αυτοκαταστροφή και η λύτρωση μοιάζουν να είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Περιμένουν από εσένα να διαλέξεις. Να αφουγκραστείς τους μύχιους φόβους σου, και να αγκαλιάσεις συνολικά την οδύνη και την αγάπη ως ένα. Ίσως αυτό αρκεί, για να ξορκίσεις τα στοιχειά του μυαλού σου και να απελευθερωθείς απ' τις αλυσίδες του συντριπτικού σκότους.


Αν όμως κρατήσεις μια απόσταση απ' το συναισθηματικό υπόβαθρο της ταινίας, δεν είναι δα και εύκολο, θα διαπιστώσεις πως φυσάει από πολλές μπάντες για το Fugitive Pieces. Κατά πρώτον, η ιστορική διάσταση(Β' Παγκόσμιος αλλά και τα ύστερα χρόνια) αποδίδεται με αδικαιολόγητη αδυναμία και απλοϊκότητα. Και δε μιλάω για παραποίηση, αλλά για αποκλειστική χρήση σύμφωνα με τις (πιεστικές) βουλές της δραματουργίας. Επίσης, θα μπορούσαμε εύκολα να διακρίνουμε ορισμένες "στημένες" σκηνές, που επιστρατεύονται για δημαγωγικούς σκοπούς. Που αν ξεπεράσεις το πρώτο επίπεδο της επιφάνειας, θα διαπιστώσεις ένα χαοτικό κενό. Και τέλος θα ήθελα να μου λύσετε την εξής απορία: Ποιος ο λόγος οι ήρωες να μιλούν μισά Ελληνικά, μισά Αγγλικά μέσα στον ίδιο διάλογο; (Γιατί πέραν του αρχικού σταδίου της εκμάθησης της γλώσσας δε βλέπω κάποια άλλη αιτία).

Τέλος, οφείλουμε να αναφέρουμε τις αρκετά καλές ερμηνείες στο σύνολο τους. Που αποδίδουν μια ανθρώπινη ματιά στους ήρωες. Μια εξαγνιστική ματιά για εμάς τους ίδιους, ως θεατές. Ενώ ευδιάκριτο είναι ότι ο κάθε ρόλος αποτελεί την παραγόμενη συνιστώσα της οικογένειας, του κοινωνικού περιβάλλοντος και του ιστορικού γίγνεσθαι της εποχής του. Τέλος, δε θα μπορούσαμε να μην αναφέρουμε τις σπαραξικάρδιες μελωδίες του Νίκου Κυπουργού.
Βαθμολογία 7/10

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

Brokeback Mountain



Σκηνοθεσία: Ang Lee
Παραγωγής: Canada / USA / 2005
Διάρκεια: 134'


Άραγε είναι το φύλο καθορισμένο εκ γενετής; Πρόκειται για πληροφορίες προενσωματωμένες στο Dna μας; Ή μήπως οι ξεχωριστές φυλετικές συμπεριφορές που αποδίδουμε στα δύο φύλλα προκύπτουν αποκλειστικά ως επίκτητα χαρακτηριστικά, στα πλαίσια της διαβίωσης μας στην προδιαγεγραμμένη κοινωνία;


Άραγε σε ένα απομονωμένο περιβάλλον, απαλλαγμένο απ' τα κοινωνικά στεγανά και στερεότυπα, το φύλλο θα ήταν "λευκό" για τον καθένα; Αυτή την εμπειρία θα βιώσουν δυο καουμπόηδες, ο Jack(Jake Gyllenhaal) και ο Ennis(Heath Ledger), όταν βρεθούν ολομόναχοι στο Brokeback Mountain. Θα παρασυρθούν από μια ανεξήγητη ερωτική παρόρμηση(πάντα απρόβλεπτος ο έρως). Η οποία πέραν της συνουσίας, θα μετεκφραστεί σε συντροφικότητα και αγάπη. Ωστόσο αυτή την αγάπη απαγορεύεται να τη γευτούν. Έχοντας υπόψιν πως η ταινία τοποθετείται στα 60s. Και οι ήρωες καταλήγουν τελικά ως τα ευνουχισμένα αρσενικά, παραδοσιακών και τυπικών οικογενειών. Κρατώντας μισαναμένο το προσωπικό τους μυστικό, δίνοντας του ολιγοήμερα διαστήματα στο μαγευτικό Brokeback Mountain.


Ίσως να μην υπάρχει μεγαλύτερη δυστυχία απ' την ίδια την αγάπη που απαγορεύεται να ζήσεις. Εδώ για τους ήρωες, ανυπέρβλητο εμπόδιο στέκεται η ίδια η κοινωνία. Οι κοινωνικές παρωπίδες που καταδικάζουν ενθέρμως και αυθαίρετα αυτό που δεν τολμήσαμε να κατανοήσουμε. Άλλωστε η ομοφυλοφιλία παραμένει ακόμα μέχρι σήμερα κοινωνική μειονότητα. Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των κοινωνικών θεσμών παίζει και η οικογένεια(υπάρχει σχετική σκηνή). Όπου ανάμεσα στα χαϊδολογήματα και στη γονεϊκή φροντίδα συνυπάρχουν κραυγαλέοι ομοφυλοφιλικοί αφορισμοί. Καλλιεργώντας με αυτόν το τρόπο στο άτομο, απ' τα πρώτα χρόνια της ζωής του, την άγνοια, τον φόβο και μια αναίτια αποστροφή.


Ο Jake Gyllenhaal ενσαρκώνει έναν ευδιάθετο ομοφυλόφιλο, που ονειρεύεται, ακόμα και σε αυτόν τον δυσμενή κόσμο, να βιώσει καθολικά τον έρωτα με το "απαγορευμένο" έτερον ήμισυ. Αντίθετα, ο Heath Ledger προσπαθεί να καταπνίξει τα ένστικτα και τα συναισθήματα του. Κατηγορεί τον εαυτό του για αυτό που του συμβαίνει, το οποίο και αδυνατεί να κατανοήσει. Βιώνοντας εν τέλει τον απαγορευμένο έρωτα αυτοκαταστροφικά. Όμως ποιος στα αλήθεια μπορεί να τιθασεύσει το ερωτικό κάλεσμα;


Ο Ang Lee με μια χαμηλόφωνη και μινιμαλιστική σκηνοθεσία παραδίδει μια αξιοπρόσεκτη ταινία. Που κάλλιστα θα μπορούσε να αναγνωσθεί ως μια σπαρακτική ωδή στον απαγορευμένο έρωτα. Πολύ μακρύτερα της ομοφυλοφιλίας ή της ετεροφυλοφιλίας. Ωστόσο, η κάπως άνιση και μονομερή αποτύπωση των θηλυκών ρόλων, ίσως να λειτουργεί περιοριστικά. Και το Brokeback Mountain να καταλήγει απλά ως μια gay friendly ταινία. Ακόμα και αν υπάρχουν σκηνές που επιχειρούν να συρρικνώσουν την αγιοποίηση του ομοφυλοφιλισμού(όπως ας πούμε ο επιφανειακός ρόλος του επιστάτη). Τέλος, δε θα μπορούσαμε να παραλείψουμε μια αναφορά στη φωτογραφία και τα μαγικά φυσικά τοπία. Τα τοπία που ο Ταϊβανέζος σκηνοθέτης χρησιμοποιεί άψογα ως δραματουργικό background. Καθώς μέσα από την αποτύπωση της Φύσης κορυφώνεται και ο συναισθηματισμός στη σχέση του πρωταγωνιστικού ζεύγους. Ωστόσο, ίσως τα επαναληπτικά μοτίβα να φθίνουν και την ένταση που μεταφέρεται στον θεατή.
Βαθμολογία 7,5/10

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

Storie di ordinaria follia



Σκηνοθεσία: Marco Ferreri
Παραγωγής: Italy / France / 1981
Διάρκεια: 101'


Η τραχιά ποίηση του Charles Bukowski ανταμώνει με την κινηματογραφική ποίηση του Marco Ferreri σε μία, εκ πρώτης όψεως, αλλόκοτη ταινία. Μια ταινία όπου κυριαρχούν τα ζωώδη ένστικτα, οι γραφικές φετιχιστικές σεξουαλικές περιγραφές, αλλά και ένας λεπτός συναισθηματισμός.

Ο άνθρωπος αρέσκεται στο να κατασκευάζει φαντασιώσεις για τις έννοιες και τις καταστάσεις που δε μπορεί να κατακτήσει νοητικά ή βιωματικά. Κατ' αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να καλύψει ακούραστα την απόσταση που τον χωρίζει απ' την πραγματικότητα. Έπειτα, ποτίζει και εμπλουτίζει τις προαναφερθέν φαντασιώσεις με σκέψεις απόλυτα εναρμονισμένες με το αρχικό σχέδιο. Σκέψεις παράγωγα της ευρύτερης άγνοιας του. Ώσπου τέλος, έχει κάνει κτήμα του μια αυθαίρετα κατασκευασμένη εικόνα. Μια καλλιεργημένη αυταπάτη του εαυτού.


Το παραπάνω περιστατικό παρατηρείται ακόμα πιο έντονα σε αφηρημένες έννοιες που εύκολα προκαλούν σύγχυση. Όπως για παράδειγμα οι έννοιες της Τέχνης, ή της Ποίησης. Αν έχετε ταυτίσει στο υποσυνείδητο τις παραπάνω έννοιες με αστραφτερά χρώματα, πολύχρωμα κεντήματα, πορσελάνινες κούκλες και λοιπές χαρωπές ωραιοποιημένες εικόνες, τότε φοβάμαι πως το δίδυμο Ferreri-Bukowski θα σας απογοητεύσει. Ωστόσο, θα σας δώσει την ευκαιρία να δείτε μια υπαρκτή πλευρά της Τέχνης, της Ποίησης και του Κινηματογράφου.

Άλλωστε το διόδιο για την κατάκτηση της αιώνιας Τέχνης ίσως να είναι κάποιο είδος πνευματικής διαφορετικότητας. Αυτό που ο πρωταγωνιστής Ben Gazzara αναφέρει ως στυλ στον εναρκτήριο λόγο του. Και δεν υπάρχει αμφιβολία πως εμείς μέσα σε αυτό το αλλόκοτο σύμπαν πλοηγούμαστε στο εσωτερικό (ιδιότυπο) δωμάτιο ενός καλλιτέχνη. Ένα σύμπαν ελαφρώς παρανοϊκό. Ένα δωμάτιο που χορεύει σε μελαγχολικές σκούρες μπλε συχνότητες, με στιγμιαίες παύσεις θερμού κόκκινου. Έναν κόσμο πλημμυρισμένο με αρχέγονα ένστικτα. Όπου η οινοποσία είναι μία πόρτα εξόδου απ' τη λογική. Έναν κόσμο σκοτεινό, συνειδητοποιημένα περιθωριακό, όπου κυριαρχεί η μηδενιστική ποίηση του Charles Bukowski.


Όσο για τους δύο πρωταγωνιστές, αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Είναι και οι δύο ήρωες που κινούνται στο περιθώριο. Ήρωες ευαίσθητοι για να βουλιάξουν στο αποστειρωμένο τίποτα της συμβατικότητας. Και αδυνατούν να χωνέψουν τον εαυτό τους εντός του συστήματος. Ο Charles Bukowski είχε πει: "Έχω μία από τις δύο επιλογές -- να παραμείνω στο ταχυδρομείο και να τρελαθώ... ή να μείνω εκεί έξω, να το παίξω συγγραφέας και να πεθάνω της πείνας. Αποφάσισα να πεθάνω της πείνας." Στην ταινία θα μπορούσαμε να πούμε πως το αρσενικό, ο Ben Gazzara, υποδύεται τον συγγραφέα της παραπάνω ρήσης. Εκμεταλλεύεται την ποιητική του ιδιότητα, περιθωριοποιείται, και εξασφαλίζει ευκολότερα το εισιτήριο διαφυγής απ' την πραγματικότητα. Απ' την άλλη, η πανέμορφη Ornella Muti θα λέγαμε πως υποδύεται την εκδοχή του ταχυδρομείου απ' την παραπάνω ρήση. Το εισιτήριο διαφυγής δεν είναι το ίδιο εύκολο για αυτή. Όντας πόρνη για να επιβιώσει, συμμετέχει αναγκαστικά στα κοινά. Και φέρεται να βάλλεται με μανία κατά της φύσης της. Δηλαδή της ομορφιάς της, την οποία κατηγορεί για τη μοίρα της. Η αυτομαστίγωση και το χάραγμα της σάρκας φαντάζει μονόδρομο για τη σωτηρία. Έτσι, ανάμεσα σ' αυτούς τους δύο αναπτύσσεται ένας διαφορετικός έρωτας. Ποιητικός και βίαιος, συναισθηματικός και υπαρξιακός. Αλλά ταυτόχρονα και σπαρακτικά ασύμπτωτος!


Ίσως συναντήσετε υπέρογκες δυσκολίες στο να ακολουθήσετε αυτό το βίαιο σύμπαν της ταινίας. Ωστόσο, αν ακόμα και το τελευταίο ποίημα, δια της λυρικής εικονοποίησης του Marco Ferreri, δεν καταφέρει να σας προκαλέσει ρίγος, τότε ίσως προσπέρασε και η τελευταία πιθανότητα να "αισθανθείτε" την ποίηση του Charles Bukowski.
Βαθμολογία 7,5/10

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

Dog Day Afternoon



Σκηνοθεσία: Sidney Lumet
Παραγωγής: USA/ 1975
Διάρκεια: 125'


Η μυθοπλασία συνήθως έχει παραπεμπτικές ιδιότητες. Με την έννοια ότι η (εικονική) αποτύπωση, τις περισσότερες φορές, δεν ορίζει κάτι αυθύπαρκτα, αλλά μας παραπέμπει σε αναλλοίωτες και πιο αφηρημένες έννοιες που υποβόσκουν. Στα πλαίσια αυτά, νομίζω πως θα ήταν χρήσιμο εργαλείο μια ματιά στην Πλατωνική ρήση: Όλα όσα αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας (στην προκειμένη την όραση) δεν είναι παρά οι σκιές των αιώνιων και άφθαρτων ιδεών. Έτσι και το Dog Day Afternon, πίσω απ' την απολαυστική επιφάνεια του φαίνεσθαι, κρύβει μια πολυεπίπεδη περιγραφή του κοινωνικού πορτραίτου. Και όχι μόνο!


Δύο ερασιτέχνες ληστές, καθώς ο τρίτος δειλιάζει, εισβάλουν σε μια τράπεζα. Το πράγμα στραβώνει μετά από λάθος χειρισμούς. Και ο Sonny(Al PAcino) με τον Sal(John Cazale) προσπαθούν να τη σκαπουλάρουν με το μικρότερο δυνατό τίμημα. Ο ντόρος που ξεσπάει λειτουργεί όπως η βροχή για τα σαλιγκάρια, μαγνητίζοντας ένα πολυπληθές τσούρμο. Υπό την παρουσία της αστυνομίας πρώτοι καταφτάνουν οι λαοπλάνοι των media. Ενώ ακολουθούν οι απλοί πολίτες, που στα πλαίσια της ανθρώπινης ηδονοβλεψίας, προτιμούν τα live show.


Όταν οι εξαγριωμένες φωνές του Pacino "Attika attika, Do you Remember Attica?" γίνονται ιαχή στα χείλη των απλών ανθρώπων, μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε την ανεπάρκεια του "Νόμου" να αγκαλιάσει αυτούς για τους οποίους προορίζεται. Του "Νόμου" όχι με τη μορφή νομικών Συνταγμάτων, αλλά με τη μορφή του κοινωνικού πλαισίου. Την ανεπάρκεια και την αδυναμία του κοινωνικού πλαισίου να εξασφαλίζει την πλήρη αποδοχή του απ' τον λαό. Αντιθέτως, ο "Νόμος" εκλαμβάνεται ως κάτι στατικό το οποίο εξυπηρετεί δόλια συμφέροντα. Τη στιγμή που μάλιστα η εκτελεστική μονάδα, παραδίδεται στη νιρβάνα της οπλοφορίας της. Άλλωστε αυτός δεν είναι ο λόγος για τις αναρίθμητες επαναστάσεις που μετράει ο τόπος μας; Και δε μιλάω για εξεγέρσεις. Αλλά για επαναστάσεις, συλλογικές και ατομικές, ως προς τον τρόπο ζωής. (Επαναστάσεις σαν αυτές που μας περιγράφει η Ντέπυ Χατζηκαμπάνη στο "Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα"). Αλλά ακόμα και αυτοί που δεν επαναστάτησαν δεν σημαίνει πως δεν το πόθησαν. Μόνο που κάναν τον φόβο τους εικόνισμα και την ασφάλεια του μαντριού τους.

Κάποια στιγμή ένας δημοσιογράφος ρωτάει τον Al Pacino "Γιατί κάνεις τη ληστεία;". Πόσο αλλόκοτη μοιάζει αυτή η ερώτηση. Δεν υπάρχει απάντηση. Η επιλογή είναι μονόδρομος στα οικονομικά και κοινωνικά τέλματα του συστήματος. Οι ληστές είναι εντελώς άκακοι. Δε συναντάμε σε αυτούς κανένα ίχνος επιθετικότητας, όπως θα αναμενόταν σε κάποιον στυγερό εγκληματία. Αδιάσειστο τεκμήριο το χαμόγελο στα χείλη των θηλυκών ομήρων, η συνεργασιμότητά τους, αλλά και οι σχέσεις που αναπτύσσονται. Η πλοκή ξεδιπλώνεται περιμετρικά του Al Pacino. Είναι αυτός, που όπως πληροφορούμαστε, έχει αναλάβει την ευθύνη να είναι ο πατέρας όλων. Των γονιών του και των δύο ερωτικών συντρόφων του. Ο καθένας τους είναι εγκλεισμένος σε μια νοσηρή ιδιοτέλεια. Το ίδιο συμβαίνει και με τον πνευματικά πειραγμένο συνεργάτη και φίλο του Sal. Ο Al Pacino έχει αναλάβει την φροντίδα όλων. Ροκανίζοντας και ξοδεύοντας τα ελάχιστα υπολείμματα του εαυτού του. Το ίδιο συμβαίνει και σε αυτή την "επιχείρηση". Είναι ο Al Pacino που θα σηκώσει όλο το βάρος. Κρατώντας το κλίμα ευχάριστο εντός της τράπεζας. Και χειρίζοντας τις ισορροπίες με λεπτό τρόπο εκτός αυτής. Ακόμα και όταν πληροφορείται το άδοξο τέλος που του επιφυλάσσεται.


Ο Al Pacino παραδίδει μια τρισμέγιστη ερμηνεία(με το πιστόλι στον κρόταφο ίσως την ξεχώριζα ως την καλύτερη του). Διαστέλλει τις ερμηνευτικές ικανότητες του σώματος και του βλέμματος. Ενώ ο μεγάλος Sidney Lumet παραδίδει μαθήματα σκηνοθεσίας. Με μια πρωτοφανή σύλληψη του ντεκουπάζ(προσέξτε τις σκηνές που ορίζονται τα εντός και τα εκτός της τράπεζας). Εντύπωση προκαλούν και τα κοφτερά κάδρα στα αινιγματικά βλέμματα των ηρώων. Για παράδειγμα η ματιά του διευθυντή της τράπεζας ξεχειλίζει από μίσος και φθόνο. Καθώς παραγκωνίζεται από οικονομικός προστάτης των εργαζομένων σε έναν απλό όμηρο. Αφού οι ασκούμενες του υποτάσσονται εθελούσια στον ανώτερο συναισθηματικά Al Pacino. Άλλο ένα παράδειγμα είναι και το βλέμμα του πράκτορα του Fbi. Ματιές που ξεχειλίζουν μιας παγωμένης και νοσηρής υπεροψίας. Ενώ το βλέμμα του Al Pacino είναι πάντα φυσικό, με ζωγραφισμένη την αγωνία, την ευσπλαχνία, την αισιοδοξία και την απόγνωση πάνω του.

Η ταινία αν και είναι γυρισμένη αποκλειστικά σε έναν χώρο(στην τράπεζα) κρατάει με άνεση το ενδιαφέρον στο αμείωτο. Μέχρι την τελευταία σκηνή που οι αποστάτες, που πρωτίστως έχουν κατακτήσει το λαό, φυγαδεύονται απ' την αστυνομία. Λίγο νωρίτερα ο Al Pacino έχει πει:"Θέλω αυτός που θα με σκοτώσει να το κάνει από μίσος και όχι επειδή θα είναι η δουλειά του". Άραγε διώκεται ο εγκληματίας Sonny, ή ο επαναστάτης;
Βαθμολογία 9,5/10

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2009

Eclisse, L'



Σκηνοθεσία: Michelangelo Antonioni
Παραγωγής: Italy / France / 1962
Διάρκεια: 118'


Πνεύμα η Ύλη, Ύλη ή Πνεύμα; Το αιώνιο φιλοσοφικό δίλημμα που διατρέχει την ανθρωπότητα από την αρχαιότητα. Η προσωπική μου γνώμη είναι πως το συγκεκριμένο δίλημμα αποτελεί και σημείο ορόσημο για τη γέννηση σχεδόν όλων των αντιθέσεων που προέκυψαν απ' την παρατήρηση του κόσμου. Άλλωστε αυτός ο διχασμός γέννησε και δύο απ' τα πιο γνωστά φιλοσοφικά ρεύματα. Τον Ιδεαλισμό και τον Υλισμό. Πατέρας του Ιδεαλισμού θεωρείται ο Πλάτωνας, ενώ το ρεύμα εμπλουτίστηκε και από δεκάδες μετ' έπειτα στοχαστές όπως ο Χιούμ. Ο Ιδεαλισμός σε γενικές γραμμές, μεταξύ ύλης και πνεύματος, επιλέγει το πνεύμα ως πρωταρχικό στοιχείο του ανθρώπου και του Σύμπαντος. Και δηλώνει πως ο υλικός κόσμος δεν είναι παρά ένα προϊόν των αισθήσεων και των αντιλήψεων μας. Ο Υλισμός, που τον πρωτοσυναντάμε στον Δημόκριτο για να φτάσουμε ως τον Μαρξ, τίθεται στο αντίθετο άκρο. Θεωρεί την ύλη ως πρωταρχικό στοιχείο, και πως όλα τα φαινόμενα μπορούν να επεξηγηθούν ως υλικές αλληλεπιδράσεις.

Ο Antonioni, όπως και ο Καντ, θα προσπαθήσει να παρατηρήσει και να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ ύλης και πνεύματος. Μάταια. Δεν ξέρω αν δημιούργησα την αίσθηση πως το σύμπαν της Έκλειψης είναι ελιτίστικο. Κάτι τέτοιο θα ήταν εντελώς εσφαλμένο. Διότι η ταινία τοποθετείται στην καθημερινή Ρώμη της περιόδου. Με επίσης καθημερινούς ήρωες, που δεν είναι ούτε φιλόσοφοι, ούτε εμφανώς Ιδεαλιστές ή Υλιστές. Ωστόσο είναι ευδιόρατη η αντίθεση πνεύματος και ύλης πάνω τους, ως προς τον τρόπο που αντιμετωπίζουν-κοιτούν τον κόσμο.


Στην εκπληκτική εναρκτήρια σκηνή παρατηρούμε έναν άντρα και μια γυναίκα(Monica Vitti). Έχει προηγηθεί σίγουρα καυγάς. Το αξίωμα της πανταχούσας ανθρώπινης έλξης απομυθοποιήται με ιδιαίτερα χλευαστικό τρόπο. Το μαγνητικό πεδίο έχει παραστρατίσει της φύσης του. Απωθεί τα ετερώνυμα με μια απροσδιόριστη δύναμη. Ένα βραχνιασμένο ανεμιστηράκι ανάμεσα τους. Φιλτράρει τον γεμάτο καπνιά αέρα και τον εκτοξεύει στα κουρασμένα πρόσωπα τους. Είναι φανερό πως τίποτα δε μπορεί να τους ενώσει. Τι είναι όμως ατό που στ' αλήθεια τους χωρίζει;

Όπως προείπα το αγεφύρωτο μεταξύ ύλης και πνεύματος είναι δεδομένο. Κάτι που παρατηρούμε και σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις που έχει η Monica Vitti. Η Monica Vitti δεν είναι σε καμία περίπτωση μια πνευματώδη γυναίκα. Είναι όμως μια γυναίκα που δίνει εκ των έσω υπόσταση στον κόσμο. Και όλες οι σχέσεις που έχει με τη συντριπτική πλειοψηφία των υλιστών λοιπών προσώπων βρίσκονται σε τέλμα. Όπως αυτή που αναφέραμε στην προηγούμενη παράγραφο, η σχέση με την μητέρα της, αλλά και ο ερωτικός δεσμός που συνάπτει με τον χρηματιστή(Alain Delon).


Η Monica Vitti περιγράφεται σαφώς με πιο ποιητικό τρόπο. Όντας προνομιούχα, έχει απαλλαγεί απ' τις ψυχοφθόρες ενέργειες που απαιτούνται για τον βιοπορισμό. Και παρ' ότι η καθημερινότητα της μοιάζει φτωχή σε δραστηριότητες, ένας υπέρογκος εσωτερισμός ξεχειλίζει στο πρόσωπο της. Βιώνει τον κόσμο όπως κάποιος κυνηγός του απόλυτου. Η χαρά και η λύπη με στιγμιαίες εξάρσεις υπερίπτανται του συμβατικού και φωτίζουν ή επισκιάζουν τα κάδρα αναλόγως. Η αλληλοδιαδοχή των συναισθημάτων είναι συνεχόμενη. Η ευτυχία ρίχνει σκιά στην οδύνη και το αντίστροφο. Συνεχώς κάτι εκλείπει. Η έκελιψη του ολόκληρου.

Αντίθετα, οι υλιστές ήρωες παρουσιάζουν εντελώς διαφορετικά συμπτώματα. Ζουν τη ζωή τους σε συνεχή κίνηση. Ο χρηματιστής Alain Delon είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα υλιστή. Μπορεί να μην προσωποποιεί το χρήμα άμεσα, αλλά είναι ο συνδετικός κρίκος όσων το επιθυμούν. Και βλέπουμε τη ζωή των υλιστών να είναι τόσο ανούσια. Από τη μία στιγμή στην άλλη χάνουν και κερδίζουν εκατομμύρια. Όμως τα αισθήματα τους, ως προς το μέγεθος, δε μπορούν να συγκριθούν με αυτά της Monica Vitti(με την αδιάφορη για αυτούς ζωή). Οι υλιστές παρουσιάζονται ως δέσμιοι εραστές του μέτριου. Ή της μετριοπάθειας. Η μία μέρα τους δε διαφέρει απ' την επόμενη, παρά το γεγονός των αμέτρητων δραστηριοτήτων. Γιατί κάθε μέρα είναι κενή από συναισθήματα. Οι ανεπανάληπτες σκηνές στο χρηματιστήριο είναι ηχηρό τεκμήριο όλων των παραπάνω. Ο Antonioni κινηματογραφεί με σοκκαριστική ακρίβεια την αντιαισθητική χάβρα πολυκοσμίας εντός του χρηματιστηρίου. Προσδίδοντας στην πραγματικότητα μια υπέρογκη, αλλά τίμια, αντιαισθητικότητα. Στα πλαίσια αυτά μπορούμε να διακρίνουμε και ένα σχόλιο-παράπονο του σκηνοθέτη, πως η πραγματικότητα είναι αυτή που εξωθεί τους ανθρώπους σε αυτόν τον στείρο τρόπο ζωής. Και ισχυρίζομαι κάτι τέτοιο δεδομένου ότι, η Monica Vitti είναι η μόνη ηρωίδα που δεν "υποχρεούται" να παλέψει για τον βιοπορισμό της. Ενώ επίσης, αθόρυβα υπογραμμίζεται πως και η μητέρα της κατέληξε σε αυτό το άκρο, όταν έχασε τον άντρα της. Δηλαδή όταν αναγκάστηκε να παλέψει για τον βιοπορισμό της οικογενείας.


Ο Antonioni δείχνει να έχει επιλέξει με παμπόνηρο τρόπο τους πρωταγωνιστές του. Η Monica Vitti ήταν ένα sex xymbol της εποχής, ενώ και ο Alain Delon στη συνέχεια καθιερώθηκε ως το απόλυτο αρσενικό! Πολιορκώντας τον θεατή με αυτόν τον τρόπο με ερωτικές φαντασιώσεις που συγγενεύουν απόλυτα με τα σαρκικά ένστικτά του. Κάνοντας εν τέλει τον ίδιο τον θεατή αναπόσπαστο στοιχείο της δραματουργίας. Επιζητώντας να τον παγιδεύσει σε μια τεχνητή υλιστική παγίδα.


Και αν τόσες αντιθέσεις υπάρχουν μεταξύ του πνεύματος και της ύλης, της συνείδησης και των αισθήσεων, της υποκειμενικής νόησης και της αντικειμενικής λογικής, δε μπορεί να μην υπάρχει κάποια ομοιότητα. Ο Antonioni, που σε αυτή την ταινία μας έχει παραδώσει μαγευτικές σεκάνς, κρατάει την καλύτερη για το τέλος. Ένα πραγματικό ποίημα με τρε τζενεράλε φωτογραφίες να διαδέχονται η μία την άλλη. Εικόνες που εκμεταλλεύονται εις βάθος το αστικό τοπίο. Οι απέραντοι δρόμοι της Ρώμης εμφανίζονται έρημοι, κατάμονοι. Αμυδρά πρόσωπα, με σβησμένα χαρακτηριστικά, διασχίζουν τα κάδρα. Γεωμετρικές λήψεις σε μελαγχολικά μοτίβο. Όλα αυτά συνθέτουν σκηνές που λειτουργούν δισήμαντα. Αναδεικνύοντας απ' τη μία τη μοναξιά σε μια αλληγορική μύχια διάσταση, και φωτίζοντας απ' την άλλη ρεαλιστικά τα συνθλιπτικά έρημα τοπία. Γιατί η μοναξιά είναι τραύμα ανυπέρβλητο πανταχόθεν. Η μοναξιά είναι ο μεγαλύτερος φόβος και ο φριχτότερος πόνος. Και ούτε η Ύλη, αλλά ούτε και το Πνεύμα μπορεί να της ξεφύγει...
Βαθμολογία 9,5/10

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

The Visitor



Σκηνοθεσία: Thomas McCarthy
Παραγωγής: USA / 2007
Διάρκεια: 104'


Το The Visitor, σκηνοθετημένο και γραμμένο δια χειρός Thomas McCarthy, αποτελεί ένα πανανθρώπινο δράμα στο θέμα της μετανάστευσης και της καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Στο σταυροδρόμι των πολιτισμών, τη Νέα Υόρκη, σμίγουν κάπως άτσαλα οι ξένες ζωές ενός διακεκριμένου Αμερικάνου καθηγητή(Richard Jenkins), ενός Σύριου Τυμπανιστή(Haaz Sleiman) και της Σενεγαλέζας αγαπητικιάς(Danai Jekesai Gurira) του τελευταίου. Στους παραπάνω θα προστεθεί και η μητέρα(Hiam Abbass) του Haaz Sleiman, η οποία σπεύδει υπό το γεγονός της αναίτιας σύλληψης του γιου της. Οι ζωές όλων περιπλέκονται στη σκιά του ατυχούς συμβάντος. Και μια ακριβοθώρητη πολύπλευρη ανθρώπινη ευαισθησία, δημιουργεί ακράδαντους δεσμούς μεταξύ των τεσσάρων ηρώων.


Υπέρογκα παγκόσμια κανάλια οχετών μεταφέρουν, μαζί με τα "καλά", σωρούς πληροφοριών στην οικουμένη. Ήχοι, εικόνες, φυλλάδες διάσπαρτες παντού. Σε αυτά δεν χρειάζεται πράσινης κάρτα για την ολοκληρωτική μετάσταση τους πάνω μας. Και για την ενδοφλέβια χορήγησή τους δεν απαιτείται κάποια "συνταγή γιατρού". Αρκεί του οικονομικού καταναλωτισμού ο τσαμπουκάς. Ο ίδιος τσαμπουκάς που ξυλοφορτώνει μέρα-νύχτα την αλλοδαπή σε ανήλιαγα δωμάτια.


Και εμάς, με τις ζωές του τίποτα, τι μας χωρίζει; Η μαθηματική παράγωγος του τίποτα σε συνάρτηση της μανίας του κόσμου. Και μια ψωραλέα εκτίμηση για το υπερεγώ μας. Για προστατευτικά τοιχώματα έχουμε την απόσταση ενός ευχαριστώ και άλλη τόση γραφειοκρατία. Μα μόλις ο άνθρωπος βρεθεί, και ξεχειλίσει από μέσα ελεύθερα η ψυχή του, του τίποτα οι ζωές μας μπορούν να γίνουν "κάτι". Κάτι που αξίζει για να ζήσεις. Και τότε σαν χάρτινοι πύργοι κατεδαφίζονται τα προστατευτικά τοιχώματα, και όλων οι ζωές ένα πολύχρωμο ανθρώπινο κουβάρι...


Εν τέλη, το "The Visitor" αποτελεί μια ευαίσθητη ταινία γύρω απ' τα ανθρώπινα δικαιώματα και από τις ανθρώπινες σχέσεις. Και ένα, κάπως απροσδιόριστο, κατηγορώ στον βάρβαρο αστυνομοκρατικό εθνικισμό, ως διεκπαιρεωτική προέκταση του ευτελή νομικού θετικισμού. Σεναριακά πιθανόν παρουσιάζεται περισσότερο πολιτικά αβαρή απ' όσο θα επιθυμούσαμε και με κάποιες διακριτές δραματουργικές ευκολίες, ωστόσο παραμένει μια εντόνως συγκινητική ταινία. Στα συν και οι πολύ καλές ερμηνείες. Μπορεί ο Richard Jenkins να προτάθηκε για oscar, όμως την παράσταση κλέβει η εκπληκτική Hiam Abbass. Της οποίας το άστρο έμελλε να φωτίσει μετά την τέταρτη δεκαετία της ζωής της.
Βαθμολογία 6/10

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

Låt den rätte komma in



Σκηνοθεσία: Tomas Alfredson
Παραγωγής: Sweden / 2008
Διάρκεια: 115'


Αν επιθυμείς μια ταινία με ξέφρενες βαμπιροκαταστάσεις, μάλλον πρέπει να στρέψεις αλλού το βλέμμα σου. Γιατί ο Tomas Alfredson αποφεύγει επιδεικτικά τις κραυγαλέες προσεγγίσεις που έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια στις ταινίες του είδους. Αντιθέτως αφηγείται την ιστορία του με πρωτόγνωρη σοβαρότητα.


Σε κάποιο χιονισμένο προάστιο της Στοκχόλμης, ένα 12χρονό εσωστρεφή αγόρι, εν ονόματι Oscar, γίνεται σάκος του μποξ για τα μεγαλύτερα παιδιά του σχολείου. Τα οποία τον περιπαίζουν και τον χλευάζουν με κάθε τρόπο! Παράλληλα γνωρίζει την "παράξενη" γειτόνισσα του Eli, και αναπτύσσει μια ασυνήθιστα στοργική σχέση μαζί της. Η Eli, από βιολογική τουλάχιστον άποψη, διαφέρει απ' τα υπόλοιπα κορίτσια. Δεν τρέφεται με το "κοινό θνητό" φαγητό, και έλκεται ιδιαιτέρως απ' το ανθρώπινο αίμα. Και αποφεύγω σκοπίμως να της αποδώσω τον χαρακτηρισμό του βρικόλακα, ώστε να αποφευχθεί και η υποσυνείδητη(ή συνειδητή) παραπομπή στα στερεότυπα που έχουμε ενστερνιστεί από λοιπές ταινίες του είδους.

Αυτά τα στερεότυπα πασχίζει να καταρρίψει και ο Thomas Alfredson με μια εξαιρετικά δόκιμη και μινιμαλιστική σκηνοθεσία. Εμφανώς αποστασιοποιημένος, με μακρινά πλάνα, προσπαθεί με απόλυτη επιτυχία να κρατήσει "σβηστά τα αίματα" σε μια εκ γενετής ευέξαπτη θεματολογία. Και εν τέλη επιτυγχάνει μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση από αυτές που έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια!


Το "Låt den rätte komma in", ακόμα και αν δε διαθέτει τη δυναμική ενός Haneke, είναι πρωτίστως μια ταινία που αναδεικνύει τη θηριωδία της βίας. Σοκκαριστικές σκηνές βίας διαδέχονται η μία την άλλη, και μάλιστα με πρωταγωνιστές ανήλικα παιδάκια. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι η βία αυτή εξαπλώνεται σαν λιμός που παίρνει μια μορφή (αυτο)ικανοποίησης-λύτρωσης. Όμως ακόμα και αυτή η θηριωδία μπορεί να επισκιαστεί από μια σχέση αγάπης. Όπως αυτή μεταξύ Oscar και Elis, η οποία συναισθηματικά τουλάχιστον πρωταγωνιστεί και εκτοπίζει οτιδήποτε άλλο. Μιας αγάπης που θα λέγαμε ότι αναπτύσσεται σε αφηρημένη μορφή, απαλλαγμένη απ' τα στενόχωρα πλαίσια που την έχουμε συνηθίσει, καθώς το ζεύγος προκύπτει από όντα που αντιστοιχούν σε διαφορετικές "μορφές ζωής".


"Και εσύ θα σκότωνες, αλλά από εκδίκηση, ενώ εγώ είμαι αναγκασμένη", λέει η Eli καθώς δέχεται την ψυχρή επίθεση του Oscar. Προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να προασπιστεί τη διαφορετικότητα της, ενώ ταυτόχρονα καθρεφτίζει και την αλλοιωμένη ανθρώπινη φύση. Είναι σαν να μας λέει πως το ίδιο πράγμα μπορεί να γεννάται από διαφορετικές πηγές. Όπως εδώ η βία! Η βία από τη μία ως αναγκαίο συστατικό της επιβίωσης, και από την άλλη, η βία ως στοιχείο(βίτσιο) αυτοϊκανοποίησης. Και έπειτα, ενώ ο Oscar χλευάζει την Eli, γινόμαστε μάρτυρες μιας σκηνής με σπάνια συμβολική ακρίβεια. Παρακολουθούμε να εκρηγνύονται ρίπες αίματος απ' το σώμα της Eli, και ένας απροσμέτρητος πόνος, όμοιος με αυτόν που βιώνει κάποιος όταν περιθωριοποιείται αδίκως απ' το σύνολο. Μια περιθωριοποίηση που προκύπτει απ' την αδυναμία των μαζών να κατανοήσουν-εξερευνήσουν τα δομικά συστατικά απ' τα οποία αποτελείται η ζωή των ατόμων-ομάδων που ανήκουν σε κοινωνικές διαφορετικότητες(όπως μετανάστες, τοξικομανείς, ηλικιωμένοι κλπ).


Έτσι ο Thomas Alfredson, εκτός των άλλων, μοιάζει να μας ζητάει να κατανοήσουμε βαθύτερα τις αντικειμενικές συνθήκες εκείνες που οδηγούν στο όποιο αποτέλεσμα πριν καταδικάσουμε οποιονδήποτε. Και αν με ένα βαμπίρ είναι δύσκολο στο ανεξοικείωτο μυαλό μας, τα πράγματα γίνονται πιο εύκολα αν φέρουμε στο νου μας τη ζωή των εξαθλιωμένων μεταναστών για παράδειγμα. Τους οποίους μπορεί να κατηγορούμε για εγκληματικότητα κλπ, ωστόσο οι όποιες τέτοιες πράξεις τους, δεν είναι παρά ο καθρέφτης της βίαιας, αναίτιας και απάνθρωπης υποβάθμισης/περιθωριοποίησης τους(οικονομικής, κοινωνικής, ανθρωπιστικής) από μέρους μας. Τέλος, όλο αυτό το σκηνικό βίας, σε συνδυασμό με την αποστασιοποίηση του σκηνοθέτη, μπορεί να εκλαμβάνεται ως ένα απαισιόδοξο αδιέξοδο. Αλλά η προσωπική μου άποψη διαφέρει. Διότι, όπως βλέπουμε άνθρωπος και "βαμπίρ"(ως η αφηρημένη προσωποποίηση όποιας διαφορετικότητας) μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά στο χώρο...
Βαθμολογία 8/10

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2009

Τη Νύχτα Που ο Fernando Pessoa συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη



Σκηνοθεσία: Stelios Haralambopoulos
Παραγωγής: Greece / Portugal / Cyprus / 2008
Διάρκεια: 90'


Προτού αρχίσω το κείμενο θα ήθελα να αναφέρω με λύπη τη διαπίστωση μου πως το ντοκιμαντέρ, ως κινηματογραφικό είδος, συρρικνώνεται διαρκώς ως προς την απήχηση του στο κοινό. Και προτού συνεχίσω, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω πως προσωπικά είμαι φανατικός οπαδός των δύο κυρίων του τίτλου!

Η ταινία με αφορμή την (πραγματική) τυχαία συνάντηση του Fernando Pessoa και του Κωνσταντίνου Καβάφη, όντας συνταξιδιώτες για μία νύχτα, αφηγείται την ευρύτερη "καλλιτεχνική" συγγένεια μεταξύ των δύο ποιητών, τεκμηριώνοντας μάλιστα αυτή τη συγγενική σχέση με πλούσια συγγραφικά αποσπάσματα από το έργο τους. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει πως αφηγητής της ιστορίας είναι ένας "λαϊκός" άνθρωπος, ο Βασίλης Καλόπουλος. Ο οποίος ήταν και ο υπαίτιος για τη γνωριμία των δύο ποιητών, καθώς αποτέλεσε άθελα του τον συνδετικό κρίκο. Άλλωστε ένας λαϊκός άνθρωπος είναι ο πιο κατάλληλος για αυτόν τον ρόλο, απ' τη στιγμή που η Τέχνη εξ' ορισμού απευθύνεται στο λαό.


Κινηματογραφικά, αν εξαιρέσεις το πρώτο 40λεπτό -όπου ο Stelios Haralambopoulos προσπαθεί κάπως άγαρμπα να στερεώσει το μυθοπλαστικό κομμάτι χρησιμοποιώντας στον on χρόνο την αναγκαία έρευνα που διεπράχθη στα πλαίσια του θέματος- το film στέκεται με πολύ αξιοπρέπεια. Με εξαιρετικά ατμοσφαιρικές εικόνες και μια συνοδευτική σκοτεινή μουσική εναρμονίζεται πλήρως με το περιεχόμενο της ποίησης, την οποία και αγκαλιάζει με ιδιαίτερη λογοτεχνική ευαισθησία.


"Έχει μόνο δυο ημερομηνίες –της γέννησης και του θανάτου μου. Ανάμεσα στη μια και την άλλη όλες οι μέρες είναι δικές μου", λέει ο Fernando Pessoa. Στα πλαίσια αυτά αναπτύσσεται και η ταινία. Παρακάμπτοντας αυτήν την κλώσα που λέγεται ιστορία. Την ιστορία, με τη στενή έννοια, που αρέσκεται στο να αποστειρώνει το εξεταζόμενο αντικείμενο και φλυαρώντας να το εκθέτει ως αποξηραμένο άνθος. Αντίθετα, ο Stelios Haralambopoulos αποκαλύπτει τους δημιουργούς μέσα από την ποίηση τους και μέσα από αντίστοιχου ηχοχρώματος κινηματογραφική ποίηση.

Εν κατακλείδι, πρόκειται γα μια ταινία που θα σε ανατριχιάσει εφόσον είσαι θαυμαστής των συγκεκριμένων ποιητών. Μια ταινία που θα σε ενθουσιάσει αν είσαι οπαδός της σκοτεινής υπαρξιακής ποίησης γενικότερα. Και τέλος, μια ταινία που θα σε αφήσει ενοχλητικά αδιάφορο αν αναμένεις από δαύτη κάποιο τρανό κινηματογραφικό τεκμήριο.
Βαθμολογία 7/10

Fernando Pessoa

η λογοτεχνία,
όπως και κάθε μορφή τέχνης,
ισοδυναμεί με ομολογία ότι η ζωή δεν αρκεί.


Κωσταντίνος Καβάφης

Απ' τες εννιά
Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα
απ' τες εννιά που άναψα την λάμπα,
και κάθησα εδώ. Καθόμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Δώδεκα και μισή. Πως πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πως πέρασαν τα χρόνια.

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2009

Rashômon



Σκηνοθεσία: Akira Kurosawa
Παραγωγής: Japan / 1950
Διάρκεια: 88'


Ο Akira Kurosawa, στην πλέον κλασσική ταινία, έχει βαλθεί να αποδείξει τις επιβεβαιωμένες πλέον σχέσεις κινηματογράφου και μυθιστοριογραφίας. Η κινηματογραφική αφήγηση ρέει αβίαστα, σε ρυθμούς διηγήματος, καθώς ο φακός μετουσιώνει αριστοτεχνικά τον λόγο σε εικόνα.


Μεταφερόμαστε κάπου στο μεσαίωνα για να διελευκάνουμε μια δυσνόητη αλλά όχι και τόσο ασυνήθιστη ιστορία. Ένας περήφανος και ξακουστός ληστής μαγεύεται απ' τα κάλλη μιας όμορφης νεαράς, η οποία όντας αναβάτης σε λευκό άλογο συνοδεύεται απ' τον άντρα της. Ο ληστής επιθυμεί να την αποπλανήσει και σκαρφίζεται μια τρομακτική κομπίνα για να επιτύχει το σκοπό του. Τα de facto γεγονότα αντιστοιχούν σε μια ερωτική πράξη και στον θάνατο του συζύγου. Κάπου εκεί, ο σπουδαίος Ιάπωνας σκηνοθέτης στήνει με παμπόνηρο τρόπο ένα άτυπο δικαστήριο. Όπου φυλάει για τον θεατή μια προνομιούχα θέση στα "εισαγγελικά" έδρανα. Καθώς είναι ο θεατής εκείνος(προσέξτε την θέση της κάμερας) που παρακολουθεί με flash back τις μαρτυρίες των τριών εμπλεκόμενων προσώπων, όπως και αυτή ενός αυτόπτη μάρτυρα.


Οι τέσσερις διαφορετικές μαρτυρίες, παρά το γεγονός ότι περιστρέφονται γύρω απ' τα ίδια αντικειμενικά γεγονότα, παρουσιάζουν τέσσερις εντελώς διαφορετικές εκδοχές στην ιστορία. Με αυτή του αυτόπτη μάρτυρα να μοιάζει περισσότερο αποστασιοποιημένη. Το πλάσιμο της ιστορίας είναι, όπως διαφαίνεται, ένα προνόμιο που χρησιμοποιεί ο καθένας για την εξυπηρέτηση των σκοπών του. Καθώς και στις τέσσερις μαρτυρίες το ψέμα επεισέρχεται είτε για να αποκρύψει τις εφιαλτικές μνήμες, είτε για να τονώσει-προασπιστεί την τιμή και την ανδρεία του ομιλούντος.

Ο Akira Kurosawa ορθώνει το ανέφικτο, αλλά και το ανούσιο, της κατάκτησης του ακριβούς ενός χρονικού γεγονότων. Τα συμβάντα μπορεί να είναι αδιαμφισβήτητα και αντικειμενικά ως προς τις επιγραφές τους, όμως η συναρμολόγηση τους εξαρτάται από το υποκειμενικό βλέμμα του εκάστοτε "παρατηρητή". Τα διάφορα υποκειμενικά βλέμματα συνθέτουν μια σχετική αλήθεια, και περισσότερο υποκρύπτουν παρά αποκαλύπτουν την πραγματικότητα. Ωστόσο αυτή η "περίπου"πραγματικότητα είναι σημαντικότερη από κάθε φαινομενική αλήθεια. Είναι το όχημα που μας επιτρέπει μια πλήρη εποπτεία στους οπτικούς μηχανισμούς του εκάστοτε σχετικού βλέμματος. Απεκδύοντας την ουσιαστικότερη αλήθεια: το βύθισμα στην απύθμενη ιδιοσυγκρασιακή χώρα των προσωπικών ενοχών, των μνημών και των κινήτρων που μορφώνουν την υποκειμενική πραγματικότητα.


Ο Kurosawa δεν αφήνει ανεκμετάλλευτη ούτε την ετυμηγορική προσέγγιση του τίτλου. Rashomon = πύλες της κολάσεως. Και όλο το σκηνικό της ταινίας είναι τοποθετημένο σε ένα σύμπαν ανθρώπινης ανηθικότητας και φρικαλεότητας. Με χαρακτηριστικό παράδειγμα, τον ρόλο ενός ιερέα που καλείται να προσωποποιήσει την ηθική. Μια ηθική εκτοπισμένη απ' τον πυρήνα του ατόμου, η οποία αυτοπεριορίζεται σε μια επικίνδυνη εσωστρέφεια, όντας τρομοκρατημένη από τα φαντάσματα της πραγματικότητας. Η εκπληκτική λιτή μουσική σε συνδυασμό με την απέριττη, μα και καθηλωτική σκηνοθεσία, συντονίζουν για τα καλά τον θεατή στην ατμόσφαιρα. Ενώ τέλος, για μία ακόμη φορά, είναι εμφανή τα ερμηνευτικά δάνεια από την θεατρική Τέχνη, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση αυτή ενός διαρκή εκκωφαντικού γέλιου που αντηχεί ακριβολογώντας στις συχνότητες της ανθρώπινης κενότητας.
Βαθμολογία 9,5/10

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2009

What Just Happened



Σκηνοθεσία: Barry Levinson
Παραγωγής: USA / 2008
Διάρκεια: 104'


Πάει καιρός από τότε που ο Barry Levinson ήταν μαγαζί γωνία στην πιάτσα του Hollywood. Ωστόσο νέα συνεργασία του με τον Robert De Niro, έπειτα από μια δεκαετία, υπογράφει μια φρέσκια ταινία.


Στην κύρια θεματική εντοπίζουμε τη σάτιρα για την κινηματογραφική βιομηχανία. Όπου με έναν χιουμοριστικό τρόπο παρουσιάζεται η σχέση ηθοποιών, παραγωγών, σκηνοθετών, χρηματοδοτών. Με την μπίζνα τελικά να κατακρεουργεί το (εκκεντρικό) καλλιτεχνικό όραμα. Εννοείται πως το What Just Happened διακλαδώνεται με έναν soft τρόπο. Σε καμία περίπτωση δεν παραθέτει αποκαλύψεις. Όντας περισσότερο ένα αυτοσαρκαστικό σχόλιο παρά μια βαθύτερη ματιά στα έγκατα των μεγάλων studio. Ο Robert De Niro υποδύεται σε έναν οικείο ρόλο τον μεγαλοπαραγωγό, αλλά και τον (αποτυχημένο) οικογενειάρχη. Τον αποτυχημένο οικογενειάρχη στα φθοροποιά πλαίσια, ως προς τις ανθρώπινες σχέσεις, των business και του Star System.


Στο παράπλευρο σχόλιο της ταινίας, ενδιαφέρον παρουσιάζει η δήλωση για την εκτενή παρουσία τεχνητών ουσιών στη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου. Χασίσι, ψυχοτονωτικά κλπ αποτελούν τις ψυχολογικές πατερίτσες του αδυνατισμένου μέσου ανθρώπου. Στην ύστατη προσπάθεια διαφυγής απ' τον εαυτό και από την καθημερινότητα. Μιας επιφανής και fake καθημερινότητας, που διαρκώς ανοίγει ανυπέρβλητα τραύματα. Και αν το χασίσι είναι (ακόμα) κατακριτέο, δε συμβαίνει το ίδιο με τα ψυχοφάρμακα. Τα οποία παρ' ότι συγγενεύουν εξαιρετικά με τις λοιπές ναρκωτικές ουσίες, ελέω των τεράστιων συμφερόντων των φαρμακοβιομηχανιών, προωθούνται μαζικά και απενεχοποιημένα στο ευρύ κοινό. Και ο άνθρωπος, ως ζώον αγέλης, που έχει ανάγκη τη σύμφωνη γνώμη του περίγυρου του, στρέφεται σε αυτά και τα εναγκαλιάζει ως το ελιξήριο του. Ο Barry Levinson διακωμωδεί όλα τα παραπάνω με απολαυστικό τρόπο.


Τέλος, ευχάριστες σινεφίλ αναφορές αποτελούν το σύντομο πέρασμα ηθοποιών όπως ο Bruce Willis και ο Sean Penn. Ενώ επιτέλους, μετά από πολύ καιρό, παρακολουθούμε μια πολύ καλή ερμηνεία απ' τον Robert De Niro, που αν μη τι άλλο δείχνει να το απολαμβάνει!
Βαθμολογία 5,5/10

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2009

Okuribito



Σληνπθεσία: Yojiro Takita
Παραγωγής: Japan / 2008
Διάρκεια: 130'


Το Γιαπωνέζικο σινεμά είναι εδώ, πιστό στην ακριβοθώρητη κουλτούρα χρόνων και πλαισιωμένο με νεωτεριστικά στοιχεία, δια χειρός Yojiro Takita. Ο οποίος ούτε λίγο ούτε πολύ έχει κάνει το εξής εντυπωσιακό: έχει γυρίσει 42 ταινίες, λιγότερο γνωστές(με πιο δημοφιλή μέχρι σήμερα το "When the Last Sword Is Drawn"), σε διάρκεια μόλις 27 χρόνων.


Νέος μουσικός(Masahiro Motoki) πληρώνει το μάρμαρο της αντιεμπορευσιμότητας της Τέχνης του και μένει άνεργος. Αποφασίζει, με τη συγκατάβαση της γλυκιάς συζύγου του(Ryoko Hirosue), να μετακομίσουν στη γενέτειρα του. Όπου, η βιοποριστική ανάγκη για εργασία τον φέρνει στο κατώφλι μιας εταιρίας κηδειών. Οι αρχικές αναστολές, καθώς και η μαζική απόρριψη της κοινής γνώμης για το περιεχόμενο της εργασίας, σταδιακά κάμπτονται. Ο νεαρός πρωταγωνιστής περιθάλπει με αξιοπρόσεκτη ευαισθησία τα καθήκοντα του, και μετατρέπει την τελετή ως μια "τρυφερή" προετοιμασία του νεκρού για το υπερκόσμιο ταξίδι. Παράλληλα όμως, η επιστροφή στη γενέτειρα ενεργοποιεί τις παιδικές τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος. Με τον Masahiro Motoki να καλείται να αναμετρηθεί με το "μονοδιάστατο" μίσος προς τον πατέρα του, ο οποίος τους είχε εγκαταλείψει όταν ήταν μικρός.


Το Okuribito κατά μη έννοια αποτελεί έναν φόρο τιμής προς το νεκρό. Καθώς περιθάλπει με ιδιαίτερη ευλάβεια το μυστήριο, το οποίο και κινηματογραφεί και πλαισιώνει με παράλληλες συναισθηματικές εικόνες, οι οποίες ωστόσο λειτουργούν σε ένα βαθμό και αυτόνομα. Η σκηνοθεσία αξιοποιεί την εθνική κινηματογραφική κουλτούρα(χαρακτηριστική η σκηνή με τον σκληρό τηλεφακό στο άγνωρο πρόσωπο του πατέρα), την οποία όμως δεν παραλείπει να παντρέψει με μοντέρνα στοιχεία. Ενώ τέλος, μελαγχολικές νότες γεμίζουν διάσπαρτα το χώρο. Το αποτέλεσμα είναι μια έντονα συναισθηματικά φορτισμένη εμπειρία. Με αυτόν τον τρόπο ο Yojiro Takita φιλοδοξεί να μεταποιήσει την επιφανειακή θλίψη της τελετουργίας σε κάτι ανώτερο. Το αν το επιτυγχάνει, ή απλά εκμεταλλεύεται τις πτυχές του θέματος, αφήνεται στη δική σας κρίση.

Παράλληλα, αποτελεί διακαή πόθο, τουλάχιστον σε διαλεκτικό επίπεδο, ένας στοχασμός γύρω από τη μεταφυσική υφή του θανάτου. Κάτι που όμως μένει ανολοκλήρωτο, καθρεφτίζοντας την αδυναμία της ταινίας να κοιτάξει βαθύτερα το ζήτημα της απώλειας και του αιώνιου ταξιδιού. Αυτό αντιθέτως το είδαμε σε πολύ ικανοποιητικό βαθμό στο "Ανθισμένες Κερασιές". Επίσης, ελοχεύει διαρκώς ο κίνδυνος ενός δραματουργικού εγκλωβισμού στη φαινομενικότητα της μυσταγωγίας. Καθώς η συντριπτική πλειοψηφία του φιλμικού χρόνου αναλώνεται απλά στα μυστήρια. Η εμμονή αυτή, μέσω και της τρυφερής επιμέλειας του πρωταγωνιστή, καθιστά πιθανή μια δραματουργική διολίσθηση και μια μάλλον αφελή (και μη επιθυμητή βάση και μιας σκηνής προς το τέλος) εξιδανίκευση του επαγγέλματος. Δηλαδή την αποθέωση της φαινομενικής θλίψης της νεκρώσιμης πομπής, παρά μια υπερκοσμική ωδή, με γέφυρα τη ζωή και το θάνατο.


Από την άλλη, μια σπουδαία αρετή που παρατηρείται στο Departures, είναι ο εικονοκλαστικός τρόπος με τον οποίο μάχεται τις ανθρώπινες θυμοκρατικές εμμονές/προκαταλήψεις που επιβάλλονται υπό καθεστώς άγνοιας. Παρακολουθούμε τον Masahiro Motoki κυριευμένο από ένα αδάμαστο μίσος για τον πατέρα του. Ένα ρητό λέει: "Αν ήξερες τις μισές από τις συμφορές των εχθρών σου, ταυτόχρονα θα καταλάγιαζε το μίσος σου". Και αυτό που ενεργοποιεί την οργή του νεαρού ήρωα μας δεν είναι παρά η άγνοια για τη ζωή του πατέρα του. Σε αυτό το σημείο, ο Yojiro Takita με έναν μαεστρικό τρόπο ποιεί μια αινιγματική ατμόσφαιρα. Και εμείς, σε συμπαθής μοναχικές φυσιογνωμίες(όπως ο άνθρωπος που αναλαμβάνει την απελευθέρωση ψυχής και σώματος) διακρίνουμε μια πιθανή πατρική σχέση. Γιατί ίσως μια συνειδητοποιημένη στάση ζωής, είναι αυτή που καταδικάζει το άτομο στο κοινωνικό περιθώριο. Ενώ τρισμέγιστη ειρωνεία θα αποτελούσε η τύχη του Masahiro Motoki ως πατέρα, αν η γυναίκα του όντως αποφάσιζε να τους εγκαταλείψει. Πιθανόν ο γιος του να είχε μια ανάλογη και αδιακιολόγητη οργή για αυτόν. Με παρόμοιο τρόπο, το Okrubito μάχεται και τις λοιπές ανθρώπινες προκαταλήψεις. Με αποκορύφωμα τα επιδερμικά στερεότυπα που κατακλείζουν την πλειοψηφία γύρω απ' το επάγγελμα του "Αναχωρητή".
Βαθμολογία 6/10