Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

Blogging πρόσκληση-συνάντηση

Καλησπέρα, σκοπός αυτού του post είναι να απευθύνει μια ανοιχτή πρόταση-πρόσκληση σε απανταχού κινηματογραφόφιλους και μη, για μια κοινή κινηματογραφική εξόρμηση. Έχοντας έτσι την ευκαιρία να τα ξαναπούμε μεταξύ μας αλλά και να γνωριστούμε, όσοι δεν το έχουμε πράξει ήδη, λουόμενοι κινηματογραφικές εικόνες.

Η ιδέα πάρθηκε κατόπιν συζήτησης που είχα με κάποιον αγαπητό cine-blogger για μια μεταξύ μας κινηματογραφική συνάντηση. Και έτσι σκέφτηκα, αφ' ότου πέρασε κάποιος καιρός, να το οργανώσουμε κάπως μαζικότερα. Όχι απαραίτητα μαζικότερα, απλά να κοινοποιηθεί η κινηματογραφική πρόταση.

Η οποία είναι: Κυριακή, ώρα 19.00, στον κινηματογράφο Έλλη(δεδομένου ότι είναι ο μοναδικός που παίζεται στο κέντρο), ταινία Gomorra! Να αγκαλιάσουμε αυτήν, την κατά τη γνώμη μου κορυφαία στιγμή της χρονιάς(απ' όσα έχω δει μέχρι τώρα), με εισιτήριο της επιθυμία των παρευρισκόμενων να γίνουν μια ωραία παρέα!

Για να βλέπω σηκωμένα χέρια...

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2008

Cztery noce z Anna




Σκηνοθεσία: Jerzy Skolimowski
Παραγωγής: Poland / France / 2008
Διάρκεια: 87'


Ο Jerzy Skolimowski, που αποτελεί πάντα μια αξιοπρόσεκτη περίπτωση σκηνοθέτη, επέστρεψε στην φιλμογραφία έπειτα από μια αποχή δεκαπέντε χρόνων. Το "Τέσσερις Νύχτες Με την Άννα" είναι η νέα του ταινία, μια κατάμαυρη κομεντί καμωμένη με τον παραδοσιακό τρόπο και ποτισμένη με το ολότελα προσωπικό και αιχμηρό ύφος του Πολωνού σκηνοθέτη.


Ο Leon, τον οποίο "ζωντανεύει" χαρισματικά ο Artur Steranko, είναι ένας βαθύτατα προβληματικός ήρωας. Αναθρεμμένος από τη γιαγιά του, ως επακόλουθο της γονεϊκής απουσίας. Δουλεύει στο κρεματόριο μιας επαρχιακής πόλης. Και είναι ερωτευμένος, σε έρωτα ανέκφραστο, με τη γειτόνισσα και συνάδελφό του Anna. Κάποια στιγμή θα χρεωθεί αδίκως τον βιασμό της τελευταίας και θα εκτίσει την ανάλογη ποινή. Όταν επιστρέψει θα βιώσει τέσσερις νύχτες απόλυτης προσωπικής ευτυχίας. Καθώς περιμένοντας το σούρουπο εισβάλει κρυφά στο δωμάτιο της κοιμωμένης Άννας. Εκεί τα συναισθήματα, ο έρωτας και η περιθωριοποιημένη περσόνα του βρίσκει ανακούφιση στη γυναικεία όσφρηση, στην αθόρυβη παρατήρηση και στη σιωπηλή έκφραση αγάπης προς το ποθητό υποκείμενο. Σε μια παραμυθένια αλλά και αυθεντική σημασιοδότηση του ρομαντισμού. Το όνειρο όμως γρήγορα θα χαλάσει, καθώς η μικρή και ασφυκτική πρωταγωνιστούσα κοινωνία έχει άλλη άποψη.


Τα 87 λεπτά του "Cztery noce z Anna" γεννούν αναπάντεχες στιγμές αυθεντικού γέλιου. Έτσι όπως ορίζεται εξ΄ορισμού στην κωμωδία. Δηλαδή η παραγωγή απρόβλεπτων καταστάσεων μέσω της παρατήρησης των υποκειμένων σε παράδοξες, με μέτρο το συνηθισμένο, εκφράσεις. Και η αιχμηρή πέννα του Πολωνού σκηνοθέτη μας χαρίζει κάμποσες αφορμές. Ωστόσο, τα 87 λεπτά μοιάζουν, επίσης, ορισμένες φορές υπεραρκετά. Καθώς πολλάκις η ταινία εγκλωβίζεται σε μια άσκοπη επανάληψη. Αποτέλεσμα της έλλειψης σεναριακών επεισοδίων που θα εμπλουτίσουν ή θα ανακατευθύνουν το ενδιαφέρον.


Ο Jerzy Skolimowski με μακρές σκηνές και αξιέπαινη ευαισθησία στο ντεκουπάζ θα ποιήσει την ταινία του. Οι καταβολές απ' το βουβό αλλά και το ύστερο cinema είναι διάχυτες. Και εκφράζουν εκ των προτέρων την ανησυχία πως η ταινία θα αντιμετωπιστεί σαν ασύγχρονη. Εδώ πολύ εύστοχα παρατηρούμε και έναν παραλληλισμό με την κύρια θεματική της ταινίας. Δηλαδή τον ρομαντισμό, ο οποίος αντιμετωπίζεται ως απαρχαιωμένος στην κυνική σύγχρονη κοινωνία. Δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση άμεση διάθεση του δημιουργού να αποτυπώσει μια σύγχρονη κοινωνία. Όμως η σκιαγράφηση της μικρής πόλης μέσω μιας αποπνικτικά μουντής φωτογραφίας και μιας αιρετικής εξουσίας δικολαβισμού, σε συνδυασμό με την περιθωριοποιημένη θέση του πρωταγωνιστή, ποτίζει άμεσα τον λογισμό του θεατή με την εξής διαπίστωση: "Η σύγχρονη κοινωνία οπλισμένη με τα προσχήματα της προόδου απαρνείται και καταρρίπτει ολοκληρωτικά το παρελθόν, σβήνοντας απ' το σήμερα και τα γνήσια συστατικά του." Τέτοιο συστατικό, μας λέει ο Jerzy Skolimowski, είναι η αρχιτεκτονική του κλασσικού cinema που διαρκώς ξεθωριάζει, τέτοιο συστατικό και ο απορριφθέν αγνός ρομαντισμός!

Εν κατακλείδι, γοητευτικό σαν παλιό καλό κρασί με πολλά όμως σεναριακά περιθώρια βελτίωσης.
Βαθμολογία 6/10

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Piano, solo



Σκηνοθεσία: Riccardo Milani
Παραγωγής: Italy/ 2007
Διάρκεια: 104'


Ο Riccardo Milani, με τηλεοπτικό κυρίως παρελθόν, έφτιαξε μια ταινία αφιερωμένη στον Luca Flores. O οποίος υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους πιάνο σολίστες της τζαζ στη σύγχρονη Ιταλία.

Η αφήγηση εκκινεί από το παρελθόν. Όπου η ευαίσθητη παιδική ηλικία του Luca στιγματίζεται από τη μητρική απώλεια σε ένα οδικό ατύχημα. Εν συνεχεία μεταφερόμαστε στο σήμερα, και ανακαλύπτουμε τον Luca, τον οποίο υποδύεται με ένταση ο Kim Rossi Stuart, απ τη στιγμή της αποφοίτησης από το ωδείο. Ένας χαρισματικός νέος, τα δάχτυλα του οποίου στο πιάνο υπογράφουν μαγικά ταξίδια. Η καλλιτεχνική επιτυχία ήρθε πολύ γρήγορα. Την ευτυχία της οποίας συμπλήρωσε μια ιδανική ερωτική σχέση και ένα υγιές οικογενειακό πορτραίτο στο στενό περιβάλλον του. Συνάμα, ο πρωταγωνιστής είναι μια εύθραυστη προσωπικότητα που βασανίζεται από τις ανησυχίες του καλλιτέχνη. Το παρελθόν, οι φόβοι, οι ανασφάλειες ραγίζουν το φαινομενικά λαμπερό πρόσωπο και σημαδεύουν μια ψυχικά διαταραγμένη ζωή για τo υπόλοιπο της ύπαρξής της. Η καριέρα του Luca ακολουθεί κατακόρυφη πτώση, και ο ίδιος αδυνατεί να βρει μια στιγμή γαλήνης και ηρεμίας μέχρι τον τερματισμό αυτής της πολυτάραχης ζωής.


Ο τρόπος που πραγματεύεται ο Ricardo Milani την φύση του καλλιτέχνη είναι τουλάχιστον παραπλανητικός και μαρτυράει μια σημαντική απόσταση από τον ρεαλισμό. Ο σκηνοθέτης χτίζει τον ήρωα του με ένταση. Ωστόσο αδυνατεί να πραγματευτεί αποδοτικά τους δαιδάλους του μυαλού και της ψυχής ενός καλλιτέχνη. Η μοναχική φύση, οι εύθραυστες ισορροπίες και τα σκοτάδια του καλλιτέχνη, που συνθέτουν αν μη τι άλλο έναν "μεταφυσικό" καλλιτεχνικό πορτραίτο, προσεγγίζονται με μια εκοσμικευμένη θα λέγαμε πεζότητα. Ενώ οι αντιδράσεις των συμπληρωματικών προσώπων του δράματος αποτελούν τους καθρέφτες μέσα από τους οποίους κοινωνείται η ιστορία, συνθέτοντας έτσι ένα σχεδόν τηλεοπτικό μελόδραμα.


Η συγκινησιακή διάθεση του σκηνοθέτη γίνεται σχεδόν αυτοσκοπός της ταινίας. Προς επίτευξη αυτής δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στα γκρο πλάν, ενώ οι δραματουργικές εξάρσεις αποτυπώνονται επαναλαμβανόμενα σε ένα κολάζ σκηνών που αποσκοπούν στον συναισθηματισμό. Πάντως, παρά την πιεστικότητα του θέματος υπάρχουν ορισμένα στοιχεία στη φόρμα που αξίζουν προσοχής. Όπως για παράδειγμα η τρομερή μουσική(τζαζ, κλασσική, μπαλάντες) που ακούγεται και συρράπτει τις σκηνές μεταξύ τους. Όπως επίσης τα καλαίσθητα φυσικά τοπία που εμφανίζονται διάσπαρτα μέσα στην ταινία εμπλουτίζοντας το αισθητικό κομμάτι.

Κλείνοντας, το Piano, solo είναι μια φιλόδοξη προσπάθεια αναβίωσης της ζωής ενός από τους κορυφαίους πιανίστες της τζαζ. Ο Kim Rossi Stuart έχει μια πολύ στιβαρή παρουσία. Μια πολύ έντονη και άμεση ερμηνεία, σχεδόν θεατρική. Ωστόσο είναι αναπόφευκτο να μην αναφέρουμε τις εκβιαστικές, ως προς το συναίσθημα, διαθέσεις της ταινίας. Σε μια σκηνοθεσία που υπακούει στο τηλεοπτικό μοντέλο σε μεγάλο βαθμό.
Βαθμολογία 4/10

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Αθήνα-Κωσταντινούπολη



Σκηνοθεσία: Νίκος Παναγιωτόπουλος
Παραγωγής: Greece / 2008
Διάρκεια: 103
'

Το νέο road movie του Νίκου Παναγιωτόπουλου είναι γεγονός. Ένα ταξίδι Αθήνα-Κωσταντινούπολη. Η αφορμή για την εισβολή στα προβληματικά ενδότερα. Το υπαρξιακό ερώτημα είναι στο δρόμο!


Ο Λευτέρης Βογιατζής ενσαρκώνει έναν συνηθισμένο μεσοαστό. Έχοντας μόλις βγει από έναν γάμο είκοσι επτά ετών και ζωσμένος με βαρύ φορτίο θλίψης παίρνει τους δρόμους. Υποτιθέμενος προορισμός η Θεσσαλονίκη, προς επίσκεψη του άρρωστου πατέρα. Κάπου στα μισά θα γνωρίσει, θα εντυπωσιαστεί και θα ακολουθήσει έναν πλανόδιο κλαρινίστα(Δημήτρης Πουλικάκος) και την καλή του(Αλεξία Καλτσίκη). Θύμα μιας πλάνης, ερωτικής, θα αφεθεί στο ταξίδι που υπόσχεται να γεμίσει την άδεια και απρόσωπη ζωή του. Αθήνα-Καβάλα-Αλεξανδρούπολη-Κωσταντινούπολη μόνο λίγοι εκ των σταθμών στο αέναο οδοιπορικό της ζωής.

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος αποδεικνύει για άλλη μια φορά τις χαρισματικές σκηνοθετικές του ικανότητες. Φτιάχνει καλοστημένες σκηνές, τις οποίες αποκόπτει μεταξύ τους μέσω αλλεπάλληλων fade outs, προσπαθώντας να απομονώσει τη στιγμή σε μια πρωτοποριακή αντίληψη του φιλμικού χρόνου. Αν και το θέμα του βρίσκεται στο δρόμο, στις πόλεις, δε θα ασχοληθεί ουδόλως με το τουριστικό υπόβαθρο αυτών. Αντίθετα θα στοχεύσει στο βάρος της ανθρώπινης ύπαρξης. Την οποία θα αφήσει ελεύθερη στην κρίση του θεατή. Θα φτιάξει αμήχανους διαλόγους και σε συνδυασμό με μια λεπτή σουρεαλιστική χροιά, θα ζωντανέψει έναν απρόσωπο και αποξενωμένο κόσμο. Η ταινία διαθέτει ευστοχότατα σεναριακά τεχνάσματα(όπως για παράδειγμα το οδικό μπλόκο) αλλά παρ' όλα αυτά παραμένει άρρυθμη σε αρκετά σημεία. Την παράσταση κλέβουν και κάποια οπτικά τεχνάσματα. Όπως για παράδειγμα το μέλλον στους ορίζοντες ενώ το παρελθόν αποτυπώνεται στους καθρέφτες του κινούμενου αυτοκινήτου.


Ο Λευτέρης Βογιατζής είναι ένας δικηγόρος. Συνηθισμένος να βγαίνει νικητής στον σύγχρονο γραφειοκρατικά τεμαχισμένο κόσμο. Όμως τα πράγματα αντιστρέφονται στην πιάτσα των δρόμων. Ο Δημήτρης Πουλικάκος λέει: "Η ζωή μου είναι ο δρόμος, δεν υπάρχει τίποτε καλύτερο απ' το να είσαι στο δρόμο". Θέση που συνυποστηρίζει η γοητευτική Αλεξία Καλτσίκη. Της οποίας την ερμηνεία ξεχώρισα σε αυτή την τριπλέτα. Η Αλεξία Καλτσίκη διαταράσσει τις ισορροπίες. Έχει ένα χάρισμα να ελαφραίνει την πραγματικότητα και να γοητεύει την κάθε στιγμή, κερδίζοντας ολότελα το ενδιαφέρον του Λευτέρη Βογιατζή αλλά και του θεατή. Του οποίου η κουστουμαρισμένη παρουσία, που σκορπάει αίγλη στο σύγχρονο κόσμο, αντιστρέφεται για τα καλά στην πιάτσα των δρόμων. Σε έναν δρόμο που παραλληλίζεται διαρκώς με το ταξίδι της ζωής. Και εκεί ο περιπαιχτικά "αθώος" Λευτέρης Βογιατζής μοιάζει εντελώς αταίριαστος. Ένας πραγματικά χαμένος. Και μόνο ένα απότομο φινάλε, αναδυόμενο απ' τα έγκατα της αρχαίας τραγωδίας, μπορεί να επιφέρει τη λύτρωση του εφιαλτικού αυτού πηγαιμού!


Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση καλλιτέχνη. Έχει καταφέρει να σημαδέψει για τα καλά το ελληνικό cinema της περιόδου. Το έργο του είναι απόρροια ενός προσωπικού και ανεξάντλητου στοχασμού. Χωρίς να υπακούει σε ευκολίες και καλλιτεχνικές υποχωρήσεις. Δεν εξασθενεί το καλλιτεχνικό όραμα με σκοπό
την εύνοια της κριτικής και του κοινού. Αντίθετα, εντάσσει ατόφια την εσωτερική πραγματικότητα με ειλικρίνεια και αυτοσεβασμό! Αρετές που σπανίζουν τόσο στην εγχώρια όσο και στην παγκόσμια κλίμακα.
Βαθμολογία 5,5/10

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2008

Vicky Cristina Barcelona


Σκηνοθεσία: Woody Allen
Παραγωγής: Spain / USA / 2008
Διάρκεια: 96'


Το Vicky Cristina Barcelona είναι μια απολαυστική κωμωδία, χαρακτηριστική της μετά 00ς περιόδου του Woody Allen. Ίσως ότι πιο πολύχρωμο έχουμε δει μέχρι σήμερα. Και μια απόδειξη, πως όσα χρόνια και αν περάσουνε, ο Woody θα είναι πάντα σύγχρονος!


Δυο πανέμορφες Αμερικανίδες επισκέπτονται την Βαρκελώνη για τουρισμό. Βέβαια στα προσχήματα, η παραδοσιακή και σεμνή και αρραβωνιασμένη Rebecca Hall, μέχρι να αποδειχτεί το αντίθετο, επισκέπτεται τη Βαρκελώνη, στα πλαίσια της σύγχρονης εργασιομανίας, για να εκπονήσει μια διδακτορική έρευνα πάνω στην Καταλανική ταυτότητα. Σε αντίθεση με την ελεύθερη και παρορμητική φίλη της. Την Scarlett Johansson, η οποία πειραματίζεται και επιζητά διαρκώς το άγνωστο! Βέβαια όλα αυτά τα στερεότυπα καταρρίπτονται, καθώς και οι δυο τους θα παρασυρθούν στα μαγνητικά πεδία της αρρενωπής γοητείας του Javier Bardem. Ο οποίος μόλις έχει βγει από μια επεισοδιακή σχέση με την πληθωρική και μεσογειακού ταμπεραμέντου Penelope Cruz. Η παρουσία της οποίας αναμοχλεύει τις ήδη εύθραυστες ισορροπίες, και γεννάει απρόβλεπτες καταστάσεις!


Η Βαρκελώνη, ο τόπος που διαδραματίζεται η ιστορία, αποκαλύπτεται μέσα από μια αναπάντεχα φωτεινή φωτογραφία, ενώ στολίζεται επαναληπτικά από την αβάσταχτη ελαφρότητα του εισαγωγικού soundtrack. Η αρχιτεκτονική του Gaudi προελαύνει στον φακό, προδίδοντας τις προθέσεις του δημιουργού να μην καταπιαστεί βαθύτερα με την Καταλανική ταυτότητα. Συναντώντας τη σύγχρονη ματιά σε ένα τουριστικό ταξίδι αναψυχής! Ο ερωτισμός διάχυτος. Δεν μπορείς να αρνηθείς μια αποπλάνηση στη στιβαρή παρουσία του Javier Bardem με τη διαπεραστική ματιά. Ενώ το γυναικείο τρίο, που απαρτίζεται από τις Rebecca Hall, Scarlet Johansson, Penelope Cruz, αφήνει την αντρική φαντασία να καλπάζει δίχως πλευρικά!

Η υπόγεια λεπτή ειρωνεία δε θα μπορούσε να απουσιάζει ούτε από αυτή την ταινία. Θα μπορούσαμε να πούμε πως αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό της! Και ας ξεκινήσουμε από τους ήρωες. Τόσο η Scarlet όσο και η Rebecca θα ανακαλύψουν διαδοχικά πως η ευτυχία δεν έχει την μορφή που είχαν φανταστεί. Η καθεμία θα δεχτεί μια ολοκληρωτική αναίρεση τόσο στην κοσμοθεωρία όσο και στην κατά πρόφαση ταυτότητα της. Κάτι τους διαφεύγει. Ίσως αυτό που έχουν οι Javier Bardem, Penelope Cruz. Δηλαδή η δίψα για την βιωματική απόλαυση της στιγμής, ενώ προγενέστερα έχει γίνει παραδεκτή η ματαιότητα της ζωής. Ωστόσο, και οι ιδεολογικά ανώτεροι Ισπανοί(Javier, Penelope) δεν παύουν να αποτελούν τα πιόνια στην ειρωνική σκακιέρα του Νεο Υορκέζου σκηνοθέτη! Αφού ο προαναφερθέν μηδενισμός, τον οποίον έχουν ομοίως διατυμπανίσει, αυτοαναιρείται μέσα από καταστάσεις έντονης θυμοκρατίας, οι οποίες με τη σειρά τους κατεδαφίζουν το οικοδόμημα της απόλαυσης!


Ωστόσο το αποκορύφωμα του σαρκασμού του σύγχρονου κόσμου, έρχεται με τον τρόπο που ο Woody Allen δοκιμάζει την πουριτανιστική κοινωνία μας. Η είδηση ενός ερωτικού τρίου αποτελεί δυσνόητη βόμβα στους συντηρητικούς κύκλους. Οι οποίοι καθόλου δεν ταράσσονται από την πραγματικά παρανοϊκή σύγχρονη καθημερινότητα. Μια ρεαλιστικά αποτυπωμένη σύγχρονη καθημερινότητα, η οποία καθρεφτίζεται στην αλλόκοτη εργασιομανία του καπιταλιστικού μοντέλου των επιχειρήσεων, τα φαινόμενα της οικογενειοκρατίας, τους κρυμμένους πόθους, την ουδετερότητα των σχέσεων και την συμβατικότητα των στιγμών. Μια καθημερινότητα η οποία είναι ολότελα παρανοϊκή, και που όμως η δύναμη της συνήθειας έχει καταστήσει φυσιολογικοφανή. Άραγε είναι πιο παρανοϊκή η άφεση στην ερωτική παρόρμηση, η οποία ως έναν βαθμό αποκρυσταλλώνεται και στην ανισόρροπη φύση του ανθρώπου, από τον σύγχρονο, ανέραστο και τυποποιημένο τρόπο ζωής; Προσέξτε χαρακτηριστικά τη σκηνή που η Rebecca Hall δέχεται μια σφαίρα στο χέρι. Με πρώτη αντίδραση πως θα κουκουλώσει το ατύχημα στον άνδρα της!

Άλλη μια καίρια παρατήρηση στα έγκατα του film είναι ο τρόπος που υποδηλώνεται η Τέχνη. Άραγε τα αληθινά καλλιτεχνήματα προκύπτουν μέσα από την τουριστική ματιά της σύγχρονής ελαφρότητας; Ένα τουριστικό καρτ ποστάλ; Άραγε τα έργα Τέχνης προκύπτουν από ανήσυχους καλλιτέχνες που καταστρέφονται στον εγκόσμιο βίο; Ή μήπως η Τέχνη βρίσκεται σε έναν αθόρυβο, αφανή και καθόλου ευπαρουσίαστο ασκητισμό; Έτοιμη να παραδοθεί μόνο σε εκείνους, τους λίγους, που έχουν τα μάτια να την εντοπίσουν;


Και όλα αυτά διαπράττονται δια χειρός ενός σπουδαίου cast. Η μούσα του Woody, Scarlett Johansson, σε μια "ερωτική" ερμηνεία σε έναν ρόλο που έρχεται διαρκώς δεύτερος. Η Rebecca Hall, ψυχρή, όντας ποτισμένη από τις σύγχρονες συμβάσεις, αλλά και θερμή, καθώς την ξεκλειδώνει η διαπεραστική ματιά του Javier Bardem. Ο οποίος παραδίδει μια Αρσενική ερμηνεία(με το Α κεφαλαίο). Όμως αυτή που κλέβει την παράσταση είναι η Penelope Cruz. Με απίστευτη υποκριτική δύναμη, ζωντανεύει έναν πολύ δύσκολο ρόλο. Ένα αγρίμι αλλά και μια ευαίσθητη περσόνα. Ένα πραγματικό θηλυκό με αρσενικό δυναμισμό. Δικαίως μαζεύει τα φώτα πάνω της!

Το Vicky Cristina Barcelona δεν αποτελεί έκπληξη σε όσους παρακολουθούν τα βήματα της καριέρας αυτού του καλλιτέχνη. Ωστόσο, αν η συγκεκριμένη ταινία δεν είχε έναν Woody στο τιμόνι της, πιθανόν θα τύγχανε μιας άλλης αντιμετώπισης. Γιατί η άνιση μεταχείριση προδίδεται σε νωπά συναισθήματα λατρείας. Πάντως εδώ, ο Νεοϋορκέζος, έκανε μια ταινία τόσο ελαφριά ώστε να είναι προσβάσιμη στη μεγάλη μερίδα του κοινού και τόσο στοχαστική ώστε να κρατήσει σε εγρήγορση τους χρόνιους θαυμαστές του!
Βαθμολογία 8/10

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008

Entre les murs


Σκηνοθεσία: Laurent Cantet
Παραγωγής: France/ 2008
Διάρκεια: 128'


Ο Laurent Cantet μετέφερε στην οθόνη το ομότιτλο βιβλίο του François Bégaudeau. Το αποτέλεσμα, μια πολύ λεπτοδουλεμένη ταινία με υπέρογκες αιχμές για το σύστημα της παιδείας, η οποία δραπέτευσε με τον Χρυσό Φοίνικα στο φεστιβάλ των Κανών.


Μεταφερόμαστε σε ένα επαρχιακό σχολείο της Γαλλίας. Η τάξη, στην οποία διαδραματίζεται η συντριπτική πλειοψηφία των γυρισμάτων, αποτελείται κυρίως από μικρούς Αφρογάλλους μαθητές. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο κατέχει ο συγγραφέας του ομότιτλου βιβλίου François Bégaudeau, ο οποίος υποδύεται έναν δάσκαλο Γαλλικών. Ενώ στα πλαίσια της γενικότερης προσπάθειας εξομοίωσης της πραγματικότητας, στα θρανία κάθονται κανονικοί μαθητές! Τα 130 λεπτά που διαρκεί η ταινία είναι ένας αέναoς διάλογος μεταξύ εκπαιδευτή και εκπαιδευόμενων. Ο Laurent Cantet μεταχειρίζεται μινιμαλιστικά ένα σύνολο επεισοδίων φτάνοντας εν τέλη σε ένα εμβριθές σχόλιο για την παιδεία αλλά και την κοινωνία. Τέλος, η ευαίσθητη παιδική ηλικία αντιμετωπίζεται χαρισματικά, καθώς τα "ανυποψίαστα" παιδιά αναπαράγουν τα ποικιλόμορφα πρότυπα και στερεότυπα των οικογενειών τους και της κοινωνίας κατ' επέκτασην.


Παρά την ντοκυμαντεριστική γραφή, κυρίως λόγω της γλυκιάς φορεσιάς του, το "Ανάμεσα στους Τοίχους" εμφανίζει οπτικά μικροπροβλήματα στο να αναπαραστήσει ρεαλιστικά την πραγματικότητα μιας σχολικής τάξης. Ωστόσο, η χειρουργική λεπτότητα με την οποία στήνεται το διαλεκτικό κομμάτι καταφέρνει να μας μυήσει στην (πολλές φορές ανούσια) φλυαρία του σχολικού τμήματος. Ο εμπνευσμένος διάλογος τροφοδοτεί συνεχώς με σκέψη τον θεατή, ενώ παράλληλα φροντίζει να πυροδοτεί το κωμικό στοιχείο ανά τακτικά χρονικά διαστήματα. Η ταινία απογειώνεται καθώς ο χρόνος ξετυλίγεται. Με αποκορύφωμα τη σκηνή όπου απαθανατίζεται το Σχολικό Συμβούλιο των Καθηγητών συν τις δύο μαθήτριες που αντιπροσωπεύουν το τμήμα. Οι οπτικοί συμβολισμοί πυροβολούν αλλεπάλληλα τον θεατή, σε μια ολοκληρωμένη υπονόμευση του δημοκρατικού συστήματος. Συγκεκριμένα οι καθηγητές, ως διαμορφωτές των σχολικών νόμων, θα μπορούσαν να παρομοιαστούν εύστοχα με τα εκτελεστικά όργανα μιας συμμετοχικής δημοκρατικής εξουσίας. Σε πλήρη ταύτιση με την πραγματικότητα του πολιτικού συστήματος, οι δάσκαλοι εμφανίζονται εντελώς αποδιοργανωμένοι και ασύντακτοι μεταξύ τους και έχουν πλήρη άγνοια για αυτούς (μαθητές) που πρόκειται να τιμωρήσουν ή να ανταμείψουν. Τα παιδιά από την πλευρά τους, που θα μπορούσαν να παραλληλιστούν με τη γενική μορφή των πολιτών, μοιάζουν να αγνοούν παντελώς τη δύναμη και την ουσία του ρόλου τους στην εξουσιαστική πυραμίδα. Έτσι, το "δημοκρατικό" εσωτερικό συμβούλιο, τόσο ως προς τη μορφή του όσο και ως προς τα αποτελέσματά του, παρουσιάζεται ως ένας διασχισμένος θεσμός που κεφαλαλγεί και αιμορραγεί εκ των έσω. Ενώ η θέση αυτή ενισχύεται καθώς επιστρατεύεται η "Πολιτεία" του Πλάτωνα, σε ένα χαρισματικό σεναριακό τέχνασμα, για να δώσει έμφαση στην πλήρη άγνοια που διέπει τους καθηγητές ως προς τις πράξεις τους.


Το Entre les murs μπορεί να μην κατέχει την κινηματογραφική οξύτητα του προκατόχου του Χρυσού Φοίνικα "4 luni, 3 saptamâni si 2 zile". Ωστόσο ο ανερχόμενος Γάλλος σκηνοθέτης με λεπτούς χειρισμούς κατάφερε να αναδείξει ένα φλέγον θέμα, να σκιαγραφήσει την επιτυχία της Παιδείας να εγκλωβίζεται στην παροχή μικρογνώσεων και να τονίσει την αδυναμία να εμφυσήσει ενάρετους δρόμους στις ευαίσθητες παιδικές υπάρξεις κατά το βαρυσήμαντο στάδιο της κοινωνικοποίησης.
Βαθμολογία 8/10

A Guide to Recognizing Your Saints


Σκηνοθεσία: Dito Montiel
Παραγωγής: Usa / 2006
Διάρκεια: 96'


Ο Dito Montiel θα κάνει μια προσωπική κατάθεση στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο. Δυνατές σκηνές, γεμάτες πάθος και συναίσθημα που δείχνουν να ξεπήδησαν απ' τα παιδικά ημερολόγια του σκηνοθέτη και σεναριογράφου. Παρουσιάζονται μη γραμμικά στο χρόνο, με εναλλασσόμενο βαθμό έντασης, έτσι ακριβώς όπως ανακαλούνται από τη μνήμη.


Ο Dito είναι γόνος μιας προβληματικής οικογένειας. Η παρέα του απαρτίζεται απ' τον αυταρχικό Antonio, τον "πειραγμένο" αδερφό του Giuseppe και τον Nerf. Μαζί αλητεύουν στις φτωχογειτονιές της Νέας Υόρκης. Η ζωή των δρόμων επιφέρει μπλεξίματα και γίνεται εξαιρετικά ριψοκίνδυνη, ο θάνατος ίσως πιο εύκολος απ' τη ζωή, η αυταρχική αγάπη της οικογένειας περισσότερο από καταπιεστική και η συναισθηματική ολοκλήρωση ανέφικτη. Όλα αυτά οδηγούν το Dito να βροντήξει τις πόρτες πίσω του, και να γυρίσει παρά μόνο δεκαπέντε χρόνια αργότερα.


Η ταινία απαρτίζεται από μια συγκινητική κολεκτίβα έντονα δραματικών σκηνών. Η κάμερα στο χέρι μεταφέρει επακριβώς την ταραχώδη ζωή των δρόμων της Νέας Υόρκης. Η ψυχολογική, η λεκτική και η σωματική βία σε συνδυασμό με τα grafiti σκηνικά συνθέτουν μια αποπνικτική ατμόσφαιρα. Ως προς τον χρόνο η ταινία εξελίσσεται ταχύρρυθμα, κόβοντας την ανάσα του θεατή. Όμως στο κοφτό μοντάζ παρεμβάλλονται ασύμμετρα μακρές και ωραιοποιημένες σκηνές(υπό μουσική υπόκρουση) που επιδιώκουν με έναν κάπως αυταρχικό τρόπο να "μιλήσουν" στο θεατή.

Ο Dito Montiel κάνει μια προσωπική ταινία με πολύ συναίσθημα. Όμως δεν είναι λίγες φορές που συλλαμβάνεται να ξεπερνά τα μέτρα της υπερβολής. Κάτι που αντικατοπτρίζεται και στη φόρμα της ταινίας, η οποία με κάποια παρορμητικά τρικ αποποιείται κατά έναν τρόπο της ρεαλιστικής θεματολογίας της. Ενώ και η δραματουργία θέτει πιεστικά τον προβληματισμό μέσω ακραίων καταστάσεων. Μια ολοκληρωτικά προβληματική οικογένεια, ζωή και θάνατος, βία, συμμορίες, φτηνές ερωτικές σχέσεις είναι τα άκρα στα οποία εκτίθεται ο θεατής. Τέλος, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής κυνηγάει το Αμερικάνικο όνειρο σε κάποια φιλήσυχη γωνιά της Ευρώπης.


Το "A Guide to Recognizing Your Saints" παρά την αμφισβήτηση των παραπάνω παραγράφων, διαφαίνεται πως έχει έναν προσωπικό τρόπο προσέγγισης πολύ ενδιαφέροντων ζητημάτων. Όπως η αναζήτηση της ταυτότητας της πραγματικής φιλίας. Η αποδόμηση του θεσμού της οικογένειας μέσα από μια συντηρητική τέτοια. Η γονεϊκή αγάπη ως ασφυκτική μορφή καταπίεσης. Και η ολοκληρωτική φυγή ως λύση των προβλημάτων. Ζητήματα που σφηνώνονται για τα καλά στα έγκατα του θεατή, παρά την αυταρχικότητα με την οποία ξεδιπλώνονται οι όποιες λύσεις! Τέλος, θα ήταν μεγάλη παράλειψη αν δεν κάναμε μια αναφορά στο εξαίρετο cast αυτής της ταινίας. Το οποίο απαρτίζεται από τους: Dianne Wiest, Robert Downey Jr., Shia LaBeouf, Melonie Diaz, Channing Tatum, Chazz Palminteri.
Βαθμολογία 6/10

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2008

Happy-Go-Lucky



Σκηνοθεσία: Mike Leigh
Παραγωγής: England / 2008
Διάρκεια: 118'


Το Happy-Go-Lucky, όπως διαφαίνεται του τίτλου του, είναι το νέο feel good ταινιάκι του Mike Leigh με διασκεδαστικές κοινωνικές νύξεις. Και αφού απέδρασε με δόξα και τιμές απ' το Βερολίνο, έρχεται με φόρα καταπάνω μας!


Η Poppy(την οποία υποδύεται η θεϊκή Sally Hawkins) είναι μια θεότρελη και τρισχαρούμενη τριαντάρα δασκάλα. Συγκατοικεί με την παρόμοιων καταβολών συνάδελφό της και αρνείται πεισματικά την ένταξη της στον σοβαροφανή κόσμο των ενηλίκων. Με αφοπλιστικό χαμόγελο, ανεμελιά και ξεγνοιασιά παιδικού διαμετρήματος και μια συνειδητοποιημένη ανάλαφρη στάση ζωής, σκορπά ποικίλες αντιδράσεις στον περίγυρο της.

O Mike Leigh θα ποτίσει αυτήν την ανατρεπτική κωμωδία με ξεκάθαρες κοινωνικές αναφορές. Η ανάλαφρη Poppy έρχεται να αμφισβητήσει πατόκορφα την δομή του σύγχρονου κόσμου. Ενός κόσμου που είναι εγκλωβισμένος σε προϋπάρχοντα σχήματα και βασανίζεται από ποικιλόμορφα συντηρητικά κολλήματα. Χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις ο δάσκαλος οδήγησης, που έχει καταρρεύσει απ' την παράνοια του σύγχρονου κόσμου. Προσπαθώντας μέσω μιας υπερανάλυσης να αμυνθεί της περιθωριοποίησής του. Εδώ έχουμε ξεκαρδιστικές σκηνές που μας χαρίζει το δίδυμο Sally Hawkins-Eddie Marsan. Ενώ σε μια άλλη περίπτωση, βλέπουμε την φιλενάδα της Poppy να βολεύεται πίσω απ' έναν προβληματικό γάμο. Ακολουθώντας απαράμιλλα και εξιδανικεύοντας τις επιταγές της κοινωνίας.


Όμως ο Mike Leigh πέφτει θύμα των ίδιων των κατηγορώ του. Θα εξιδανικεύσει με περίσσια άνεση τη feel good παρουσία της ηρωίδας του. Σε ένα φιλμ που μοιάζει να έχει προκύψει απ' τον έρωτα του δημιουργού για τον πρωταγωνιστικό του ρόλο. Καθώς εξιδανικεύει και απολυτοποιεί την συνηδειτοποιημένα ανάλαφρη στάση ζωής της Poppy, παρουσιάζοντας οτιδήποτε αλλιώτικο με φλεγματικό τρόπο. Συγκεκριμένα ο σκηνοθέτης δείχνει να θεοποιεί το "Μακάριοι οι πτωχοί το πνεύματι" και την ευτυχία που απορρέει μιας επιλεγμένης άγνοιας, ενώ παράλληλα παρουσιάζει τον κόσμο της σκέψης ως το εισιτήριο για την διάβρωση. Σε μια μάλλον θρησκευτική θεώρηση του κόσμου, κατά την οποία ο άνθρωπος αδυνατεί να αναμετρηθεί με την πολυδιάστατη εσωτερική του κόσμου. Συνοψίζοντας, ναι ο Βρετανός σκηνοθέτης κάνει πολύ εύστοχες παρατηρήσεις στη σύγχρονη κοινωνία, αλλά η παρουσίαση του χαρακτηρίζεται από μια αλλοπρόσαλλη μονομέρεια που σκοπεύει στη συγκίνηση και την ταύτιση θεατή με την "διαστημική" Poppy.


Πάντως παρ' όσα καταλογίσαμε παραπάνω, οφείλουμε να παραδεχτούμε τον Mike Leigh για αυτή την ολοκληρωμένη θηλυκή περσόνα που δημιούργησε. Μέχρι σήμερα, στο σύγχρονο κινηματογράφο, ο Pedro Almodovar μονοπωλούσε του γυναικείου ενδιαφέροντος για τον τρόπο που μεταχειρίζεται και προσεγγίζει τον γυναικείο ψυχισμό. Εδώ η Poppy, που παραδίδει με μια χαρισματική ερμηνεία η Sally Hawkins, αποτελεί ένα τέλειο θηλυκό δημιούργημα. Απαλλαγμένο από αβανταδόρικες σεξιστικές προσεγγίσεις, με βάθος που υπερβαίνει την ανάλαφρη επιφάνεια και συνθέτει ένα ιδανικό αλλά ταυτόσημα και καθημερινό πορτραίτο.
Βαθμολογία 5/10

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2008

Yumutra



Σκηνοθεσία: Semih Kaplanoglu
Παραγωγής: Turkey / Greece / 2007
Διάρκεια: 97'

Με εικονοκλαστική διάθεση και τη μινιμαλιστική χρήση του λόγου ο Semih Kaplanoglu θα κάνει μια ταινία τοποθετημένη σε μια απρόσωπη επαρχιακή πόλη της Τουρκίας, και υπό το βλέμμα της πνευματικής στασιμότητας των κατοίκων θα αμφισβητήσει τον πολιτισμό του σύγχρονου ανθρώπου.

Παρακολουθώντας την ταινία έχεις την αίσθηση πως ο Nuri Bigle Ceylan, που βρίσκεται και στις ευχαριστίες, έχει εντρυφήσει ένα ολόκληρο κινηματογραφικό ρεύμα στην Τουρκία. Όσο ο φιλμικός χρόνος ξετυλίγεται, τίποτα δεν μπορεί να σε αποτρέψει απ' το να συγκρίνεις το Yumutra(Αυγό) με το μπρουτάλ Uzak ή και το αγροτικό Kasaba. Η εικόνα είναι πολύ προσεγμένη. Αποτελεί λειτουργικό στοιχείο της αφήγησης. Η φωτογραφία αν και αναμενόμενη ως προς τις αποχρώσεις της, συμβαδίζει αρμονικά με τη θεματολογία. Ωστόσο δεν είναι εύκολο για κανέναν να μιμηθεί τον Nuri Bigle Ceylan, ενώ και η ολοκληρωτική μίμηση στην Τέχνη δεν ταιριάζει με το προφίλ ενός ανήσυχου δημιουργού.

Αλλά ας πούμε δυο λόγια για την υπόθεση. Ένας ποιητής(Yusuf) επιστρέφει στη γενέτειρά του, μετά από χρόνια απουσία καθώς πληροφορείται τον θάνατο της μητέρας του. Στο πατρικό του θα συναντήσει την ανιψιά(Ayla) του, που μέχρι πρώτινος την φρόντιζε. Μέσα σε έναν αποξενωμένο κόσμο οι άνθρωποι αναπτύσσουν ένα σκληρό περίβλημα άμυνας που μετατρέπει την επικοινωνία αδύνατη. Ποιητής και ανιψιά θα κάνουν ένα ταξίδι στη μνήμη των ημιτελή σχεδίων της αποθανούσας. Η ταινία μετεξελίσσεται σε ένα ιδιότυπο road movie μέσα από μακρά πλάνα και αργές σκηνές.


Ο Semih Kaplanoglu μέσα από την εικονοκλαστική του φόρμα θα θέσει καίριους προβληματισμούς. Η ύπαρξη της ποίησης, της Τέχνης δεν είναι παρά μια σχηματική έκφραση. Ένας καρπός που ο σύγχρονος άνθρωπος δε δύναται, ούτε επιθυμεί να γευτεί όντας συνηθισμένος στην τραχιά ζωή του. Ακόμα και ο δημιουργός δεν μπορεί να κοινωνήσει διαπροσωπικά τις ανησυχίες του, τις οποίες θάβει κάτω απ' τη σκόνη της καθημερινότητας. Ίσως ο πρώτος που συμβιβάζεται. Ένας κόσμος αποξενωμένος. Ακόμα και η ύπαρξη ενός συναισθηματικού παρελθόντος αδυνατεί να λιώσει τους πάγους της αποξένωσης. Υποκείμενα που όσο και αν διαφημίζουν την εξέλιξη, διαψεύδονται επαναλαμβανόμενα. Χαρακτηριστική σκηνή η τελική. Με τον Yusuf να είναι ακινητοποιημένος στο αγέρωχο βλέμμα ενός σκύλου, της φύσης, της πλάσης που μόλις προηγουμένως είχε, υποτίθεται, καθυποτάξει. Η υλική καταπίεση των φτωχογειτονιών και κυρίως η συναισθηματική καταπίεση της νοσηρής αυτής πραγματικότητας έχει διάφορες εκφάνσεις στη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου. Στην μαεστρική σεκάνς του πολυτελή ξενοδοχείου μια τέτοια καταπίεση οδηγεί την σχεδόν άπορη ανιψιά στην επιθυμία οποιασδήποτε επιτρεπτής υλικής εμπειρίας. Για να οδηγηθεί καταληκτικά στην αίθουσα δεξιώσεων. Όπου με το περίεργο βλέμμα της επιθυμεί λίγη απ' τη χαρά ενός άγνωστου νεόνυμφου ζευγαριού που δεξιώνει τον χώρο. Η κάμερα γυρνάει 180 μοίρες, και μας φανερώνει την συνύπαρξη του οικονομικά εύρωστου Yusuf. Ο οποίος κατά τον ίδιο τρόπο διψάει για λίγη δανεική-ξένη ευτυχία. Συναισθηματική καταπίεση που ψάχνει ανακούφιση σε εσφαλμένες οδούς. Και η αποξένωση γεννάται και γεννάει κάθε λογής καταπίεση.

Το finale απαισιόδοξο έρχεται να επιβεβαιώσει αυτή την πνευματική στασιμότητα. Ο άνθρωπος καμωμένος πίσω απ' το σκληρό περίβλημα του. Η επικοινωνία ανύπαρκτη. Άραγε ποιος, τι μπορεί να σπάσει αυτό το περίβλημα; Ποιος θα θρυμματίσει τα τσόφλια του Αυγού;
Βαθμολογία 7,5/10

Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2008

The Wackness


Σκηνοθεσία: Jonathan Levine
Παραγωγής: USA / 2008
Διάρκεια: 99'


Ο νεαρός Jonathan Levine στη μόλις δεύτερη ταινία του καταπιάνεται με τη hip hop κουλτούρα και με μια ήπια προσέγγιση φιλμάρει την σκατένια, όπως αναφέρεται, πραγματικότητα. Μια teenage ταινία, για μια νεολαία που δεν μπορεί να αποδεχτεί την κατά hollywood ρόδινη ζωή.


Καταθλιπτικός έφηβος, ο συμπαθής Josh Peck, αδυνατεί να προσαρμοστεί στους φευγάτους δρόμους της Νέας Υόρκης. Ατέλειωτες προσωπικές ώρες με διέξοδο το τσιγαριλίκι(κατανάλωση και προώθηση), την αγαπημένη του hip hop μουσική και ακατάπαυστες αυνανιστικές ορέξεις. Κάπου εκεί θα συναντήσει έναν αλλόκοτο ψυχίατρο(Kinsgley) και μαζί την θετή του κόρη(Olivia Thirlby). Το δίδυμο θεραπευτή-θεραπευόμενου εναλλάσσεται ταχύτατα. Και μέσα απ' την ανατρεπτική φιλία που αναπτύσσεται θα ανακαλύψουμε τα πραγματικά προβλήματα της "βολεμένης" μέσης ηλικίας. Από την άλλη η γνωριμία με την όμορφη Olivia Thirlby σημαίνει έναν νεανικό έρωτα. Ο Josh Peck σύντομα όμως θα υποπέσει σε ακραία συναισθήματα αγάπης, τα οποία είναι ξεπερασμένα της φευγάτης νεολαίας. And one more time the life is shit!


Συμβατικό ως προς την κινηματογράφηση του. Κρατώντας τις ισορροπίες σε μια μάλλον άτολμη προσέγγιση. Ξεχωρίζουν οι ήπιοι hip hop ρυθμοί που μας μεταφέρουν στα 90ς και μια ελαφρώς grafitti διάθεση στα σκηνικά. Θεματικά συνδέεται με την αιώνια αντίφαση της hip hop κουλτούρας. Δηλαδή, απ' την μία ένα μισητό σύστημα και απ' την άλλη μια αδιάκοπη επιθυμία για δημοφιλία. Ως προς το περιβάλλον αρέσκεται σε μια ρεαλιστικότερη παρουσίαση της καθημερινότητας. Μιας καθημερινότητας που νοσεί σε όλους τους θεσμούς (οικογένεια, παιδεία, κοινωνία) και παράγει διαρκώς διαταραγμένους-πειραγμένους ανθρώπους. Όπως χαρακτηριστικά λέει ο Kingsley: "Σε αυτή την πόλη μας αρέσει να κρύβουμε τα προβλήματα μας κάτω απ' το χαλί και να προσποιούμαστε πως τα πάντα είναι ωραία!".


Το "The Wackness(Χυμαδιό)" είναι μάλλον πιο συγκρατημένο του ελληνικού του τίτλου. Ορισμένες φορές αρκούμενο σε συνήθη κλισέ και φοβούμενο να ξεπεράσει την επιφάνεια των ηρώων και της θεματικής του. Αποτελεί ωστόσο, με τα ίδια μέσα, έναν ευχάριστο αντίλογο στην χαοτικά πλανώδης φιλοσοφία του lifestyle και μια καλή επιλογή για τους μυημένους στη hip hop κουλτούρα.
Βαθμολογία 5,5/10

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

Tous les matins du monde



Σκηνοθεσία: Alain Corneau
Παραγωγής: France/ 1991
Διάρκεια: 115'


Η αγάπη, η θλίψη, ο πόνος, ο έρωτας, ο θάνατος, ο λυγμός, η ολοκλήρωση είναι όλα τα αγνά χρώματα που στους φακούς του Alain Corneau συνθέτουν έναν πελώριο ύμνο για τη ζωή. Ένας άφθαρτος κόσμος ανασύρεται απ' τα έγκατα της ψυχής και ξεχύνεται στα εγκόσμια, υπερβαίνοντας κάθε μεταφυσική θεώρηση, αγγίζοντας την αιωνιότητα και ανασταίνοντας "Όλα τα πρωινά του κόσμου".

Ο καθηγητής Sainte Colombe(Jean-Pierre Marielle) υπό το βάρος της συζυγικής απώλειας αφιερώνει εαυτόν στην Τέχνη του. Τη βιόλα! Και μαζί παρασύρει και τις δυο μονάκριβες κόρες του. Οι ευγενικές ψυχές δεν έχουν ανάγκη ευγενικούς τρόπους. Απέχουν απ' τις γλοιώδης κολακείες. Ο Sainte Colombe θα αρνηθεί τις βασιλικές τιμές, την δόξα, τον χρηματικό πλούτο και θα επιλέξει τη μοναχική ζωή. Σε μια παράγκα, στη μέση ενός ακατοίκητου δάσους. Μόνη συντροφιά οι κόρες του και η ολοκληρωτική παράδοση στην Τέχνη του. Όχι την Τέχνη της γοητείας, αλλά αυτήν που αναδύει το νόημα της ύπαρξης και συνθέτει τον πιο ακριβή ορισμό της ζωής. Ο Sainte Colombe θα αρνηθεί από μαθητή του ακόμα και τον ταλαντούχο Marin Marais(Gérard Depardieu). Ο Marin Marais δεν είναι μουσικός, είναι διασκεδαστής. Φτιαγμένος για τη δόξα και τις τιμές των παλατιών.


Το "Όλα τα πρωινά του κόσμου", δεν είναι απλά μια ονειροπόλα ταινία, έχει πλήρη συναίσθηση του περιβάλλοντος του. Και θα κάνει μια πολύ χρήσιμη αναφορά σε αυτό, στο γάμο, στην αριστοκρατία κλπ. Είμαστε πέρι στα 1600-1700. Επίσης θα επισημάνει τη διαφορά μεταξύ καλλιτέχνη και διασκεδαστή. Ο δεύτερος είναι πλασμένος για τις εγκόσμιες χαρές, για τη δόξα και για την επικράτηση των αντιπάλων του. Όμως ο Corneau δεν θα κατασπαταλήσει πόρους και ενέργεια σε μια στείρα περιγραφή της κοινωνίας. Το θέμα του είναι ο καλλιτέχνης, ο γνήσιος της Τέχνης εκφραστής. Ο καλλιτέχνης έχει διαλέξει μοναχικό δρόμο. Η Τέχνη για αυτόν είναι αναγκαιότητα ύπαρξης, είναι ο εσωτερικός κόσμος που ζητά έκφραση, που ζητά να μεταπλάσει την πραγματικότητα και να της δώσει τα εσωτερικά του γνωρίσματα. Ό,τι δε μπορεί να λεχθεί και ό,τι δε μπορεί να εκφραστεί. Ένας αθέατος κόσμος, μια ακατοίκητη γη που ανασταίνεται από τις πιο καυτές φλόγες. Αυτές που διατηρούν άφθαρτα και άθιχτα τα μονάκριβα του καλλιτέχνη.

Μια μουσική που καθηλώνει. Ήχοι που μεθούν και εκλύουν τα συναισθήματα. Όμως τι είναι η μουσική, τι είναι οι νότες για τον Saint Colombe; Δεν είναι παρά το μέσο. Όπως για κάθε πραγματικό καλλιτέχνη, οι οποίοι είναι εξαφανισμένο είδος, το εκάστοτε πεδίο δημιουργίας. Σε αυτό χωράει ο θάνατος, η αγάπη, το ερωτικό χάδι ενός πινέλου, ο ανέκφραστος λυγμός, ο χορός της βροχής. Όλη η ζωή, όλες οι ελπίδες που γέννησαν όλες του κόσμου οι χαραυγές. Ένα ασύλληπτο αίσθημα ολοκλήρωσης επισφραγίζει το βαθύτερο της ύπαρξης νόημα. Ένας κόσμος που μένει άφθαρτος όσο η ψυχή του καλλιτέχνη παραμένει αμόλυντη, απομακρυσμένη απ' την επίγεια διάβρωση. Ένας κόσμος που επιζητεί διέξοδο μέσα απ' τη λάβα των παθιασμένων συναισθημάτων. Και εκεί ό,τι πραγματικά υπήρξε ανασταίνεται. Και αγγίζει την αιωνιότητα...


Ο θεατής είναι τυχερός, γιατί εκτός των μοναδικών μουσικών ακουσμάτων θα βιώσει και την τελειότητα της φωτογραφίας. Η συμβατική κινηματογράφηση δε χωράει στο λεξιλόγιο του Alain Corneau. Και με λιτότητα θα συνθέσει κάδρα που μοιάζουν να δημιουργήθηκαν ως θέματα ιδιαίτερης εικαστικής ευαισθησίας. Το κάδρο, ως ένας άλλος καμβάς ζωγραφικής σε ελαφρώς παγωμένες εικόνες, προσδίδει μια λεπτή αίσθηση αγιότητας στα πρόσωπα και στις στιγμές. Μια όχι ωραιοποιημένη αγιογραφία, αλλά μια εξωτερικοποίηση των αθέατων εσωτερικών ζωών. Ατόφιες, φιλτραρισμένες μέσα απ' την ταπεινότητα τους. Και όλα αυτά σε μια ταινία αναμφίβολου αισθητικού κάλλους. Όπου και οι ερμηνείες αλλά και τα σκηνικά αποδίδουν στο μέγιστο μια ταινία εποχής.

Ορισμένες ταινίες αποτελούν μια μέγιστη εμπειρία ζωής. Πως θα μπορούσα να μην συμπεριλάβω το "Tous les matins du monde" σε αυτές; Ένα πραγματικό κόσμημα, ένας ύμνος στην υπό εξαφάνιση και αδιόρατη ανθρώπινη Τέχνη, μια ωδή στη ζωή... Ένα τραγούδι για τον άνθρωπο που νιώθει άβολα στις χορτασμένες και αλλοιωμένες ματιές.
Βαθμολογία 10/10

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2008

Little Children


Σκηνοθεσία: Todd Field
Παραγωγής: Usa / 2006
Διάρκεια: 130'

Ελληνικός τίτλος: Κρυφές επιθυμίες. (Why;) Αυθεντικός τίτλος: Little Children. Γιατί όλοι είμαστε μικρά παιδιά, αδύναμα να βρούμε θέση να πατήσουμε. Διψασμένα για αναγνώριση και εκδηλωμένη εκτίμηση.


Συναντήθηκαν τυχαία σε μια παιδική χαρά. Εκεί αντάλλαξαν το πρώτο τους φιλί! Σαν παιδιά σε ενήλικο σώμα. Παραδίπλα τα δικά τους νεογέννητα παιδιά. Αυτή τον φίλησε για να τον αρπάξει απ' τις φαντασιώσεις των "καθωσπρέπει" κυριών που σιωπηλά τον ορέγονταν. Αυτός ενέδωσε στην περιέργεια της. Ένα ενδιαφέρον αναπτύχθηκε, και μια εξώγαμη ερωτική σχέση παγιώθηκε. Προϊόν όχι αγάπης, ούτε κάποιας ανεξήγητης έλξης. Προσπάθεια απόδρασης απ' την καθημερινότητα. Αυτός(Patrick Wilson) πλάι σε μια πανέμορφη γυναίκα(Jennifer Connelly), μα ανυπόφορα ψυχρή. Αυτή(Kate Winslet) αδυνατεί να ανεχτεί την οικογενειακή συμβίωση με έναν επιτυχημένο επαγγελματία(Gregg Edelman), που αντιφατικά βασανίζεται απ' το teenage porn addicted σύνδρομο. Η βελόνα έχει ήδη αρχίσει να ράβει την κλωστή της ειρωνείας πάνω στη σύγχρονη κοινωνία.


Ο καθένας έχει ανάγκη έναν κόσμο. Όχι να δημιουργήσει, αλλά να ενταχθεί! Και κάθε πρόσκληση ή πρόκληση είναι μια πρόσκαιρη ευτυχία, και ένα ανεξήγητο όσο επιπόλαιο συναίσθημα ολοκλήρωσης. Ο άνθρωπος λειτουργεί σε κοινωνικές ομάδες, ο κοινωνικός αέρας είναι περισσότερο από αναπνοή. Και ο Todd Field με καυτή ειρωνεία, σαρκάζει τον σύγχρονο άνθρωπο, ως έρμαιο των αντασφαλειών του. Η ωραιοποίηση, εξιδανίκευση της κατάστασης είναι απαύγασμα της ατομικής εθελοτυφλίας. Τόσο που αυτή, η Kate Winset, παρομοιάζει τον εαυτό της με τον χαρακτήρα της Μαντάμ Μποβαρύ. Στην οποία, όπως και στον εαυτό της, έχει εξασφαλίσει την πολυπόθητη αγνότητα και αναλύει τους χαρακτήρες τους κάτω από την ψευδαίσθηση ενός ηρωικού πέπλου. Γιατί η απόσταση του τρόπου που το άτομο βλέπει τον κόσμο απέχει αγεφύρωτα από όποια αντικειμενική προσπάθεια θεώρησής του.


Κάπου εκεί, ο Todd Field αποφασίζει, μάλλον με άτολμο τρόπο, να εμπλουτίσει δραματουργικά την ιστορία του, φοβούμενος έναν καταστροφικό εγκλωβισμό. Η ιστορία διαδραματίζεται σε ένα τυπικό προάστιο της Αμερικής. Όπου η φιλήσυχη κοινότητα διαταράσσεται απ' την συνύπαρξη με έναν παιδεραστή(Jackie Earle Haley). Ο κίνδυνος ορατός. Όχι από κάποιας εγκληματολογικής δράσης, αλλά εκ της συντηρητικής κοινής γνώμης. Άλλωστε όλοι οι χαρακτήρες δεν είναι παρά ακίνδυνα παιδιά, που ξεχνώντας να μεγαλώσουν τους διέφυγαν οι όποιες ευθύνες προς το "εγώ" και το κοινωνικό σύνολο. Μια κοινή γνώμη που ευνουχίζει το αλλιώτικο και το περιθωριοποιεί. Οι ανισότητες, ο τρόμος και το έγκλημα είναι αυτοδημιούργητα μιας κοινωνίας που δεν συναισθάνεται τη θέση της μέσα στον κόσμο. Γιατί ο καθένας μας είναι περισσότερο ό,τι οι άλλοι επιλέγουν για αυτόν παρά η βούληση του! Κάπου εκεί θα συναντήσουμε και έναν αστυνομικό. Ο οποίος έχει ανάγκη δράκους, για να κουκουλώσει το μεμπτό και άνομο παρελθόν του. Έτσι ξεσπάει στον mr. παιδεραστή την εκ περιθωριοποίησης γεννημένη μανία του, μουτζουρώνοντας την ήδη μαυρισμένη εικόνα του.


Κινηματογραφικά ο Todd Field θα φιλμάρει με ενδιαφέρον τρόπο. Το μοντάζ λειτουργικά, και κάπως ύπουλα, πετσοκόβει την ιστορία αποφεύγοντας τις δραματουργικές εξάρσεις. Στα αρνητικά της φόρμας, το αναίτιο voice over που θα επιδοθεί επανειλημμένως στον ακρωτηριασμό της εικόνας. Το cast περιέχει αξιοπρόσεκτα ονόματα, όπως έχουν ήδη αναφερθεί. Με την γλυκύτατη Kate Winset να παραδίδει μια πολύ δυνατή ερμηνεία. Η ταινία βασίστηκε στο ομότιτλο βιβλίο του Tom Perrotta, το οποίο απέχει πολύ απ' το να χαρακτηριστεί διασκεδαστικό. Όμως η ταινία περιέχει μια άκρως διασκεδαστική αναφορά και διακωμώδηση action και sport ταινιών!
Βαθμολογία 7,5/10

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2008

Soy Cuba


Σκηνοθεσία: Mikhail Kalatozov
Παραγωγής: Soviet Union / Cuba / 1964
Διάρκεια: 141'


Ο Michail Kalkatozov αποτελεί μια άξια προσοχής και μελέτης περίπτωση καλλιτέχνη. Το έργο του παραγκωνίσθηκε συστηματικά στην εποχή του, με εξαίρεση το ποιητικό αριστούργημα "Όταν Πετούν οι Γερανοί" που βραβεύτηκε στις Κάννες, και η φιλμογραφία του μέχρι σήμερα παραμένει δυσεύρετη σε μεγάλο βαθμό. Το "Είμαι η Κούβα" είναι μια ταινία που τάραξε για καλά τα νερά στο χώρο του κινηματογράφου, έστω και αν κατέκτησε τη θέση που της αξίζει 30 χρόνια μετά τη δημιουργία της, καθώς η οπτική αισθητική της αναδεικνύει μια ασύλληπτη κινηματογράφηση.


Ο Michail Kalatozov μαζί με το πλήρωμα των συνεργατών του, και συγκεκριμένα την καταλυτική παρουσία της φωτογραφίας του Sergei Urusevsky, κατάφερε να δώσει εκ νέου νόημα στις έννοιες της σκηνής και της σεκάνς και να επαναπροσδιορίσει τις δυνατότητες του κινηματογραφικού μέσου. Σκηνές που αποτελούνται από μακρόσυρτα και ταχύτατα travelling, αδιάκοπη και άτακτη κίνηση της κινηματογραφικής μηχανής, ταραχώδη τεμαχισμό στο ντεκουπάζ, αλλά και στατικές λήψεις που δίνουν στον θεατή την αίσθηση μιας εκ των πιο ολοκληρωμένων κινηματογραφικών εμπειριών. Ακόμα και σήμερα παραμένει απορίας άξιος ο τρόπος που είναι γυρισμένες ορισμένες σκηνές. Με αποκορύφωμα την εναρκτήρια, όπου η κάμερα κατεβαίνει ταχύτατα απ' το ύψος της κορυφής μιας πολυκατοικίας σε επίγειο υψίπεδο.

Τα πρώτα καρέ έχουν πέσει. Μια γυναικεία επιβλητική φωνή δηλώνει ατάραχα "Είμαι η Κούβα". Αρχίζει να εξιστορεί την ύπαρξη της μέσα απ' τα κολακευτικά σχόλια του Κολόμβου που την ανακάλυψε. Η αφήγηση προχωράει με το βραδύ ατάραχο ύφος και τοποθετείται διάσπαρτα στη ραχοκοκαλιά του film υποβάλλοντας τον θεατή με μια σκουρόχρωμη ποιητική διάθεση στην πολυτάραχη ιστορία του τόπου. Οι εικόνες πέφτουν γρήγορα στο πανί και μέσα από την ασπρόμαυρη φορεσιά τους προσδίδουν το ιστορικό κύρος στην εξομολογητική αφήγηση της κυρίας Κούβας. Η οποία ανάμεσα στα πυρρά και τα βέλη του παρελθόντος διερωτάται αν περικλείεται από τη θάλασσα ή από τα αιματοβαμμένα δάκρυα των ανθρώπων που ποτίζουν τον τόπο.


Ο Mikhail Kalatozov σκηνοθετεί τέσσερις ξεχωριστές ιστορίες οι οποίες διαδέχονται η μία την άλλη γραμμικά στον χρόνο. Όμως παρ' όλα ταύτα αδυνατούν να χαρακτηρίσουν την ταινία ως σπονδυλωτή. Καθώς υπό την επιβλητική και ομοιογενή σκηνοθεσία τους αλλά και την κοινή θεματική τους, εναγκαλιάζονται μεταξύ τους και συνθέτουν ένα ομοιογενές κράμα με κεντρικό άξονα την δύσβατη πραγματικότητα στα τραχιά Κουβανέζικα εδάφη. Η πρώτη ιστορία δηλώνει την ματιά του Δυτικού κόσμου της εποχής(κυρίως Αμερικάνικου) που οριοθετεί την Κούβα ως κέντρο διασκέδασης και εκτοξεύει την μαύρη οικονομία του κράτους. Ενώ παράλληλα θίγεται το θέμα της πορνείας ως μια έσχατη διέξοδο για τις γηγενείς κοπέλες. Στη δεύτερη ιστορία παρακολουθούμε την ανημποριά των κατοίκων να αυτοσυντηρηθούν. Έχοντας απέναντι τους το τυραννικό καθεστώς του Μπατίστα αναγκάζονται να καλλιεργήσουν ξένη γη παλεύοντας με αντίξοες συνθήκες την αβεβαιότητα του αύριο. Έπειτα η κινηματογραφική αφήγηση καταπιάνεται με την δράση ενός ακτιβιστή ο οποίος βλέπει τους φίλους του να εξοντώνονται καθώς επιχειρούν να αναπτύξουν κίνημα υπέρ του Φιντέλ Κάστρο που αντιμάχεται του Τυρανικού καθεστώτος. Ενώ, τέλος η δράση μεταφέρεται στο βουνό. Όπου μέσα από την ματιά μιας φιλήσυχης οικογένειας τονίζεται η ανάγκη για τον επαναστατικό αγώνα, τον ανθρώπινο αγώνα που αποσκοπεί στην απόκτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων.


Αν κάτι θα μπορούσε να καταλογιστεί στην ταινία είναι να χαρακτηριστεί ως Κομμουνιστική προπαγάνδα. Είναι εμφανές ότι ο Mikhail Kalatozov εξυπηρετεί και εξυμνεί τα επαναστατικά ιδεώδη, και ορισμένες φορές με μονομερή τρόπο. Ωστόσο κεντρικός άξονας δεν είναι η πολιτική αλλά ο άνθρωπος. Επίσης ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε ότι το "Soy Cuba" αποκόμοισε πενιχρά σχόλια στις Κομμουνιστικές χώρες παραγωγής του(Cuba, Soviet Union), καθώς εκείνες δεν ικανοποιήθηκαν με τον μη εμφανή εγκωμιασμό του Κομμουνισμού, και το απόκλεισαν στα ντουλάπια τους για περίπου τριάντα χρόνια.
Βαθμολογία 9,5/10

Youth Without Youth



Σκηνοθεσία: Francis Ford Coppola
Παραγωγής: USA/ Germany/ Italy/ France/ Romania/ 2008
Διάρκεια: 124'


Η επιστροφή του τρισμέγιστου Francis Ford Coppola είναι γεγονός 10 χρόνια μετά την τελευταία εμφάνιση του. Δεν θα επέστρεφε για να ξανακάνει κριτικούς και κοινό να παραμιλούν με τη σκηνοθετική δεξιοτεχνία του. Ποιο το νόημα τώρα πια; Ο επιτυχημένος οινοπαραγωγός θα έπαιρνε θέση πίσω απ' την κάμερα μόνο όταν θα θέριευαν οι φλόγες μιας οξύθυμης καλλιτεχνικής ανησυχίας. Όταν η σιωπή του ανέκφραστου θα ήταν αβάσταχτα βασανιστική. Και το Youth Without Youth είναι η πιο προσωπική του ταινία. Ένα κομψοτέχνημα, αν και η λέξη δεν αρκεί να περιγράψει, πρώτα για εκείνον και μετά για όλους μας... 'Άλλωστε ο τρόπος που επιλέχθηκε να γυριστεί και να παραχθεί η ταινία είναι μια τρανή απόδειξη όλων των παραπάνω!


Ένας 70χρονός καθηγητής γλωσσολογίας(Tim Roth), ο οποίος βρίσκεται πνευματικά παραλυμένος υπό το πλήρωμα του χρόνου, χτυπιέται από κεραυνό. Ένα μεταφυσικό σημάδι Θεϊκής ύπαρξης; Απόρροια του γεγονότος είναι η απελευθέρωση του πρωταγωνιστή απ' τη διχασμένη προσωπικότητα. Αγάπη και γνώση η νέα διττή άποψη του ίδιου νομίσματος. Και ο καθηγητής ανασταίνεται της ηλικιακής του παράλυσης. Σε κορμί εφήβου και πνεύμα ανώτερης διανοητικής οξύνοιας, η ευκαιρία για μια δεύτερη ζωή.


Ο Tim Roth, όπως μας αποδεικνύουν τα πισωγυρίσματα του χρόνου, κατά τη διάρκεια της νεότητας έχει επιλέξει τον δρόμο της επιστήμης. Ζητώντας την αυτοπραγμάτωση μέσα από την επιστημονική ολοκλήρωση διάλεξε, με άγνοια επιστημονικής ακρίβειας, να κλείσει την πόρτα της αγάπης (προσωποποιημένη μορφή η Λάουρα) και μαζί να απορρίψει την ουσιαστική αγαλλίαση. Ίσως για αυτό τώρα, σε σώμα εφήβου, και με μορφή άθιχτου αποξηραμένου ρόδου, κουρσεύει τους χρόνους αδυνατώντας να βρει τη συναισθηματική ανακούφιση. Και μέσα σε αυτό το οδοιπορικό χρονολόγημα το ερώτημα θα ξανά αναπαραχθεί: αγάπη ή γνώση; Με τη Λάουρα να αποδράττει της ονειρικής φαντασίωσης και κατασπαραχτικής βουλιμίας του καθηγητή. Μα τώρα η ύπαρξη της αποτελεί συνώνυμο της επιστημονικής ολοκλήρωσης, παρέχοντας του αυτούσια τα άπαντα της γέννησης της γλωσσολογίας. Όμως πάλι ούτε η αγάπη ούτε η επιστήμη δε μπορούν να συνυπάρξουν. Καθώς η αγάπη του καθηγητή είναι καταστροφική, σηματοδοτώντας την μεταφυσικά πρόωρη γήρανση της εκλεκτής του. Και ο Coppola έχει σπείρει για τα καλά το αιώνιο ερώτημα μεταξύ αγάπη και γνώσης τοποθετημένο και θεμελιωμένο σε έναν εμβριθή φιλοσοφικό στοχασμό απάνω στη διάσταση του χρόνου. Χρόνος ρυθμιστής και αμείλικτος, που σημαδεύει τις επιλογές μας και υπερτονίζει το αδύνατο της αναπλήρωσης των μη πραγματοποιηθέντων.


Εν τω μεταξύ το κεραυνοβόλημα του καθηγητή και αυτή η αφύσικη καμπή νεότητας αντί ακαριαίου θανάτου, προκαλεί το ενδιαφέρον της πολιτικής και της επιστήμης. Η ιστορία τοποθετείται γύρω στα 1940. Και η ναζί, ως προσωποποίηση του έκφυλου πολιτικού χώρου,
εξετάζει το ενδεχόμενο "παραγωγής" υπεράνθρωπων με το βοήθεια της επιστήμης. Της επιστήμης της λαγνείας και των επιτευγμάτων που δε θα μπορούσε να μείνει αμέτοχη της όλης κατάστασης. Ο Coppola θα χτίσει ένα υπερσύγχρονο περιβάλλον, που θα το τεκμηριώσει επαναλαμβανόμενα, και θα θέσει στο ακέραιο φιλοσοφικά διλήμματα γύρω απ' το χρόνο, την αντικειμενικότητα-υποκειμενικότητα του κόσμου και την έννοια της συνείδησης. Φιλοσοφικοί στοχασμοί, με ρίζες το ρεύμα της μετενσάρκωσης, που επιζητούν μετά μανίας κάτι περισσότερο απ' τη συμμετοχή του θεατή.


Τι και αν η αφηγητική δομή της ταινίας είναι ετοιμόρροπη; Τι και αν η σκηνοθετική οικονομία είναι απούσα; Τι και αν οι δραματουργικές αναθυμιάσεις καθρεφτίζουν έναν άγαρμπο παρορμητισμό; Ο Coppola ζωγραφίζει με το φακό του. Λυρικότατα πλάνα, που με τη βοήθεια της καθηλωτικής μουσικής του Osvaldo Golijov και της μεθυστικής φωτογραφίας του Mihai Malaimare, αποτυπώνονται με ποιητική δύναμη στο υποσυνείδητο του θεατή. Ρυθμίζοντας τον επακριβώς στη συχνότητα του ονείρου. Ενός ονείρου που σαν ένα άλλο Fountain επιχειρεί να στοιχειοθετήσει το πέρασμα του σύγχρονου ανθρώπου στον κόσμο. Ενός ανθρώπου παγιδευμένου στο λίγο του, με την ψευδαίσθηση μιας μεγαλεπήβολης πραγματικότητας.

Και η έξοδος της ιστορίας θα γίνει εκεί απ' όπου ξεκίνησε. Στο καφέ Select, δηλόνοντας μια αέναη κυκλικότητα. Ακόμα και στα όνειρα, ακόμα και στις φαντασιώσεις. Ένα τέλος που βρίσκει τον αιώνιο έφηβο Tim Roth πιο γέρο από ποτέ. Και αν εσύ μετά το τέλος της θέασης απορείς ακόμα που θα μπει το τρίτο τριαντάφυλλο, είναι απλό. Το τρίτο τριαντάφυλλο θα είναι ακόμα καρφωμένο στο χέρι μας, με τα αγκάθια του να ριζώνουν σταθερά στο κέντρο της παλάμης. Τόσο που θα μας συντροφεύει και κάτω από την επιτάφια πλάκα, ακούγοντας στωικά τους βουβούς λυγμούς της ανολοκλήρωτης φύσης μας...

Και επειδή στον κόσμο του Coppola η φαντασία και τα όνειρα ως προϊόντα
της πραγματικότητας αναγνωρίζονται να έχουν όμοια βαρύτητα, επιτρέψτε μου και εμένα να μοιραστώ μαζί σας τη φαντασίωση μου... Εκατό έτη μετά, όταν ο ίδιος ο σκηνοθέτης και εμείς θα έχουμε γίνει τροφή σε πάσας φύσης αποικοδομητικούς οργανισμούς, σε κάποιο προοδευτικό φεστιβάλ της Λατινικής Αμερικής να προβάλλεται η ταινία στα πλαίσια ενός αφιερώματος για το σκηνοθέτη. Και το κοινό συγκλονισμένο από την τεχνική αρτιότητα της τριλογίας των Godfather που θα έχει προηγηθεί, θα νιώσει κεραυνοβολημένο στην έλευση του Youth Without Youth. Σαν ένας μικρός φόρος τιμής στην αδίκως υποτιμημένη τούτη ταινία...
Βαθμολογία 9,5/10