Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

The Last Wave




Σκηνοθεσία: Peter Weir
Παραγωγής: Australia / 1977
Διάρκεια: 106'


Άλλο ένα διαμάντι, που πρέπει να σπεύσεις να ανακαλύψεις -αν δεν το έχεις πράξει ήδη. Μια ταινία απ' την μαγνητικά "ερωτική" περίοδο του Peter Weir στην Αυστραλία. Στις μυστηριακές συχνότητες του Picnic At The Hanging Rock, ο άνθρωπος πάλι στην καρδιά του δράματος. Όπως και η διαρκή αλληλεπίδραση με τη Φύση, με το περιβάλλον του.


Ο David Burton, ένας λευκός δικηγόρος, καλείται να υπερασπίσει μια ομάδα Αβοριγίνων(παντελώς αλλιώτικους του μέσου Αυστραλιανού ανθρώπου -εσωτερικώς και εξωτερικώς), οι οποίοι κατηγορούνται για τη δολοφονία ενός ομόφυλού τους. Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους, ο David Burton που βασανίζεται από ψυχοφθόρα όνειρα-οράματα, θα ποθήσει διακαώς το λυτρωτήριο φως της αλήθειας. Εξερευνώντας πιθαμή προς πιθαμή την υπόθεση.


Αυτό που διαφοροποιεί όμως τον δικηγόρο απ' τη συντριπτική πλειοψηφία της σύγχρονης Αυστραλίας, δεν είναι τα μεταφυσικά οράματα που βλέπει. Είναι η επιθυμία του να αποτινάξει από πάνω του τα στέρεα πρίσματα της παγκοσμιοποιημένης συμβασιολογίας της επιβεβλημένης λογικής, και να ορθώσει βιωματικά το ανάστημα του απέναντι στα σύμβολα, απέναντι στα πράγματα. Προσπαθώντας να τα κατακτήσει. Όχι ως φωριαμός κάποιας παχυλής γνώσης, αλλά ταρακουνώντας διαρκώς τα ύδατα της προσωπικής αυτογνωσίας. Στο επίπονο ταξίδι της ενδοσκόπησης. Της ενδοσκόπησης και κατάκτησης του ατόμου, ως μια κουκκίδα στον χάρτη της καθολικότητας. Άλλωστε αυτή η ιδιάζουσα, μα γνήσια κουλτούρα των Αβοριγίνων, δεν είναι παρά η απόδειξη της μονόπλευρης οπτικής μας απέναντι στα πράγματα. Μιας επιβεβλημένης οπτικής, που με περίσσια ορμή επιβάλλουμε και εμείς οι ίδιοι.

Η καθολικότητα όμως, κάθε ομάδας, κάθε οργάνωσης και ολόκληρου του κόσμου, περιγράφεται μέσα απ' τον Νόμο, όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά και οι Αβοριγίνες. Άραγε αναφέρονται σε κάποιο συνταγματικό συμβόλαιο; Προφανώς και όχι! Αναφέρονται στους άγραφους ηθικούς, εθιμικούς, κοινωνικούς κώδικες που διαμορφώνουν μια κοινωνία. Της κοινωνίας που προκύπτει ως παραγόμενο του ατομικού βάρους του καθενός μέσα σε αυτή. Και αυτό το Κύμα(The Last Wave) δημιουργείται στη σύγκρουση δυο κόσμων. Αυτόν που δουλικώς υποτάσσεται στα θέλγητρα των αρχόντων, και που γιγαντώνεται και αναπτύσσεται παγκοσμίως και ενοποιημένα. Και αυτόν που μισοπεθαμένος, με όποια δύναμη αντίστασης -πρωτίστως πνευματική- διακρατεί ακόμα μια εξαιρετικά στενόχωρη θέση σε αυτόν τον παραποιημένο παγκόσμιο φλοιό. Μια παραποίηση που αποτυπώνεται άλλωστε, στα πολυάριθμα πλάνα καταστροφής!


Και αν το σπανίως κινηματογραφημένο "The Last Wave" ήταν επίκαιρο στα 1977, δε μπορούμε να συλλάβουμε πόσο τραυματικά επίκαιρο είναι στο σήμερα! Στο σήμερα που οι κουλτούρες αφομοιώνονται και αφανίζονται στο βολικό πρότυπο της παγκοσμιοποίησης. Και αν η εθνική, η κοινωνική, η ομαδική διαφορετικότητα αμφισβητείται και αφανίζεται, τότε -όπως ο πρωταγωνιστής- οφείλουμε να κρατήσουμε ως φυλαχτό την ατομική μας διαφορετικότητα. Και μέσα απ' το ατέλειωτο ταξίδι της ενδοσκόπησης, να προσδιορίσουμε το βαθύτερο νόημα της καθολικής ύπαρξης. Ως παραγόμενο των δικών μας κόσμων...
Βαθμολογία 9,5/10

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

The Fountain



Σκηνοθεσία: Darren Aronofsky
Παραγωγής: USA / 2006
Διάρκεια: 96'


Κάθομαι πίσω απ' την οθόνη. Απέναντι μου το Fountain. Πως να αναμετρηθώ μαζί του; Οι όποιες σκέψεις, οι όποιες λέξεις σχηματίζονται, γλιστρούν ανεπιστρεπτί στην άβυσσο ενός άγνωρου σύμπαντος. Ακούω ακόμα απ' τα χείλη της "Finish It". Η προσταγή που τσαλάκωνε τον αναπόσπαστο εγωισμό της ανθρώπινης φύσης μου, γίνεται μια λεπτή γραμμή ανακούφισης. Αλλά τι λέω; Είμαι τόσο μακρυά απ' αυτό. Μαζί του - με το "Finish it"- διανύω το Γολγοθά της ζωής και του θανάτου. Μέχρι την Αθανασία. Ζωσμένος τις ανεπάρκειες μου. Η αβάσταχτη απόσταση απ' την πληρότητα, διαιωνισμένη στο άπειρο. Οι λέξεις, οι εικόνες, το κέντρο της δικής μας Εδέμ, τραύμα ανυπέρβλητης οδύνης.


Ο Darren Aronofsky θα παραμερίσει οτιδήποτε, και θα κεντήσει την καρδιά του δικού του ονείρου. Στην αγαπημενέστερη μορφή. Την κινηματογραφική! Και ο θεατής παραδομένος σε μια οπτικοακουστική πανδαισία, σε ένα εικαστικό ντελίριο χάνει όποια ικανότητα έναρθρης ομιλίας. Οι αλλόκοσμες μουσικές του Clint Mansell υπογράφουν το εξιτήριο του. Αναπολώντας από κάποια χρονοτρύπα του διαστήματος, τα χρόνια που έχασε η ψυχή του... Τεράστια ερωτήματα τείθονται. Ο θάνατος; Η ύλη και το πνεύμα; Η αγάπη; Διαστάσεις αγεφύρωτες, αναπόφευκτα κουρνιασμένες στο ανθρώπινο σώμα.


Ο μεγάλος αυτός σκηνοθέτης θα αποπειραθεί να δαμάσει το αχανές του χωροχρόνου. Από την γέννεση και τον Κήπο της Εδέμ, στην εξέλιξη ως το σήμερα. Και απ' το σήμερα ως το αύριο, παγιδευμένο σε κάποιο νεφέλωμα στο υπεργαλαξιακό του ταξίδι στο διηνεκές. Ο εκπληκτικός Hugh Jackman(όσο ζω μαθαίνω), σαστισμένος αναφωνεί: "Ο θάνατος είναι μια ασθένεια σαν όλες τις άλλες. Και εγώ θα βρω το ιατρικό." Με μια ευδιόρατη χλεύη μοιάζει να έχει φτάσει τόσο κοντά στο σωστό. Το οποίο μάλλον θα ήταν:"Ο φόβος για τον θάνατο είναι η μεγαλύτερη ασθένεια απ' όλες τις άλλες". Άραγε υπάρχει αντίδοτο; Ναι, η αγάπη. Η αληθινή, καθαρτική αγάπη. Αλλά πριν φτάσουμε ως εκεί, θα παρακολουθήσουμε όλους τους ήρωες(εξαιρουμένης της θετικής Rachel Weisz) κυριευμένους απ' τον φόβο του θανάτου. Ένας φόβος που στρέφει στον μεγαλομανή εναγκαλισμό της ίδιας της ύπαρξης, του εγώ. Και τη ματαιοδοξία, που ευγλώττως οδεύει την εξατομικευμένη οντότητα αντιμέτωπη με την ολότητα του σύμπαντος. Ω, επιστήμη! Στο δρόμο προς κάποιο άγνωστο ελιξήριο. Που όσοι ποθούν χρόνια να προσθέσουν στην εύθραυστη ζωή τους, τελικώς μόνον αφαιρούν τη ζωή απ' τα παραπλανημένα χρόνια τους. Ο Darren Aronofsky θα παρουσιάσει το μεγαλούργημα του σε μια εκκωφαντικά χρυσή φορεσιά. Χρυσός συνώνυμο του πλούτου. Πλούτος συνώνυμο της ματαιοδοξίας!


Και αν η σάρκα χρωστάει αυταποδείκτως έναν θάνατο, είναι όλα τελικά τόσο μάταια; Ή μήπως η σάρκα είναι το κλουβί του πνεύματος, της ψυχής; Και η μέγιστη φθοροποιός δύναμη; Της ψυχής που ζητάει απελευθέρωση, μέσα απ' τον θάνατο, στα άσβηστα του χρόνου μονοπάτια. Η σύζευξη με το φόβο είναι δυσβάσταχτη. Και η ενοχή ανεξίτηλο σημάδι. Το πνεύμα καταδικασμένο στις τραχιές πληγές του! Η οδύνη διαιωνισμένη και πολλαπλασιασμένη ως το μαθηματικό άπειρο. Μεταποιεί τον πόνο, σε φρεσκοβαμμένο πορφυρό άσμα που ρέει άφθονα και αδιάκοπα εκ των έσω.


Και όλα αυτά θα τα παρακολουθήσουμε μέσα από μια εκ των πιο σπαραξικάρδιων σχέσεων αγάπης στην ιστορία του cinema. Αυτή του Hugh Jackman και της Rachel Weisz. Άραγε υπάρχει σωτηρία; Ποια είναι τελικά η πηγή της ζωής; Ο Darren Aronofsky δίχως δισταγμό θα την καθρεφτίσει στην αγάπη. Το συναίσθημα που αγγίζει τη θέωση και εξαγνίζει ως παρθένο ύδωρ τα ενδότερα... Όχι την παρεξηγημένη αγάπη των καιρών μας. Μια αγάπη που υποδεικνύει την χειραφέτηση από την απεγνωσμένη προσκόλληση του εγώ και απ' τον εγκόσμιο φόβο, που οδηγούν στον αιώνιο θάνατο. Μια αγάπη, στην οποία η καρδιά γίνεται φύλλο λεπτό, έτοιμο να απορροφήσει την οδυνηρή ολότητα του κόσμου(του σύμπαντος), και μέσα από αυτόν τον ακράδαντο σύνδεσμο να αναπαυτεί στην αιώνια γαλήνη της αθανασίας!
Βαθμολογία 10/10





The Fountain(ΑΠΟΚΥΡΗΓΜΕΝΟ)


Σκηνοθεσία: Darren Aronofsky
Παραγωγής: USA / 2006
Διάρκεια: 96'

Το παρελθόν συναντά το μέλλον και αυτή η προσμονή του παρόντος δείχνει να προσκολλά και να προσπερνά τον χρόνο μέσα πάντα απ' την ιδιοφυία του Darren Aronofsky. Ένας πολεμιστής γύρω στα 1500 ξεκινά το πλάνεμα του κορμιού του για να σώσει τη βασιλίσσα του και την ψυχή του. Η καρδιά του έχει επιλέξει και πλέον αρκεί να βρει την πηγή της ζωής ικανή να λύσει τη Βασίλισσα απ' τα δεσμά της και να την κλειδώσει στην αγκαλιά του! Στο παρόν, που αποτελέι και το πιο πειστό δείγμα αληθοφάνειας, ένας ερευνητής ιατρικής(εδώ το παρακάνε ο Aronofsky) κάνει τα πάντα για να σώσει την αγαπημένη του απ' καρκινοπάθεια οξέιας μορφής, αλλά νικιέται απ' το χρόνο, ανακαλύπτωντας σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα το φάρμακο κατά της γύρανσης και κατά του καρκίνου. Τελικά η αγάπη, η εσωτερικότητα και η συνεχή σκέψη ζωντανεύει την ανάμνηση και η ζωή των δικών μας προσώπων παραμένει αιώνια θεραπεύωντας τον θάνατο. Ενώ στο μέλλον, ένας θανόντας περιπλανιέται στο σύμπαν σε άυλη μορφή, περιπλανιόνται οι σκέψεις περιπλανιόνται οι φόβοι, τα βιώματα και η λύτρωση φτάνει με την εξάγνιση των πάντων μέσα απ' τον έρωτα και την αγάπη σε μια απελευθέρωση της ψυχής.Τα πρόσωπα χρονικά ασύμβατα αλλα σημειολογικά συμβατά, ενώνονται απ' την κάμερα του Darren Aronofsky υπό τα δεσμά της αιώνιας λυτρωτήριας αγάπης και του έρωτα αλλά και αρκετές φορές διαχωρίζονται κρατώντας ένα αυστηρά προσωπικό προφίλ, δίνωντας έτσι αινιγματική μορφή και χώρο για ερωτηματικά αλλά και αναζήτηση στο θεατή!

Ο Darren Aronofsky μετά το εκπληκτικό Requiem for a Dream
εγκαταλείπει τις ιλιγγιώδης ταχύτητες του μοντάζ που αγαπήσαμε και συγκεντρώνεται σε μια πιο ισορροπημένη σκηνοθεσία, αφήνωντας πάντα νέα τεχνάσματα να διεισδύουν στη λεπτομέρια τα οποία βρίσκουν ωστόσο ταίρι σε πιο παραδοσιακά γκρο πλάνα, τρε-γκρο πλάνα και σταθερότερες λήψεις που πλέον είναι έντονα χρησιμοποιήσιμες.

Με την ύπαρξη του πολιτισμού των Μάγια στο κομμάτι του παρελθόντος καλύπτεται το μυθοπλαστικό κομμάτι της ταινίας, με το παρόν να αποσκοπεί σε ρεαλιστικότητα, και με την ένταξη φαντασίας και σουρεαλισμού με το κομμάτι του μέλλοντος που κλείνει το χρονοδιάγραμμα καταφέρνει να κάνει μια πολύ ολοκληρωμένη ταινία. Ο θεατής αρχικά είναι παρατηρητής μιας μεγάλης σειράς γεγονότων, ασύντακτα χρονικά, που τον κρατάν διαρκώς "στην πρίζα" αλλά και τον φορτώνουν ίσως και με αχρείαστο όγκο πληροφοριών που κάπως τον αποπροσανατολίζουν. Ωστόσο το τέλος είναι αντάξιο της ποιότητας του σκηνοθέτη και των προσδοκιών μας και όλα αποσαφηνίζονται με ξεκάθαρο μα και ταυτόχρονα λυρικό τρόπο. Πολύ καλός και ο χειρισμός των αντικειμένων και των συμβολισμών που είναι διάχυτοι παντού μες στην ταινία με την βέρα, το βιβλίο και το σπαθί να βρίσκονται στη πρώτη σειρά.

Έτσι μιλάμε για μια ταινία με αριστουργηματική γραφή και κατ' εμέ το πιο επαναστατικό μοτίβο της χρονιάς. Ωστόσο έχει την ατυχία να έχει στον πρωταγωνιστικό ρόλο τον Hugh Jackman ο οποίος κατά τη γνώμη μου πραγματοποιεί πενιχρή ερμηνεία ενώ και οι υποστηρικτικοί ρόλοι δείχνουν τελείως ασυμβίβαστοι με το γενικότερο προσανατολιμό της ταινίας. Η μόνη που διασώζεται είναι η Rachel Weisz χωρίς ωστόσο να εντυπωσιάζει. Αυτό το ερμηνευτικό βατερλό, μάλλον αποτελέι μια ήττα του σκηνοθέτη να διαχειριστεί το έμψυχο δυναμικό και να το κάνει κοινωνό του οράματος του για την ταινία καθώς το πρόβλημα παρατηρείται σε γενικό βαθμό. Τέλος ο Clint Mansell ξανά ντύνει με άριστης αισθητικής μελωδίες την ταινία δημιουργώντας πιο υποβλητική ατμόσφαιρα χρησιμοποιώντας αυτή την φορά αφαιρετικές μελωδίες.

Δείτε την ταινία, απ' τα must της χρονιάς, πολύ δυνατό θέμα, πολύ καλή σκηνοθεσία αν και κάπως υπερφορτωμένη, με δυστιχώς χαμηλού επιπέδου σκηνική παρουσία! Γιατί τελικά η αγάπη, ο έρωτας και η εσωτερικότητα φοβίζει τον δεσμότη θάνατο, τον θεραπεύει και τον μετατρέπει στην αρχή του δέους για να ακολουθήσει η λύτρωση και η αιωνιότητα της ψυχής!

Σχόλια (ο μόνος λόγος που κρατιέται το κείμενο)...

etalon είπε...
Το καλλιτεχνικό κάστ του Π και του Ρέκβιεμ για ένα όνειρο στην τρίτη του ταινία μας ζητάει να ξεχάσουμε οποιαδήποτε επαγγελματικότητα και λογική και να αφεθούμε στα ενστικτώδη συναισθήματά μας, βλέποντας, ακούγοντας και ζώντας μαζί με τους ήρωες, μια εξαιρετική και εντελώς προσωπική κατάδυση στο ασυνείδητό μας. Στόχος η αυτογνωσία στα χρόνια της μεταλλαγμένης ζωής μας.
Ο Αρονόφσκι σαφώς είναι ένας σύγχρονος μεταδιανοούμενος και μόνο γι αυτό, το λιγότερο που μπορεί να προκαλέσει, είναι αμηχανία στην εξήγηση και κυρίως στην ανάλυση του φιλμ του. Όπως κι ο Ντειβιντ Λίντς, ζητάει ταλαντούχους θεατές. Θεατές έτοιμους κι απαλλαγμένους από συμβατικότητες. Αθώους και ανοικτούς να ζήσουν τούτη την μοναδική φιλμική εμπειρία.
Επηρεασμένος από τα μεταπολεμικα φιλοσοφικά ρεύματα και προφητικά διαβλέποντας της επιστροφή του μεγάλου κοινού στην μεταφυσική, ξορκίζει τους δαίμονες με την δική του εκδοχή της αιωνιότητας, με τρόπο μοναδικό και ιδιαίτερα προσιτό. Όπως εγραψαν και τα Houston Chronicle : « Το σινεμα σαν ποίηση, ο ρομαντισμος σαν αποκάλυψη, η επιστημονικη φαντασία σαν …προσευχή.»
Είναι άξιο απορίας με πια κριτήρια απομονώνεται αυτό το φιλμ από τα 2 προηγούμενα, γιατί σαφώς είναι το τρίτο έργο μιας τριλογίας του νου, των εξαρτήσεων και των εμμονών. Δεν είναι καθόλου τυχαίο άλλωστε ότι οι βασικοί συντελεστές,( σενάριο, σκηνοθεσία, μουσική, φωτογραφία) είναι οι ίδιοι ο καθένας στην δική του εξελικτική διαδρομή.
Μια ταινία που αξιζει να ανακαλύψετε ο καθένας μόνος με τις όποιες δικές σας εμμονές. Τολμήστε το…
Είναι η καλύτερη ταινία της χρονιάς. Μιά μοναδική εμπειρία.

28 Ιούλιος 2007 8:08 μμ
kioy είπε...
Πολύ καλά τα λες, αλλά εξακολουθώ να υποστηρίζω πως το cast ήταν αναγκαίο και δεν υπήρχε. Δε μιλάω για δυνατότητες των ηθοποιών αλλά για τον ευρύτερο προσανατολισμό τους στην ταινία σε όλο αυτό που περιέγραψες και συ...
Σχετικά με τη συσχέτιση με τον Lynch, θεωρώ πως ο Aronofsky είναι ακόμα αρκετά πρώιμος, ωστόσο σίγουρα δε παραγνωρίζω ότι κινείται σε παρόμοιες συχνότητες. Αλλά μια και το ανέφερες, στις ταινίες του Lynch που πολλές φορές συναντάμε και πιο άσημους ηθοποιούς, πάντα οι ερμηνείες τους είναι συμβατε΄ς και το ταξίδι στο ασυνείδητο, η περιπλάνηση στην ενδοχώρα και η εξερεύνηση των ενδο-κρίσεων του μυαλού και της ψυχής είναι πιο πειστικές(σε σχέση με το Fountain μιλάω, στο requiem οι ερμηνείες ήταν καθηλωτικές ενώ το π ακόμα εν το χω δει)
Την καλημέρα μου!

29 Ιούλιος 2007 12:20 πμ
Πανος είπε...
Πάντως φίλε kioy, θέλω να δω καρκίνο ήπιας μορφής :Ρ

30 Ιούλιος 2007 9:09 πμ
kioy είπε...
Ok my friend!
Απ' όσο ξέρω, χωρίς να είμαι ειδικός, υπάρχουν καρκινώματα και μορφές καρκίνου του δέρματος αντιμετωπίσιμοι, αυτό εννοώ!
Το καλοκαίρι ήρθε και κρατάμε τη blogosfaira δυνατή!

30 Ιούλιος 2007 9:28 πμ
neutrino είπε...
αν και πορρω απεχω απο το να θεωρηθω φαν του Hugh (μαλλον αταλαντο τον βρισκω γενικα), δε συμφωνω για την ερμηνεια του στη συγκεκριμενη ταινια, οπου για μενα φανηκε οτι για πρωτη φορα κατειχε την ουσια του ρολου και σχεδονφανηκε να βιωνει αυτο που ερμηνευει. γενικοτερα, θεωρω οτι αυτη ειναι μια πρωτιστως συναισθηματικη ταινια που βιωνεται, δεν εκλογικευεται κι ετσι δεν εχω προσπαθησει να την κρινω κινηματογραφικα. μ'αρεσει γι'αυτον ακριβως τον λογο η προσεγγιση σου, γιατι βλεπει το εργο απο μια οπτικη διαφορετικη απο τη δικη μου, προσπαθει να εκλογικευσει το εργο και να το κρινει με περισσοτερο αντικειμενικα κριτηρια, κατι που εγω δεν μπορεσα να κανω. τις αδυναμιες που παρατηρεις τις βλεω εκ των υστερων κι εγω, αλλα και παλι δεν μπορει να μειωθει η αξια της ταινιας για μενα. ειναι συνολικα μια υπερβατικη εμπειρια και δν μπορω, προσωπικα, να την κρινω με συμβατικους κωδικες!
[επισης, στα πιο "διαδικαστικα" και παλι,προσωπικα βρισκω επιτυχημενη την επιλογη του "συγχρονου" ζευγαριου, μιας και με τον καρκινο και τον αγωνα δρομου της επιστημης απεναντι στο θανατο ο Αρονοφκυ τοποθετησε το διαχρονικο θεμα ερωτας-θανατος σε μια πολυ επικαιρη διασταση]

1 Αύγουστος 2007 6:22 πμ
kioy είπε...
Σίγουρα πρόκειται για μια υπερβατική εμπειρία, καθώς ο Aronofsky σε ξεναγεί στις φοβίες του στα πάθη του, σε κάθε λογής εσωτερικότητα και σίγουρα όποιος αρνηθεί να τη βιώσει χάνει κάτι ανεκτίμητο... οι αδυναμίες που αναφέρω είναι κυρίως σε αυτό το πλαίσιο, δηλαδή της βιώσης των ερεθισμάτων του κόσμου της πηγής της ζωής...Και εγώ συμφωνώ με την επιλογή του ζευγαριού, και του θέματς του αλλά το μυαλό μου δε μπορεί να δεχτεί(τουλάχιστον ρεαλιστικά) το πως ο Hugh ανακαλύπτει ολόκληρη την επιστήμη σε 1 βδομάδα με απλά πειράματα!
Αnyway, καλό μήνα να έχουμε, μακρυά απ' αυτά του Ιούλη...

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2009

La Rabia



Σκηνοθεσία: Albertina Carri
Παραγωγής: Argentina/ 2008
Διάρκεια: 85'


Το La Rabia, που προβλήθηκε στις Νύχτες Πρεμιέρας, είναι μια σοκαριστική, δυνατή και αριστουργηματική ταινία που καταξιώνει την Albertina Carri στα μάτια μου ως μία απ' τους πιο "ανήσυχους" και γνήσιους δημιουργούς του σύγχρονου cinema.


Θα μεταφερθούμε σε μια αγροτική περιοχή της Αργεντινής. Εκεί όπου σκληροτράχηλοι αγρότες θεσμοθετούν μια φλεγματική -μα τόσο φυσιολογική- καθημερινότητα. Μια καθημερινότητα που εκφυλίζει τον ρομαντισμό του έρωτα μεταποιώντας τον σε μια έκφυλη και αρρωστημένη μορφή ικανοποίησης των κτηνώδη ενστίκτων. Μια καθημερινότητα που ο θεσμός της οικογένειας είναι σακατεμένος και που η επεμβατικότητα προς τη φύση φαντάζει περισσότερο ως τρόπαιο του "εξελιγμένου" ανθρώπου Εμείς παρακολουθούμε κυρίως απ' τα μάτια της μικρής Nati. Η οποία όντας μουγκή, ταυτίζεται με το κοινό, καθώς είναι ανίκανη να εκφραστεί και να επιδράσει πάνω στα δρώμενα. Περιορίζοντας την όποια έκφραση της μόνο σε "βρώμικα" ζωγραφικά σχέδια που καθρεφτίζουν το περιβάλλον της. Και αν μέσα σε αυτή την πραγματικότητα οι ενήλικες μοιάζουν απόλυτα εναρμονισμένοι, δεν συμβαίνει το ίδιο για τα παιδιά. Που ασφυκτιώντας και αιμορραγώντας εσωτερικά, είναι καταδικασμένα να εναρμονιστούν με τα σχήματα του περιβάλλοντος και να απαλλαχθούν βίαια απ' την αθώα ατομικότητα τους.

Η Albertina Carri, εναλλάσσοντας με χαρακτηριστική άνεση τα κινηματογραφικά είδη, για ένα 85λεπτό θα πολιορκήσει τη θέαση και τη σκέψη. Με σχεδόν αποχρωματισμένες εικόνες
και μια σκηνοθεσία που συγκλονίζει μέσω της λεπτότητας και της εμβρίθειας της, θα χτίσει ένα ντοκυμαντερίστικο δράμα πάνω στη δομή της οικογένειας, την υφιστάμενη "εξέλιξη" του κόσμου και την αβάσταχτη θέση του παιδιού στην ισχύον κοινωνία.

Ο άντρας απατάται ως σύμβολο της δύναμης, τη στιγμή που η γυναίκα παίζει τα δικά της παιχνίδια. Κρυμμένη πίσω απ' τις σκιές ελέγχει, συντηρεί και εδραιώνει τα χρονικά της οικογένειας που κυλούν στη δική της παλάμη. Η Albertina Carri θα στοιχειοθετήσει την παρουσία της ως αποδέκτη του πόνου και των εσωτερικών ευθυνών του σπιτιού. Όμως θα τολμήσει στο άλλο άκρο και μια πιο "βρώμικη" δήλωση. Απεικονίζοντας την σε περίοπτη θέση στη βιτρίνα αυτού του βουρκότοπου. Του βουρκότοπου που αρχικώς ανέχεται και σταδιακά φιλάρεσκα γεύεται, επιλέγοντας χαρακτηριστικά μια υπόγεια θέση συγκάλυψης της πραγματικότητας.

Η ιστορία εξελίσσεται σε σύγχρονο χρόνο αλλά ασύγχρονο χώρο(αγροτική περιοχή). Κάτι που δίνει τη δυνατότητα στη δημιουργό να ασχοληθεί με τα στάδια της εξέλιξης του ανθρώπινου είδους. Εξέλιξη που όπως δηλώνεται προέκυψε απ' την καταπατητική κυριαρχία και εκμετάλλευση του ανθρώπου πάνω στη φύση. Ακόμα και οι βίαιες εικόνες της Albertina Carri αδυνατούν να περιγράψουν την κτηνώδη ταυτότητα του είδους, που τυραννικά επιβλήθηκε της Φύσης.

Όμως ο κεντρικός άξονας της ταινίας περιστρέφεται γύρω απ' το παιδί και τη θέση του στον κόσμο. Η μικρή Nati βρίσκει καταφύγιο μόνο σε μια αθώα παιδική φιλία, η οποία κινδυνεύει απ' τα πονηρά ζιζάνια που σπέρνουν οι μεγάλοι. Η απόγνωση ζωγραφίζεται στο πρόσωπο της όντας παρατηρητής αυτού του κόσμου, ενώ το εφιαλτικό εξπρεσιονιστικό σκίτσο που επιστρατεύεται φιλοδοξεί να οπτικοποιήσει την εσωτερική ταραχή-πάλη του μικρού κοριτσιού. Καθώς μόνο ένα τέτοιο σουρεαλιστικό στοιχείο θα μπορούσε να αγγίξει την ακρότητα αυτού του εύθραυστου εσωτερικού ψυχισμού. Τα παιδιά λοιπόν δεν είναι παρά ένα σφουγγάρι που απορροφά μαζικά όλα τα εξωτερικά ερεθίσματα σε μια μονομερή λήψη και επεξεργασία τους. Καθώς όντας αδύναμα να εκφραστούν και να επηρεάσουν το περιβάλλον, είναι καταδικασμένα να αλλοιωθούν μέσα σε αυτό. Και το τέλος κάπου εκεί έρχεται. Όχι σαν μια λυτρωτήρια έξοδο. Αλλά σαν μια απαισιόδοξη παραδοχή. Πως η
ενηλικίωση της νέας γεννιάς αναζητά τη διαφοροποίηση, αναπαράγοντας τελικά τα στερεότυπα του υφιστάμενου κόσμου...

Δεν ξέρω αν το La Rabia κυκλοφορήσει στις αίθουσες. Όμως σας εφιστώ την προσοχή πως πρόκειται για μια ταινία που μέσω του ύφους της διαφέρει μέσα στην μαζική παραγωγή ταινιών του καιρού μας...
Βαθμολογία 9,5/10

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2009

The Curse of the Jade Scorpion



Σκηνοθεσία: Woody Allen
Παραγωγής: USA / Germany / 2001
Διάρκεια: 103'


Η "Κατάρα Του Πράσινου Σκορπιού" αποτελεί άλλη μια απολαυστική στιγμή στην αξιοθαύμαστη πορεία αυτού του μεγάλου καλλιτέχνη. Το κωμικό της στίγμα εμφανέστατο μέσα από τις χαρισματικές ατάκες του Woody Allen. Αλλά και ένα βαθύτερο σχόλιο, αναπόσπαστο στοιχείο κάθε ταινίας, μετουσιώνει τούτο το φιλμ σε κάτι ανώτερο της τυπικής χιουμοριστικής κομεντί.


Σε ένα αντιπροσωπευτικό ασφαλιστικό γραφείο της Αμερικής, η attraction της εταιρίας Briggs(Woody Allen), θα τα βρει σκούρα με τον ερχομό της ψυχρής, έξυπνης και νέας Betty Ann Fitzgerald(Helen Hunt). Η τελευταία, εκμεταλλευόμενη και την εύνοια της σχέσης της με το αφεντικό, θα περάσει ένα επαγγελματικότερο πλάνο εργασίας, το οποίο φαίνεται να απειλεί τις διαισθητικές μεθόδους του κ.Briggs. Οι δυο τους θα γίνουν άσπονδοι εχθροί. Τα πράγματα όμως θα αντιστραφούν συντόμως. Όταν σε μια επαγγελματική έξοδο, ένας "ταχυδακτυλουργός" θα τους υπνωτίσει στα πλαίσια του βραδινού show. Παρά το πέρας της νύχτας ο "ταχυδακτυλουργός" θα διατηρήσει άσβηστη την επιρροή πάνω τους. Και εν αγνοία τους, θα τους καταστήσει συνεργούς σε μια καλοστημένη κομπίνα. Και έτσι η μοίρα θα παίξει περίεργα παιχνίδια με τους αντίθετους βίους των πρωταγωνιστών.


Δε θα σταθώ στη σεναριακή ξεδίπλωση της ταινίας. Δεν νομίζω πως υπάρχει κάποιος λόγος. Ο μονομερής ενστερνισμός ενός ασταθούς τεχνάσματος, αυτό της ύπνωσης, είναι εξόφθαλμος άλλωστε. Όμως, θα προσπαθήσω να περιγράψω μερικά απ' τα συναισθήματα που μου προκάλεσε. Με την εναρκτήρια σκηνή, την περιγραφή της ζωής του γραφείου, παρατηρούμε μια από τις πιο τετραγωνισμένες κινηματογραφικές αποτυπώσεις του Νεοϋορκέζου σκηνοθέτη. Η οποία συνάδει απόλυτα με τους δραματουργικούς σκοπούς. Άλλωστε ο ίδιος ο Woody Allen, και πιθανότατα κάθε άνθρωπος με καλλιτεχνικές ευαισθησίες, μοιάζει ευνουχισμένος στον στέρεο αυτό κόσμο της συμβατικής πραγματικότητας. Όπου η αγάπη, όπου ο άνθρωπος, έτσι όπως γεννήθηκε, διαβαίνει τα μονοπάτια του χρόνου ασθμαίνοντας.


Όμως και αυτός ο κόσμος πιο απαλός θα γίνει. Μέχρι τα ακροδάχτυλα μας το ιδανικό να πιάσουν. Έτσι όπως καθρεφτίζεται μέσα απ' έναν ιδανικό έρωτα. Τότε που το μίσος, η αδιαφορία και η απάθεια μεταγράφονται σε αβάσταχτη θέρμη. Ο Woody Allen σε ένα φινάλε, αντιδιαμετρικά αντίθετο της στέρεας αρχής, κλείνει εμβρόντητα την πόρτα στον βίαιο τούτο κόσμο. Αν θες να δεις πυροτεχνήματα, οφείλεις και εσύ το ίδιο να πράξεις! Αν θες στον ουρανό να ζέχνουν λαμπαδιασμένα τα όνειρά σου, αρκεί να σπάσεις τα δεσμά σου. Άλλωστε αυτός ο κόσμος αποτέλεσμα μιας ευρύτερης ύπνωσης δεν είναι; Στα πλαίσια της οποίας υπάγονται και οι όποιες συμπεριφορές μας. Ψυχοφθόρες, απομακρυσμένες του αθώου, του άπιαστου πρωταρχικού σκοπού - δουλικά υποταγμένες σε αλλότριες δυνάμεις.

Πάντα ρομαντικός ο Woody Allen εποίησε άλλη μια ταινία που κατηγορεί τον υπερτιμημένο εγκέφαλο. Όπως άλλωστε πολλάκις έχει δηλώσει. Καταβαραθρώνοντας και το παράγωγο αυτής της λογικής. Την αμήχανη μικροαστική πραγματικότητα. Και υμνώντας την ανθρώπινη φύση. Όπως αυτή κυλάει στα ενδότερα. Όπως πολλαπλασιάζεται΄κάτω από τις αρτηρίες της ύπαρξης. Τα συναισθήματα...
Βαθμολογία 7,5/10

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2009

The Curious Case of Benjamin Button



Σκηνοθεσία: David Fincher
Παραγωγής: USA/ 2008
Διάρκεια: 159'


Ο David Fincher, έναν χρόνο μετά το αριστουργηματικό και εγκληματικώς υποτιμημένο Zodiac, επιστρέφει με ένα υπαρξιακό ανθρώπινο δράμα. To "The Curious Case of Benjamin Button", το οποίο είναι μια ενδιαφέρουσα ταινία που όμως σε καμία περίπτωση δε μπορεί να συγκριθεί με τις μεγάλες ταινίες του δημιουργού.


Ένας "επιστήμονας" ρολογιών κατασκευάζει ένα ρολόι που παρουσιάζει την εξής ιδιότητα: οι δείκτες κινούνται αντίστροφα. Με μοναδικό σκοπό να επανακτηθεί ο χαμένος χρόνος. Παράλληλα στη Νέα Ορλεάνη, υπό εξαιρετικά παράξενες συνθήκες γεννιέται ένα ασυνήθιστο βρέφος. Πρόκειται για τον Μπέντζαμιν Μπάτον(Brad Pitt), ο οποίος είναι σαν να γεννήθηκε 80 ετών και πλέον να διανύει αντίστροφα τη ζωή του μέχρι την βρεφική ηλικία. Αυτή την ιδιότυπη ζωή θα παρακολουθήσουμε για 159' λεπτά, η οποία περιστρέφεται γύρω από μια ερωτική σχέση με την "φυσιολογική" Daisy(Cate Blanchett), της οποίας τα ημερολόγια αποτελούν και τις κολώνες της "flash back" αφήγησης. Μια ερωτική σχέση που σαν ηφαίστειο, άλλοτε ενεργό και άλλοτε σβησμένο, γρατζουνάει επίπονα και ανεξίτηλα το "παράξενο" ζευγάρι.


Η ταινία κερδίζει τις εντυπώσεις όσον αφορά το πρώτο στάδιο της αρχικής ιδέας, η οποία είναι ομολογουμένως ευρηματική. Στη συνέχεια όμως, εξαντλείται σχεδόν αποκλειστικά στη διάσταση του προδιαγεγραμμένου. Όλες οι ζωές, και αυτές που γεννήθηκαν στις πιο παράξενες διαστάσεις, και αυτές που κυλούν ανάστροφα, χρωστούν έναν θάνατο. Ζωές που εκτείνεται μεταξύ δυο ημερομηνιών, αυτή της Ανατολής και αυτή της Δύσης του εγκόσμιου βίου του καθένα. Τα πάντα έχουν ένα νόημα και δείχνουν να συμβαίνουν για ένα μοναδικό σκοπό. Έτσι τουλάχιστον μας λέει ο David Fincher. Μόνο που αυτή η ιδέα γίνεται σχεδόν εμμονή, παραπέμποντας μας σε μια εξαιρετικά "θεοφοβούμενη" μοιρολατρική διάσταση.


Οι Cate Blanchet και ο Brad Pitt είναι τα ηχηρά ονόματα στο cast. Αλλά και οι δύο μοιάζουν να περιορίζονται σε συμβατικές ερμηνείες σε μια ταινία που αποτελεί εξ ορισμού ένα αντισυμβατικό χρονογράφημα και μια βαθύτερη διείσδυση στην ανθρώπινη ύπαρξη. Και όλα αυτά σε συνδυασμό με την σεναριακή-σκηνοθετική ατολμία καθιστούν την δραματουργία εξαιρετικά επίπεδη, και μάλλον αναμενόμενη. Ωστόσο το "The Curious Case of Benjamin Button" περιέχει μερικά ευχάριστα ξεσπάσματα, ικανά να απογειώσουν τα συναισθήματα σε ταχύς χορευτικούς ρυθμούς. Ξεσπάσματα που οφείλονται κυρίως σε μεμονωμένες ερμηνευτικές εξάρσεις των πρωταγωνιστών, αλλά και στις αδιαπραγμάτευτες αφηγηματικές ικανότητες του David Fincher πίσω από την κάμερα.

Τέλος, οφείλω να σας προειδοποιήσω πως το σενάριο υπογράφει ο Eric Roth. Και το λέω, γιατί οι ομοιότητες με το Forrest Gump, που έχει επίσης γράψει, είναι περισσότερο από εμφανής. Ένα σενάριο που αν και αποτελεί μια ολοκληρωτική καταγραφή του ιστορικού γίγνεσθαι μεταξύ του 19ου και του 20ου αιώνα, τελικώς εμμένει σε μια προκλητικά επίπεδη αφήγηση. Παρ' όλα ταύτα, υπάρχουν και ορισμένες εξαιρετικά κωμικές σκηνές, που αναμένεται να σκάσουν σαν "κεραυνός γέλιου" ανά τις κινηματογραφικές αίθουσες. Ετοιμαστείτε!


"Η Απίστευτη Ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον" είναι μια εξαιρετικά προσεγμένη παραγωγή, η οποία αναμένεται να συζητηθεί εντόνως στα βραβεία της Α' κατηγορίας. Ήδη έχει προταθεί για 5 Χρυσές Σφαίρες και έπεται συνέχεια. Ωστόσο, σίγουρα δεν αποτελεί την ποιοτικότερη ταινία στη φιλμογραφία του David Fincher.
Βαθμολογία 6/10

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2009

Festen



Σκηνοθεσία: Thomas Vinterberg
Παραγωγής: Denmark / Sweden / 1998
Διάρκεια: 105'


Το Festen είναι η πρώτη ταινία που δημιουργήθηκε υπό τις αρχές του Δόγματος 95. Το οποίο πρωτυπέγραψαν οι Lars Von Trier-Thomas Vinterberg(έπειτα ακολούθησαν αρκετοί άλλοι) με σκοπό την περιφρούρηση του κινηματογράφου από την εμπορική επιτήδευση. Ωστόσο, οι αυστηροί κανονισμοί που προέβλεπε το Δόγμα 95, ουσιαστικά υπαγόρευαν μια έτερη στιλιστική επιτήδευση. Για τους λόγους αυτούς, οι συμφωνηθέντες "εντολές" αθετήθηκαν πολλάκις, και το συγκεκριμένο κινηματογραφικό ρεύμα καταλύθηκε συντόμως. Παρ' όλα ταύτα, άφησε το στίγμα του στη παγκόσμια κινηματογραφία!


Μια πενταμελής οικογένεια(πατέρας, μητέρα, δύο γιοι, μια κόρη) ανασυγκροτείται υπό το γεγονός της γιορτής του πατέρα. Συντόμως θα πληροφορηθούμε και την πρόσφατη απώλεια μιας κόρης εντός της οικογένειας. Ο πατέρας διοργανώνει ένα πολυτελέστατο συμπόσιο. Άφθονο κρασί, άφθονο ποτό ρέει στα τραπέζια. Καλογυαλισμένοι επισκέπτες. Τα νερά αυτής της φιλήσυχης και καθωσπρέπει οικογενειακής γιορτής αναταράσσονται όταν ο μεγάλος γιος(Ulrich Thomsen) αθετεί την εντολή "Τα εν οίκω μη εν δήμω". Τσαλακώνοντας για τα καλά την υγιέστατη εικόνα του φαίνεσθαι της φαμίλιας, και παρουσιάζοντας αυτολεξή τα κάτεργα του "είναι". Με ένα σύνολο σοβαρών κατηγοριών που βαραίνουν τις πλάτες του πατέρα.


Πέραν όμως της οφθαλμοφανούς αμαύρωσης της εικόνας της ευφάνταστης οικογένειας, ο Vinterberg, ως άλλος Haneke, έχει βάλει στοίχημα να αναδείξει και την αισχρότητα της κοινωνικής απάθειας και αδιαφορίας. Οι καλεσμένοι συνεχίζουν ατάραχοι το δείπνο τους παρά τις σοκαριστικές αποκαλύψεις παιδοφιλίας, βίας κλπ. Ο Vinteberg έχει προσομοιάσει επιτυχώς τους καλεσμένους με την κοινωνική ολότητα. Η οποία στην ψευδαίσθηση όποιας βολής αρνείται να σηκωθεί απ' την καρέκλα της και να αντισταθεί στο εγκληματικό στρώμα που την περιβάλλει. Διαιωνίζοντας έτσι τη διαφθορά και την εγκληματικότητα. Μέσα σε όλα αυτά τα πλαίσια ο Σκανδιναβός σκηνοθέτης δεν χάνει την ευκαιρία για να κάνει και ένα αιχμηρό σχόλιο πάνω στην ταξική διαστρωμάτωση. Αυτή η σκοτεινή και απειλητική ατμόσφαιρα αγγίζει όμως και τον θεατή. Ο οποίος συλλαμβάνει τον εαυτό του να κοιτάει με δυσπιστία προς το μέρος του κατήγορου Ulrich Thomsen. Διαπιστώνοντας και τη δική του ανεπάρκεια (πνευματικής) αντίστασης προς τα καθημερινά παρεκτρώματα.


Μεγάλο ενδιαφέρον αποκτά και η παρατήρηση της λοιπής οικογένειας και η επιρροή του πατέρα(εξουσία) σε αυτή. Η οικογένεια που μέχρι την οριστική επαλήθευση των κατηγοριών σχηματίζει έναν προστατευτικό κλοιό γύρω από την κεφαλή. Πίσω από την αγγελική έκφραση γαλήνης και ηρεμίας της μητέρας κρύβεται μία συνένοχος. Που με τη σιωπή και την ανοχή της είναι ηθικός αυτουργός σε όλη αυτή τη δυσωδία. Προσωπικά βλέπω μια ταύτιση της θέσης της μητέρας της οικογένειας με αυτήν της εκκλησίας στην κοινωνία. Στην αντίπερα όχθη βλέπουμε τον μικρότερο γιο(Thomas Bo Larsen) να έχει σπάσει απ' τη διαρκή βία πάνω του. Παρουσιάζεται εμετικός, βίαιος και εγωιστής. Προσπαθεί να συνετίσει τον αποκλίνοντα αδερφό του με τη βία, ως κάποιο άλλο τραυματισμένο αστυνομικό όργανο. Δείχνει να κεφαλαλγεί εσωτερικώς, τόσο που η εξωτερική του συμπεριφορά είναι εντελώς αποστροφική. Τέλος η κόρη(Paprika Steen), ως κάποιο απ' τα media της παραπληροφόρησης, προσπαθεί να διαψεύσει με λεπτό τρόπο τα λεχθέντα. Το στίγμα του καταπατητή πατέρα είναι έκδηλο και σε αυτή. Με αποκορύφωμα την ερωτική λαιμαργία της!

Μεγάλο ενδιαφέρον έχει όμως και ο χαρακτήρας του κατήγορου, του Urlich Thomsen. Ο οποίος δεν έρχεται σαν σωτήρας. Είναι ένας άνθρωπος γεμισμένος μίσος για το παρελθόν. Για τον σάτυρο πατέρα. Ή μήπως και για τον ίδιο του τον εαυτό; Όπως μας έχει γνωστοποιηθεί ο Thomsen εγκατέλειψε νωρίς τον οικογενειακό βίο. Μη μπορώντας να ανεχθεί αυτή την εμετική κατάσταση στα σπάργανα της οικογένειας. Η ζωή που διάλεξε είναι η σωτηρία; Ή μήπως το οινόπνευμα που σβήνει τη μνήμη πάνω απ' τις αθεράπευτες πληγές του; Ο πρόσφατος χαμός της αγαπημένης αδελφής του τον έχει ποτίσει με ενοχές. Ενοχές για την εγκατάλειψη της. Ενοχές για την αδυναμία του να υπερασπιστεί και να θεραπεύσει μια γνωστή κατάσταση. Ενοχές που το βάρος τους μοιάζουν ασήκωτο. Στα πλαίσια αυτά ο Urlich, ζητώντας συγχώρεση και απ' τον ίδιο του τον εαυτό, καταγγέλλει το χρονικό της κατασπαραγμένης παιδικότητας των τέκνων.


Το κλείσιμο είναι χαρισματικό. Όταν το ξεσκέπασμα έχει γίνει σε τέτοιο βαθμό, ο πατέρας δεν έχει παρά να αποχωρήσει. Με έναν ξύλινο λόγο, που επισημάνει την διεφθαρμένη του τροχιά στα έδρανα της εξουσίας. Σε αντίθεση με αυτόν, όλοι οι υπόλοιποι φιλήσυχοι καλεσμένοι, αλλά και οι υποθάλπτες των ποικιλόμορφων παρανομιών, παραμένουν βολικά καθισμένοι στις καρέκλες τους και απολαμβάνουν το πρωινό τους. Ίσως έτοιμοι να εκλέξουν τον επόμενο σάτυρο!

Το Festen πιθανότατα αποτελεί την πιο πιστή ταινία στις αρχές του Δόγματος 95. Όπου ο Vinteberg μετατρέπει αυτό το οικογενειακό δράμα σε ένα εμβαθή ψυχολογικό θρίλερ. Τα γυρίσματα υλοποιούνται σε φυσικούς χώρους, υπό φυσικούς φωτισμούς. Οι στέρεοι κινηματογραφικοί κώδικες τεμαχίζονται. Συγκυριακά οι ηθοποιοί διατελούν και χρέη καμεραμάν, οι γωνίες λήψεις ποικίλουν και το αστραπιαίο μοντάζ κάνουν ακόμα πιο βίαιο το ούτως ή άλλως βάναυσο αυτό δράμα.
Βαθμολογία 9/10

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2009

Cafe de los maestros



Σκηνοθεσία: Miguel Kohan
Παραγωγής: USA / Brazil / UK / Argentina / 2008
Διάρκεια: 90'


Ο Miguel Kohan θα καθίσει πίσω από την κάμερα για να μας μεταφέρει τον παλμό του Λατινοαμερικανικού ταμπεραμέντο μέσα απ' το πάθος του ταγκό. Μέσα από την επαναντάμωση των σπουδαιότερων μουσικών του είδους, απ' τα 50ς, που οδήγησε αρχικά σε μια συγκινητική συναυλία, έπειτα σε μια σπάνια και δημοφιλή ηχογράφηση, στη συνέχεια σε ένα βιβλίο και τέλος στο κινηματογραφικό Cafe de los maestros. Όμως σε μια ταινία, σε ένα ντοκιμαντέρ που όλες οι συνιστώσες υπηρετούν ευλαυικά το συναίσθημα και το χρονικό αυτής της ξεχωριστής στιγμής, οφείλουμε να ασχοληθούμε περισσότερο με τον "ιδιοκτήτη" του project. Αυτός είναι ο Gustavo Santaolalla, παγκόσμια μουσική φυσιογνωμία, υπεύθυνος και για τη μουσική σπουδαίων ταινιών όπως Babel, Brokeback Mountain και Diarios de motocicleta. Εδώ εκτός της ιδέας, έχει επιμεληθεί το σενάριο και είναι και ο πρωτεργάτης της παραγωγής.


Έτσι η αγάπη του Gustavo Santaolalla για το ταγκό οδήγησε στην υλοποίηση αυτού του αξιαγάπητου ντοκιμαντέρ. Το οποίο ωστόσο απευθύνεται σε κοινό συγκεκριμένου ενδιαφέροντος. Εμείς θα παρακολουθήσουμε το χρονικό της αντάμωσης των καλλιτεχνών με αξιοζήλευτη καλλιτεχνική ευαισθησία. Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από αυτή την παθιασμένη μουσική που λέγεται ταγκό, και ο Santaolalla δε θα αφήσει τίποτα να το περιχαρακώσει. Ταγκό που σημαίνει ρυθμός, ταγκό που σημαίνει ανθρώπινη έκφραση. Έτσι θα παρακολουθήσουμε τους μεγάλους star της εποχής(Horacio Salgán, Aníbal Arias και πολλούς πολλούς άλλους) μέσα από τις μελωδίες τους, αλλά και από τις ανθρώπινες εκφράσεις τους. Και όλη η ταινία, όλα τα επεισόδια, ακόμα και τα διαλεκτικά, σου δίνουν την εντύπωση πως αποτελούν αναπόσπαστα κομμάτια μιας συναυλίας. Σαν αυτής της ιστορικής συναυλίας που κλείνει και την ταινία.


Στα πλαίσια αυτά και η σκηνοθεσία κρατάει χαμηλόφωνους τόνους. Και υποτάσσεται με αγάπη στην μουσική παρόρμηση. Με μια φωτογραφία που μας ξεναγεί σε άλλες εποχές, με ρυθμικό μοντάζ και συναισθηματική ευφράδεια δείχνει και αυτή να παρασύρεται πλήρως στη Λατινοαμερικανική φινέτσα! Τέλος, το Cafe de los maestros δεν απευθύνεται σε μαζικό κοινό. Αλλά για τους λάτρεις του ταγκό και αυτούς που επιθυμούν μια άμεση ξενάγηση σε αυτό και την κουλτούρα του, η ταινία αποτελεί ιδανική επιλογή!
Βαθμολογία 6,5/10

Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2009

Revolutionary Road



Σκηνοθεσία: Sam Mendes
Παραγωγής: USA / UK / 2008
Διάρκεια: 119'


Ο Sam Mendes επιστρέφει στα γνωστά λημέρια του American Beauty. Βέβαια αυτή τη φορά θα εστιάσει πλησιέστερα στη γέννηση του προβλήματος του Αμερικάνικου όνειρου. Παρακολουθώντας ένα σχετικά νέο ζευγάρι, στο αρχικό στάδιο της αλλοτρίωσης, μέσα στην Αμερική του 1950. Το Revolutionary Road βασίστηκε στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Richard Yates.


Όσοι περιμένετε να δείτε στη μετά 11ετίας συνάντηση του Leonardo Di Cario και της Kate Winslet(η προηγούμενη ήταν στον Τιτανικό) την εκπλήρωση ενός ανεκπλήρωτου έρωτα, μάλλον θα πρέπει να στρέψετε αλλού τα βλέμματα σας! Εδώ, σύμφωνα με τις μαρτυρίες του περιβάλλοντος τους, η Kate Winslet και ο Leonardo Di Caprio συνθέτουν ένα αξιοζήλευτο ζευγάρι. Ωστόσο και οι δυο τους μοιάζουν παράταιροι στην τυπική μικροαστική κοινωνία. Η Kate Winslet νοιώθει εμφανώς μπουχτισμένη και αδρανής στη ρουτίνα του νοικοκυριού, ενώ ο Leonardo Di Caprio μοιάζει ευνουχισμένος στην αδιάφορη γραφειοκρατική εργασία. Έτσι, σχεδιάζουν από κοινού τη "δραπέτευση" στην πολιτισμικά υγιέστερη Ευρώπη. Συγκεκριμένα στη Γαλλία, αμφισβητώντας και την πάγια θεώρηση πως η ζωή σταματά με την έλευση των παιδιών. Τι γίνεται όμως όταν το χρήμα παρουσιάζεται εύκολο στη ζωή ενός εκ των δύο; Ο Sam Mendes θα σημαδέψει στον κομφορτισμό ως την απαρχή της αλλοτρίωσης. Θα κονταροχτυπίσει την αθωότητα του ονείρου με την "αγορασμένη ευτυχία", και μέσα από την παρατεταμένη σύγκρουση του ζεύγους θα θρυμματίσει για άλλη μια φορά την εικόνα του, παγκόσμιου πλέον, Αμερικάνικου ονείρου.

Το Revolutionary Road, όπως επίσης και το πρόσφατο Reader, μου δίνουν την ευκαιρία να κάνω την εξής παρατήρηση: Όλο και συχνότερα παρατηρούμε στα σενάρια την δραματουργική αξιοποίηση του off χρόνου. Συγκεκριμένα ο φιλμικός χρόνος μιας ταινίας διαχωρίζεται σε on και off. On χρόνος είναι η ιστορία που βλέπουμε στο πανί, ενώ off χρόνος αυτός που δε βλέπουμε. Για παράδειγμα off χρόνος είναι η παιδική ηλικία ενός ήρωα που σε κάποια ταινία τον παρατηρούμε μετά την ενηλικίωση του. Εδώ παρατηρούμε την ταινία να ξεδιπλώνεται με σημαντικές χρονικές ελλείψεις(για παράδειγμα λείπει ένα σημαντικό χρονικό διάστημα των πρώτων ετών του γάμου του ζευγαριού), οι οποίες ελλείψεις δεν εντάσσονται στα πλαίσια κάποιας αφηγηματικής οικονομίας. Αντιθέτως, ο Sam Mendes αφήνει την ελευθερία στον θεατή του, δίνοντας του κάποια απαραίτητα στοιχεία, να διαμορφώσει τα κενά χωρία. Επιτρέποντας έτσι στον off χρόνο να αλληλεπιδρά, πλέον ορατά, με τον on χρόνο, και κάνοντας τον αναπόσπαστο στοιχείο της δραματουργίας.


Μεγάλο ενδιαφέρον ως τέχνασμα έχει και η επιλογή του σκηνοθέτη να παρατηρήσει τη ζωή του ζεύγους και μέσα απ' το μικροαστικό περιβάλλον του. Για το οποίο η επιλογή της ξενιτιάς μοιάζει εντελώς αλλοπαρμένη και αντιμετωπίζεται ως κατακριτέα. Σαν μια μορφή παράνοιας. Η τρέλα που στο σύμπαν του Revolutionary Road οριοθετείται ως το απόβρασμα, ή μάλλον το περίττωμα αυτού του σάπιου κόσμου. Δεν είναι τυχαία η ύπαρξη ενός θεωρητικά τρελού(Michael Shannon), ο οποίος ρόλος αν και χρησιμοποιείται κάπως αβανταδόρικα, στρέφεται με οργή και αλήθεια κατά της μικροαστικής κοινωνίας. Άλλωστε η "τρέλα", στα πλαίσια αυτού του κενού και μάταιου κόσμου, μοιάζει με έκφραση ανώτερης πνευματικής οξύνοιας και ιδιοφυίας. Πνευματικής οξύνοιας που ξεσκεπάζει την σαθρότητα της αλλοτριωμένης ύπαρξης. Κάτι που φαίνεται και στα οργισμένα ξεσπάσματα του Leonardo Di Caprio, όταν αδυνατεί να αποδεχτεί την αλήθεια. Ο Di Caprio που παραδίδει μια σπουδαία ερμηνεία, φιλοδοξώντας να οπτικοποιήσει ολικώς την παράνοια του American Dream. Θα παρακολουθήσουμε επίσης μια εξαιρετική Kate Winslet στον μοναδικό ίσως αδιάφθορο ρόλο της ταινίας.


Το Revolutionary Road είναι μια ταινία που δεν υστερεί σε κανένα επίπεδο. Έχει στη διάθεση της ένα δυνατό soundtrack και μια ικανοποιητικότατη φωτογραφία. Ενώ το πρωτότυπο φινάλε ενδέχεται να σας αποζημιώσει. Η επιλογή του Sam Mendes να παρατηρήσει το ζευγάρι μέσα απ' τον κύκλο του, αποτρέπει εν μέρη το μελλοδραματισμό και δίνει βαθύτερες (ειρωνικές) διαστάσεις στο κατεστημένο μοτίβο αυτού του συμβατικού κόσμου.
Βαθμολογία 8/10



Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2009

Milk



Σκηνοθεσία: Gus Van Sant
Παραγωγής: USA / 2008
Διάρκεια: 128'


Ο Gus Van Sant θα αποφύγει χαρακτηριστικά τους πειραματισμούς στη φόρμα του, και ίσως με τον πιο mainstream αφηγηματικό τρόπο που τον έχουμε ποτέ συναντήσει, θα αναδείξει ηρωικά την προσωπογραφία του Harvey Milk.


Η ταινία θα ασχοληθεί με την τελευταία δεκαετία της ζωής του Harvey Milk(Sean Penn). Του πρώτου ανοιχτά gay εκλεγόμενου σε δημόσιο αξίωμα(Δημοτικός Σύμβουλος). Ο Milk παρουσιάζεται ως ένας ακτιβιστής που "χώθηκε" για τα καλά στον παρανοϊκό κόσμο της εποχής του(70ς), με σκοπό να εξασφαλίσει τα ανθρώπινα δικαιώματα στην ομοφυλόφιλη κοινότητα. Αποτελώντας ουσιαστικά στυλοβάτη στη μετέπειτα κοινωνική αναγνώριση της ομοφυλοφιλίας, αλλά και και στην απενεχοποίηση των ατομικών ερωτικών επιλογών. Η κάμερα, με δηλωμένη συμπάθεια, θα τον ακολουθεί ως τη (βίαιη) Δύση της ζωής του και τους τίτλους τέλους.


Ο Gus Van Sant, με ακαδημαϊκό κινηματογραφικό τρόπο, θα αναδείξει των ήρωα του ως προασπιστή όχι μόνο της ομοφυλόφιλης κοινότητας, αλλά και πάσης φύσης μειονοτήτων. Διαφορετικοτήτων που είναι καταδικασμένες σε μια αναίτια κοινωνική περιθωριοποίηση. Ο σκηνοθέτης θα χρησιμοποιήσει φωτεινά χρώματα στη φωτογραφία, δίνοντας συνεχώς μια ευχάριστη διάθεση στο θεατή. Ενώ το ταχύ μοντάζ σε συνδυασμό με τα κωμικά επεισόδια(εις βάρος κυρίως του πολιτικά ασόβαρου κόσμου) δίνουν ξέφρενο ρυθμό στην αφήγηση. Μιας αφήγησης που πατάει σε γενικές αλήθειες, ή σε κατά γενική ομολογία αλήθειες, αποσκοπώντας να καταστήσει ακόμα πιο αγαπητό τον ήρωα της. Εν τέλη, το Milk είναι μια αισιόδοξη ιστορία που παρακολουθείται εξαιρετικά ευχάριστα.


Ο Sean Penn αγκαλιάζει με αγάπη και σοβαρότητα το ρόλο του, παραδίδοντας μια αξιοπρόσεκτη ερμηνεία. Ενώ τις εντυπώσεις κλέβει και ο Josh Brolin, στον ρόλο του ψυχικά ασταθή Δημοτικού Συμβούλου. Τέλος, το Milk αποτελεί μια ευχάριστη ταινία και άλλη μια πολύ προσεγμένη παραγωγή. Ωστόσο, δεν πρόκειται για κάποιο αριστούργημα, ούτε θα το μνημονεύουμε για την κινηματογραφικότητά του.
Βαθμολογία 6/10

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2009

Alice in den Städten



Σκηνοθεσία: Wim Wenders
Παραγωγής: West Germany / 1974
Διάρκεια: 110'


Ο Wim Wenders έχει αφήσει ανεξίτηλα το στίγμα του στον κινηματογράφο των Road movies. Μια τέτοια αριστουργηματική ταινία είναι και το "Η Αλίκη Στις Πόλεις", που γύρισε σε ηλικία 29 ετών.

Ένας συγγραφέας ή αρθρογράφος, που μας παραπέμπει στον Coeniκο Barton Fink, μοιάζει πνευματικά ευνουχισμένος μέσα στο Αμερικάνικο τοπίο. Οι αισθήσεις τον έχουν εγκαταλείψει προ πολλού, και δίχως νόημα ζωής περιφέρεται βασανιστικά μέσα στο περιβάλλον του. Ακριβώς όσο βασανιστικά περιφέρεται η κάμερα ανάμεσα σε fast foodαδικά, motels, pubs και λοιπά Αμερικάνικα σύμβολα της εποχής. Μια φωτογραφική μηχανή είναι ο μόνιμος σύντροφος του συγγραφέα(του εκπληκτικού Rüdiger Vogler), και οι φωτογραφίες μοιάζουν περισσότερο με αποδεικτικό στοιχείο της ύπαρξης του.


Ένα παιδί παρατημένο, η Αλίκη του τίτλου, έρχεται να ταρακουνήσει τα νερά. Στο νου μου έρχεται ένα εκπληκτικό τετράστιχο από τις Τρύπες: "Όταν θα’ρθείς να με ξεθάψεις απ’τις στάχτες, και διώξεις από πάνω μου όλη τη σκουριά, και ξαναβάλεις τις ρόδες μου σε ράγες, και εγώ αρχίσω να κυλάω ξανά." Κάπως έτσι, σαν πνοή απ' τα ανθηρά πρωινά, σαν ανέμισμα απ' τα βουνίσια πέρατα, σαν καλπασμός σε θαλάσσια ράχη, η Αλίκη(η συμπαθέστατη Yella Rottländer) θα εντρυφήσει τη ζωή μέσα στον συγγραφέα.


Η Αλίκη είναι ένα κορίτσι που έχει μάθει να ζει σαν νομάς, ταξιδεύοντας ασταμάτητα με την μητέρα της. Όταν η τελευταία την εγκαταλείπει, τυχαίως θα μείνει στα χέρια του συγγραφέα. Ο Rüdiger Vogler θα προσπαθήσει να την επανενώσει με την χαμένη οικογένεια της, ψάχνοντας για τη γιαγιά της μικρής σε ολόκληρη τη Γερμανία. Αρχικώς μοιάζει εξαιρετικά αρνητικός, σαν να καταριέται την τύχη του. Όμως το κορίτσι, χωρίς ο ίδιος να το καταλαβαίνει, του έχει δώσει ένα νόημα ζωής, έναν λόγο ύπαρξης. Και στην ουσία είναι αυτή που θα τον επαναπροσδιορίσει ως ύπαρξη.

Η Αλίκη είναι περισσότερο ένα σύμβολο παιδικής αγνότητας και αυθεντικότητας. Το παιδί που έχουμε αποχωριστεί όλοι στην αλλοτριωμένη ενηλικίωση μας. Για αυτό είναι και η μοναδική που μπορεί να απελευθερώσει τον συγγραφέα από αυτό το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει. Στα road movies, που έχουμε συνηθίσει να ταυτίζουμε το ταξίδι με το ταξίδι της ζωής, βλέπουμε μια μικρή κοπέλα που επιδεικνύει τεράστια όρεξη για ζωή. Ζητάει συνέχεια απ' τον απρόθυμο και βαριεστημένο αρθρογράφο την εξερεύνηση, την περιπλάνηση εντός των πόλεων. Αυτό είναι και το ουσιαστικό σημείο διαφοράς τους. Η μία έχει αστείρευτη επιθυμία, ενώ ο άντρας, ολοκληρωτικά παραιτημένος, επιθυμεί την μονοτονία ενός motel. Αυτή η άρνηση για τα πάντα απεικονίζεται χαρακτηριστικά και στον τρόπο που αντιμετωπίζει αρχικά τη μικρή. Παρά το γεγονός πως η Αλίκη είναι αυτή που τον ξαναβγάζει στα πυρωμένα σκαλιά της ζωής. Χαρακτηριστική η σκηνή στο τμήμα. Όπου ο Rüdiger Vogler δηλώνει πως είχε και άλλα πράγματα να κάνει, ενώ όταν απαλλάσσεται για λίγες ώρες απ' την παρουσία της μικρής, το μοναδικό πράγμα που κάνει είναι απλά να μεθύσει. Σταδιακά και ο ίδιος θα συνειδητοποιεί πως η Αλίκη είναι το εισιτήριο του για την εσωτερική εξυγίανση. Σιγά σιγά θα δούμε τα μονίμως παγωμένα χείλη του να γελάνε, τον ίδιο να απελευθερώνεται και να απολαμβάνει τη διαδρομή και τη σκουριασμένη πένα του να χορεύει ξανά. Σαν την επιστροφή ενός ήλιου που είχε ολότελα χαθεί στην άβυσσο του σύμπαντος, στην άβυσσο της άρνησης.


Αυτή η μεταστροφή, αυτή η συναισθηματική εξέλιξη του ήρωα απεικονίζεται και στη χαρισματική φωτογραφία. Ο Wim Wenders εδώ απογείωσε τις δυνατότητες του 16mm, και μας χάρισε σκηνές μοναδικής αισθητικής καλλιέπειας. Κάτι που οφείλουμε να πιστώσουμε και στον φωτογράφο, τον Robby Müller. Η φωτογραφία, σαν ντοκυμαντεριστικό ντοκουμέντο, περιπλανιέται μέσα στη ζωή του κάθε τόπου. Συλλαμβάνοντας τη μαγεία της ζωής και στις πιο μικρές λεπτομέρειες. Μια ασπρόμαυρη φωτογραφία που μοιάζει να είναι ποτισμένη με χιλιάδες χρώματα. Τα μουντά χρώματα διαδέχονται ανθηρές ανοιξιάτικες αποχρώσεις, σημαδεύοντας την εσωτερική διάσταση του πρωταγωνιστή καθώς επαναπροσδιορίζεται και ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες του παρελθόντος.


Ο Wim Wenders, εκτός όλων των άλλων, σε αυτή την αριστουργηματική ταινία μοιάζει να κάνει και ένα σχόλιο για την κινηματογραφική εικόνα. Πέραν της εξόφθαλμης χλεύης που ρίχνει στην τηλεόραση, σε κάποιο σημείο στοχασμού, ο πρωταγωνιστής μας λέει πως οποιαδήποτε εικόνα απ' τη στιγμή της γέννησης της επιδιώκει κάτι απ' τον θεατή. Και εμείς παρακολουθούμε το "Alice in den Städten" που μέσα από την κεντρική του ιδέα ξεπηδάει το εξής θέμα: "Ένα πρόβλημα, ένας μπελάς που σταδιακά γίνεται η λύτρωση και η ολοκλήρωση". Σημαδεύοντας έτσι την ουσία της Τέχνης, που θα μπορούσαμε να την παρομοιάσουμε με ένα άροτρο, που μέσα από μια επίπονη διαδρομή προβληματισμού οδηγεί στην εσωτερική ωρίμανση και την κάθαρση.
Βαθμολογία 9,5/10

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2009

Comme les autres



Σκηνπεσία: Vincent Garenq
Παραγωγής: France / 2008
Διάρκεια: 90'

Ο Vincent Garenq, νεογνό στον κινηματογράφο καθώς έχει εργαστεί αποκλειστικά στην τηλεόραση, θα σκηνοθετήσει φοβισμένα μια ανατρεπτική ιστορία. Με έναν αυστηρό ακαδημαϊκό χαρακτήρα, που δε συνάδει με την όλη θεματική.


Το δράμα ενός ομοφυλόφιλου(Lambert Wilson) στη Γαλλία, που επιθυμεί διακαώς να αποκτήσει παιδί, πραγματεύεται ετούτη η ταινία. Μόνο που εκτός της νομοθεσίας, έχει να αντιμετωπίσει την άρνηση του συντρόφου του και ενός συνόλου από κακοτοπιών, που υπονοούν πως όλο το σύμπαν τον κατατρέχει. Ο Lambert Wilson θα επιμείνει και θα παλέψει όλες τις εναντίον του δυσχέρειες. Έχοντας πλάι του μια φίλη εξ Αργεντινής, όαση μέσα στην γενικότερη άρνηση, η οποία θα γίνει συνεργός στις επιθυμίες του.


Ο Vincent Garenq, που δείχνει έντρομος στον γενικότερο πουριτανισμό, θα ποιήσει την ταινία του με αδικαιολόγητη εγκράτεια. Οι ήρωες του θα γραφτούν με στέρεο αμυντικογεννή προσανατολισμό. Όντας και οι δυο μέρη ενός καθωσπρέπει και αξιοσέβαστου(;) κοινωνικού συνόλου. Ο πρωταγωνιστής μας είναι ένας χαρισματικός παιδίατρος. Ενώ το έτερον ήμισυ είναι ένας αξιοσέβαστος ιερέας(ταυτόχρονα πραγματοποιείται και μια ύπουλη ειρωνεία). Οι αναμενόμενες προκλητικές σκηνές έχουν σχεδόν εξαλειφθεί πλήρως. Ενώ όταν η οδύσσεια του ζευγαριού πάρει τέλος, και οι δύο θα σταθούν ως υπόδειγμα γονέα. Οι λοιπές αστοχίες κατατρέχουν το σενάριο και στον τρόπο δήλωσης των θηλυκών ηρώων. Και μόνο η αξιοπρόσεκτη ερμηνεία της Pilar López de Ayala μετριάζει τα πράγματα.


Βάση όλων αυτών το "Baby Love" χάνει μια μεγάλη ευκαιρία να εμβαθύνει στο γενικότερο κλίμα του επαναπροσδιορισμού των φύλων. Το περιεχόμενο δηλαδή αυτών, ως απόρροια της θέσης του φύλου στην κοινωνία. Αρνείται επίσης, παραδομένο στον φόβο της απόρριψης, να αναδείξει τα ανθρώπινα δικαιώματα αλλά και τον εύλογο αντίλογο αυτών. Και αρκείται απολύτως σε μια προπαγάνδα υπέρ της υιοθεσίας των ομοφυλόφιλων, μέσα από μια ιστορία εξιδανικευμένης στρέβλωσης! Παρ' όλα αυτά, αν και κάπως πλαγίως, θα καταφέρει να φυτέψει τον σπόρο προβληματισμού στο θεατή.
Βαθμολογία 4/10

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2009

The Reader



Σκηνοθεσία: Stephen Daldry
Παραγωγής: USA / Germany / 2008
Διάρκεια: 123'


Ο Stephen Daldry, γνωστός σε όλους μας από τα "Billy Elliot" και το "The Hours", κάνει ταινία το ήδη επιτυχημένο βιβλίο, Der Vorleser, του Bernhard Schlink. Νωπό στην ατμόσφαιρα το ιδιαιτέρως τραυματικό χάρισμα των Anthony Minghella και Sydney Pollock στην αφήγηση του συναισθήματος. Αμφότεροι βρίσκονται στην παραγωγή της ταινίας, η οποία και αφιερώνεται στην μνήμη τους...


Στην Αγγλία του '60 αναπτύσσεται μια ερωτική σχέση μεταξύ ενός 15χρονού, του Michael Berg(David Kross) και μιας 30κάτι γυναίκας, της Hanna Schmitz(Kate Winslet), η οποία είχε διατελέσει και φρουρός στις περιβόητες φυλακές του Άουσβιτς. Αρχικώς, οι ερωτικές παρορμήσεις της εφηβείας συνθέτουν τον ορισμό της σεξουαλικής σχέσης. Ωστόσο, αν προσδοκείς να δεις ένα κολάζ από παθιασμένες σκηνές, τότε μάλλον θα απογοητευτείς. Ο Stephen Daldry θα μετατοπίσει σύντομα τους άξονες, και θα υποδηλώσει, έστω στιγμιαία, μια βαθύτερη σχέσης αγάπης. Γιατί η αγάπη στο σύμπαν του Reader είναι η μόνη που μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Να ριζώσει βαθιά στην καρδιά και να ξεριζώσει το παρελθόν απ' τη μαυροσυννεφιά. Μέσα στο ίδιο το άτομο, να ξεριζώσει το ίδιο το άτομο. Η αγάπη που ισούται με πόνο αβάσταχτο για το ίδιο το υποκείμενο. Ο David Kross έχει δηλώσει "όσο αγαπάς υποφέρεις" στοχεύοντας ευθέως στον κέντρο του συναισθήματος. Η μάλλον όχι του συναισθήματος. Η αγάπη δεν είναι απλά ένα συναίσθημα, είναι κάθαρση!


Μεταφερόμαστε αιφνιδίως έξι χρόνια αργότερα. Η ερωτική σχέση έχει διακοπεί, και ο David Kross είναι πλέον φοιτητής νομικής. Ως τέτοιος, στα πλαίσια σεμιναρίου, παρακολουθεί συντετριμμένος την δίκη κατά των υπαιτίων των απάνθρωπων θανάτων στο Άουσβιτς. Ανάμεσα στις κατηγορούμενες και η Kate Winslet. Σε αυτό σημείο οφείλουμε να σημειώσουμε την καταλυτική παρουσία ενός συμφοιτητή. Ο οποίος χάρις στην ευστροφία και τον ορθολογικό κυνισμό του, υπογραμμίζει εύστοχα τον πραγματολογικό ορισμό της δικαιοσύνης. "Η δικαιοσύνη είναι αντιπερισπασμός" λέει. Ένας αντιπερισπασμός, σαν να θέλει να απαλλαγεί από την ευθύνη του εαυτού της. Η δικαιοσύνη λοιπόν καθρεφτίζεται και εδώ ως ένα εργαλείο στα χέρια των δυνατών, των κυβερνήσεων. Μια δικαιοσύνη που εξαντλεί τη σκληρότητα της σε ανήμπορους ανθρώπους, απαλλάσσοντας εκείνους, τους "χειροδύναμους", που φέρουν το βαρύτερο φορτίο. Και η Kate Winslet είναι ο κατ' εξοχήν ορισμός της αδύναμης γυναίκας. Ο αποδιοπομπαίος τράγος, που με την παραδειγματική τιμωρία του, θα χαρίσει στους πραγματικούς υπαίτιους(όπως πολιτικοί, κυβερνήτες, διοικητές) την ελευθερία, αλλά και θα διατηρήσει την αμόλυντη φήμη τους.


Ακόμα και για την Kate Winslet θα μπορούσε να υπάρχει διαφυγή. Οι δικαιολογίες υπαρκτές και αληθείς. Όμως, ένα σύμπλεγμα αναστολών, φόβων και καταπιεσμένων συναισθημάτων, τόσο απ' την πλευρά της όσο και απ' αυτή του πρώην νεαρού εραστή της, δεν της επιτρέπουν μια δεύτερη ευκαιρία στον κοινό εγκόσμιο βίο. Άλλωστε ο Stephen Daldry δεν ενδιαφέρεται για τη διαφυγή του ατόμου απ' τον ίδιο του τον εαυτό. Αντιθέτως. Η αγάπη υποβόσκει πάντα, μέσα στα συντετριμμένα συναισθήματα, μέσα στις καταπιεσμένες επιθυμίες. Σαν ένα γιγάντιο πέπλο που καλύπτει το άτομο. Ένα γιγάντιο πέπλο, που μέσα απ' τις κατασπαρακτικές του ιδιότητες δύναται να αναμορφώνει. Ίσως για αυτό δε βλέπουμε καμία σχέση ολοκληρωμένη, γιατί η αγάπη δεν είναι στατική και επειδή το βάρος της είναι ασήκωτο για τις αδύναμες ανθρώπινες πλάτες.


Την σκυτάλη απ' τον εκπληκτικό David Kross παίρνει ο επίσης χαρισματικός Ralph Fiennes για να υποδυθεί τον ήρωα στην πιο ενήλικη μορφή. Εξίσου απόμακρος και μοναχικός με τον προκάτοχο του. Το παρελθόν έκδηλο πάνω του. Μια λυσσαλέα μάχη εντός του. Και η δυνατότητα έκφρασης στον σκληρό κόσμο είναι μηδαμινή, όχι όμως και αποτρεπτική. Θα αποτελέσει μοναδικός σύνδεσμος με την φυλακισμένη Kate, σε μια υπέρογκα συναισθηματικά φορτισμένη σύνδεση. Και όπως αρχικώς έχει διατυπώσει ο Άγγλος σκηνοθέτης, αυτή η αγάπη σε συνδυασμό με την Τέχνη, που αποθεώνεται διαρκώς εντός της ταινίας, θα γίνουν το επιούσιο άγγιγμα στο εσωτερικό της Kate Winslet. Η οποία πλέον, μέσα απ' τον διαρκώς επίπονο εσωτερισμό, θα χειραφετηθεί απ' το παρελθόν της. Επιτυγχάνοντας την καθαρτική συγχώρεση. Όχι απ' τους άλλους, όχι απ' τον εαυτό της, αλλά απ' τον ίδιο το θεατή. Ολοκληρώνοντας την ταύτιση της Τέχνης με την αγάπη.


Η εσωτερική πάλη του ατόμου μένει συνεχώς αδιόρατη. Ίσως γιατί κανείς δεν κατάφερε ακόμα να περιγράψει με λόγια το "είναι" του συναισθήματος. Αυτό είναι που κάνει τον ρόλο των ερμηνευτών σαφώς πιο δύσκολο. Καθώς δεν καλούνται να αποτυπώσουν ευθέως το πρόσωπο της εσωτερικής πάλης, αλλά τα ίχνη αυτής πάνω τους. Η Kate Winslet παραδίδει μια τρισμέγιστη ερμηνεία. Μια ερμηνεία που κλέβει τις εντυπώσεις και αξίζει να συζητηθεί όσο τίποτε άλλο. Απ' το The Reader, που προτάσσει διαρκώς την Τέχνη ως πρότυπο εξανθρωπισμού, δε θα μπορούσαμε να μην αναφέρουμε τις καθηλωτικές μουσικές του Nico Muhly. Οι οποίες συνυπογράφουν και συνακολουθούν την συναισθηματικότητα της ταινίας.

Ιδιαίτερη εντύπωση κάνει και το φινάλε. Το "The Reader" παρά τις προφανής σεναριακές ανεπάρκειες, κάνει μια ξεκάθαρη δήλωση ανωτερότητας στο κλείσιμο του. Αποφεύγοντας χαρακτηριστικά την "μελοδραματική" σύγχυση στο επίπεδο της πλοκής των λοιπών ταινιών του είδους, και φέγγοντας για άλλη μια φορά σε σιωπηλούς ανθρώπινους ήχους...
Βαθμολογία 8,5/10