Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2008

Φεύγω, είπε


Ένα ένα τα δάχτυλα πέφταν στο ξεβρασαμένο κομοδίνο της,
άρρυθμοι και αμήχανοι χτύποι που φόρτιζαν την ατμόσφαιρα.
Το μυαλό της ήταν κενό, ένα άδειο μπαούλο που σφυροκοπούσαν οι θύμισες.
Ένας ουρανός γεμισμένος αστέρια,
που καλά κρύβονταν πίσω απ' τα μαυρισμένα σύννεφα.
Διαβατάρικες σκέψεις που κουρασμένη πια δε συγκρατούσε.
Έρχονταν και έφευγαν,
μόνο φούσκωναν λίγο ακόμα την ήδη ξεχειλωμένη μνήμη της.
Στάθηκε για λίγο, μια στιγμή.
Σιωπή...μια τυφλή σιωπή δίχως σύνορα.
Ποιος ξέρει πόση ώρα στέκονταν έτσι, αμίλητη;
Ποια λύση πάλευε;
αφού ήξερε ότι...
Ήθελε να φυλακίσει εαυτόν στο παρόν της.
Πως το άπειρο άραγε καλουπώνεις;
Δεν είχε επιλογή.
Όταν τα ρολόγια χτυπούν, με αδύναμα πόδια στέκουμε όλοι.
Τώρα δεν μπορούσε να το αρνηθεί.
Δεν μπορούσε να αρνηθεί όσα η κιμωλία του χρόνου σημείωνε στο μαυροπίνακα του μυαλού της.
Λέξεις που χάραζαν την ακόμα παιδική καρδιά της.
Ένα χοντρό δάκρυ έτρεξε στο πρησμένο με πόνο μάγουλο της.
Το βλέμμα έμενε σφηνωμένο στα φθαρμένα της συρτάρια,
εκεί που κείτονταν τα κιτρινισμένα ημερολόγια της,
εκεί που αναπαύονταν οι μνήμες χρόνων.
Σαν να διάβαζε σωρεία σελίδων, που γέμιζαν αδιάκοπα το άσπρο των ματιών της.
Πήρε βαθιά ανάσα...
Φεύγω, είπε!
Με σφιχτό χαμόγελο και από καρδιάς φιλί χαιρέτησε.
Έσφιξε στο χέρι την μεγάλη πράσινη βαλίτσα...
Μα στο κεφάλι της χαρούμενα κρέμονταν
ο αγαπημένος των παιδικών της χρόνων σκούφος...

3-04-08

(Πηγή αφίσας: Deviantart
χρήστης: Boomell)

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2008

The Prestige



Σκηνοθεσία: Christopher Nolan
Παραγωγής: USA / UK / 2006
Διάρκεια: 130'


The Prestige ή αλλιώς ο εγκωμιασμός και συνάμα η απομυθοποίηση της τέχνης της Μαγείας. Ο Christopher Nolan με μια δυναμική και υπερσύγχρονη σκηνοθεσία θα μυήσει τον θεατή, όπως στο Memento, σε έναν μυστήριο και σκοτεινό κόσμο.

Το Prestige θα αφηγηθεί την σφοδρή κόντρα δυο ταχυδακτυλουργών, του Angier(Hugh Jackman) και του Borden(Christian Bale), που ξεσπάει έπειτα από εργασιακό ατύχημα που προκάλεσε ο δεύτερος στη γυναίκα του πρώτου επί της σκηνής. Στο Λονδίνο, στην αλλαγή του αιώνα βρίσκονται και οι δυο στην απαρχή της καριέρας τους. Ερωτευμένοι και αφοσιωμένοι με την Τέχνη της ψευδαίσθησης προσπαθούν να χτίσουν το όνομα τους επινοώντας διάφορα ταχυδακτυλουργικά τρικ. Πίσω από αυτόν τον έρωτα όμως κρύβονται οι αφιονισμένες επιθυμίες του καθένα για την απόκτηση της αδιαμφισβήτητης πρωτοκαθεδρίας. Δυο γνήσιοι αντιπρόσωποι και οιωνοί του καπιταλιστικού κόσμου, όπως αυτός αναπτύσσεται και διαμορφώνεται, με τον ερχομό του 20ου αιώνα. Τα πολλά γεγονότα πάλης και αθέμιτου ανταγωνισμού που θα ακολουθήσουν, χάρις την πυκνογραμμένη χρήση του μοντάζ, θα αναδείξουν ένα βδελυρό και ανήθικο κόσμο. Ένα κόσμο που στερείται αξιών και ηθικής και μας παραπέμπει ευθέως στην κοντινή πραγματικότητα όπου ο λυσσαλέος ανταγωνισμός δεσπόζει και νομιμοποιείται στον σύγχρονο κόσμο.


Ο Nolan, που αυτή την περίοδο μονοπωλεί το ενδιαφέρον του κοινού με το Dark Knight, δεν θα εξαντληθεί σε αυτή την ιδιόρρυθμη κόντρα. Θα κουνήσει το δικό του μαγικό ραβδί πάνω στον υπερπολυτελή θίασο του για να αναδείξει ενδιαφέροντες ανθρώπους-χαρακτήρες. Το έργο του γίνεται απλούστερο έχοντας στο οπλοστάσιο του έναν εκπληκτικό Hugh Jackman στον ρόλο του καιροσκόπου showman, έναν αποστομωτικό Christian Bale να ενσαρκώνει τον ήρωα του πειθαρχημένου ταχυδακτυλουργού, έναν ενδιαφέροντα Michael Caine στον ρόλο του ενδιάμεσου και την πολυτέλεια μιας γοητευτικής Scarlett Johansson στις ανάγκες ενός δεύτερου ρόλου. Η φωτογραφία σκοτεινή και φωτεινή ταυτοχρόνως, κερδίζει το δικό της παιχνίδι εντύπωσης, ενώ το σενάριο με την εμφατική του τάση στη λεπτομέρεια καταφέρνει να βουλιάζει τον λογισμό του θεατή στο συνεχώς εναλλασσόμενο σύμπαν της ταινίας, παρέχοντας ωστόσο απλόχερα καθοδηγητικές πληροφορίες. Όλα αυτά τα στοιχεία αποτελούν απλά τα συστατικά της υπερπαραγωγής που ονομάζεται Prestige.


Στα της αφήγησης ο Nolan θα επαναχρησιμοποιήσει τα αγαπημένα του χρονικά πισωγυρίσματα, όπως και στο Memento που τον καθιέρωσε. Θα οικειοποιηθεί και εδώ την πολιτική συνεχόμενων σεναριακών twist, που με τη χρήση του μοντάζ επιτυγχάνουν την αδιάκοπη μεταστροφή των νοηματικών και των θεματικών αξόνων. Τα πάντα όμως θα κλείσουν και θα επεξηγηθούν αρμονικά σε ένα φινάλε που μέσα από την πολυτελή του επικάλυψη έρχεται να δώσει απαντήσεις στα ποίκιλλα ερωτήματα που έχουν γεννηθεί προγενέστερα.


Άραγε το Prestige είναι απλά ένας φόρος τιμής στην ταχυδακτυλουργική τέχνη ή μήπως μια βαθύτερη και υπαινικτικότερη αναφορά στην Τέχνη του κινηματογράφου; Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη ταινία, σε αυτή τη μορφή, μπορεί να υλοποιηθεί μοναδικά σε μια κινηματογραφική πλατφόρμα ενισχύει την θέληση μου να ταχθώ υπέρ του δεύτερου σκέλους του ερωτήματος. Άλλωστε η κινηματογραφική Τέχνη μπορεί να εκληφθεί ως μια ουσιαστικότερη και εκτενέστερη μέθοδος δημιουργίας ψευδαισθήσεων και εξαπάτησης του κοινού! Το γύρισμα και το πρωτογεννές υλικό μετατρέπεται μέσω του μοντάζ και άλλων "μυστικών" κινηματογραφικών διαδικασιών(!) στο τελικό προϊόν που αποτυπώνεται στο πανί ως ένα ακόμα ταχυδακτυλουργικό τρικ που τρέφεται και συντηρείται μέσω των εντυπώσεων που προκαλεί στους θεατές του. Στους θεατές που εθελούσια και πρόθυμα αρέσκονται στο να αποπλανούνται...


Οι επιρροές εκ του μεταμοντέρνου Αμερικάνικου cinema μπορεί να είναι εμφανής και σε αυτή τη δημιουργία, όμως ο σκοτεινός κόσμος που πλάθει ο Cristopher Nolan είναι ικανός να σας ανταμείψει σε όλα τα επίπεδα.
Βαθμολογία 8,5/10

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2008

Zona, La


Σκηνοθεσία: Rodrigo Plá
Παραγωγής: Mexico / 2007
Διάρκεια: 97'

Ο Ουρουγουανός Rodrigo Pla(εδώ σε Μεξικάνικη παραγωγή), παρ' ότι μόλις με αυτή την ταινία έκανε το ντεμπούτο του στις μεγάλου μήκους, έχει καταφέρει από νωρίς να αποσπάσει σωρεία τιμητικών διακρίσεων(μερικές από αυτές σε Τορόντο, Βενετία) υποχρεώνοντας μας έτσι να τον συγκαταλέγουμε στην λίστα με τους πιο ελπιδοφόρους δημιουργούς του αύριο

Η Ιδιωτική Ζώνη είναι ένας περιφραγμένος υλικός παράδεισος όπου κατοικούν οι προνομιούχοι του καπιταλιστικού συστήματος του Μεξικού. Ένα ψηλό τοίχος και προηγμένα συστήματα ασφαλείας χωρίζει τους πλούσιους αστούς, που ζουν αυτόνομα εντός της Ιδιωτικής Ζώνης, από την χαοτική φτώχεια του Μεξικού. Μια ξαφνική νεροποντή θα κατεδαφίσει μέρος του τείχους και τρεις νεαροί δεν θα αφήσουν ανεκμετάλλευτο το "εξ' ουρανού" εισιτήριο. Θα εισβάλουν εντός με λησταρχικούς σκοπούς, όμως τα σχέδια τους οδηγούνται σε ένα αιματηρό μακελειό. Δυο εξ' αυτών θα πέσουν νεκροί από τα πυρρά των κατοίκων, ενώ προηγουμένως οι ίδιοι έχουν φονεύσει μια πλούσια ηλικιωμένη. Ο τρίτος νεαρός θα κυνηγηθεί κυρίως από την μάζα των κατοίκων που επιθυμεί να (ξανά)πάρει το νόμο στα χέρια της και να απεμπολίσει απ' τα χωράφια της την "ενοχλητική" κρατική αστυνομία. Ο νεαρός βρίσκεται παγιδευμένος εντός της ιδιωτικής ζώνης με μόνο στήριγμα ένα πλουσιόπαιδο που κρυφά προσφέρει όποια βοήθεια. Και όλα αυτά υπό την έντονη ανησυχία της μητέρας που είναι ανίκανη να επέμβει.

Ο Rodrigo Pla κοιτάει τολμηρά και κατάματα την προοπτική ενός πιθανού μέλλοντος απομόνωσης της ευκατάστατης τάξης. Και μέσα από ένα cinema αντιθέσεων θα ξεδιπλώσει ένα εμβριθή πολιτικό σχόλιο για την πάλη των τάξεων. Όμως η επιτυχία του La zona είναι ότι δεν χρησιμοποιεί καρικατούρες ανθρώπων, αλλά γνήσιους αντιπροσώπους του είδους οι οποίοι αλλοιώνονται μέσα στο κοινωνικό σύνολο που εντάσσονται.

Ο σκηνοθέτης έχει δηλώσει χαρακτηριστικά: "Πρόθεσή μου ήταν να δείξω τη Ζώνη σαν μια οντότητα, που μέσα στην εσωστρέφειά της και την αδυναμία της να αναγνωρίσει τις ίδιες της της αδυναμίες και αντιφάσεις, φυτεύει τους σπόρους της ίδιας της της αυτοκαταστροφής."

Η ζώνη είναι ένας νέος κόσμος. Με τις δικές του αξίες, με τις δικές της ηθικές μα πάνω απ' όλα τα δικά του συμφέροντα. Οι κάτοικοι, με τις στάσεις τους στην κοινωνία έχουν δημιουργήσει τα αίτια μιας βαθύτερης τρομολαγνείας στα πλαίσια της οποίας έχουν αυτοφυλακιστεί σε έναν έκφυλο υλικό κόσμο. Άραγε ποιος παράδεισος έχει σύνορα; Έπειτα, μέσα από τον φειδωλό και υπαινικτικό διάλογο διαπιστώνουμε την εκτόπιση της όποιας ηθικής από την σφαίρα των συμφερόντων σε ένα ευρύτερο κλίμα διαφθοράς και ανηθικότητας. Χαρακτηριστικά μια εκ των κατοίκων μας προϊδεάζει λέγοντας: "τα αδικήματα σβήνονται με το λάδωμα κύριε αστυνόμε". Πάντως, μέσα σε ένα σύνολο ατόμων θα ήταν αδικαιολόγητη η καθολική απουσία "θετικών" ανθρώπων. Μπορεί όμως η καλοσύνη και όποια αρετή, οι οποίες εμφανίζονται επιλεκτικά, να μακρημερεύσουν σε έναν τέτοιο κόσμο; Ο Rodrigo Pla έχει φυτέψει για τα καλά τον σπόρο της αμφισβήτησης, τονίζοντας το αναπόφευκτο και την δύναμη των κοινωνικών ομάδων να εντρυφούν στα μέλη τους κοινής αποδοχής κανόνες, αξίες και στάσεις ζωής, αλλοιώνοντας ή απαλείφοντας κάθε προσωπικό χαρακτηριστικό.


Στην άλλη άκρη βρίσκονται οι φτωχογειτονιές. Η κοινωνική αδικία, η έλλειψη ευκαιριών στέκονται το ορόσημο μιας εξαθλιωμένης ζωής. Το μένος προς τους προνομιούχους του καπιταλιστικού συστήματος θεριεύει. Οι ίδιοι όσο και αν θα 'θελαν να είναι απειλητικοί θα είναι πάντα ανίσχυροι στον κόσμο των πλουσίων. Οι συνθήκες κάνουν τους ανθρώπους εχθρικούς. Μήπως τα ταξικά τείχη που διαχέονται από το ρατσιστικό στοιχείο εκμηδενίζουν κάθε ανθρώπινη φρόνηση; Όταν ο ταξικός διαχωρισμός έχει επέλθει ταυτοχρόνως και οι επιλογές έχουν σημαδευτεί...

Ο Rodrigo Pla θα ξεδιπλώσει την ιστορία του στο ρεύμα που έχει χαράξει ο σύγχρονος Λατινικός κινηματογράφος. Με ταχύτατο μοντάζ, γρήγορη πλοκή, ψυχρή-σκοτεινή φωτογραφία, συγκρατημένα βίαιη απεικόνιση και με το σενάριο να βασίζεται στη συλλογικότητα των ηρώων, οι οποίοι όμως εξατομικευμένα κυμαίνονται σε μέτρια επίπεδα. Ακόμα, στα συν της ταινίας και η πυκνογραμμένη αφήγηση του πρώτου μέρους που το μετατρέπει σε ένα καλά κρυπτογραφημένο παζλ. Δυστυχώς λίγο μετά τα μισά η προαναφερθέν αφήγηση τερματίζεται ελέω ενός αδικαιολογήτως γενναιόδωρου flash back που ρίχνει άπλετο φως και στην παραμικρή πτυχή της ιστορίας. Ωστόσο το φινάλε που ακολουθεί, ξεστομίζει και ολοκληρώνει με άρτιο τρόπο το σχόλιο του σκηνοθέτη που βασίζεται στις αντιθέσεις των δύο διαφορετικών κόσμων που απαρτίζουν την διαιρεμένη κοινωνία του Μεξικού.

Το La Zona των τόσων βραβεύσεων είναι μια ταινία πρόταση για το Καλοκαίρι που διανύουμε. Με τολμηρό και αιχμηρό πολιτικό σχόλιο, που βασανίζει ασύστολα την κοιλιακή χώρα, για τον πόλεμο των τάξεων και μια φανερή κατακραυγή στον υλικό καπιταλιστικό κόσμο.
Βαθμολογία 8/10

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2008

Efter brylluppet


Σκηνοθεσία: Susanne Bier
Παραγωγής: Denmark / Sweden / 2006
Διάρκεια: 120'


Το Efter brylluppet ή Μετά τον Γάμο στην Ελλάδα, είναι μια ταινία της Susanne Bier που θα επιχειρήσει να ανασημασιοδοτήσει το είδος του μελοδράματος Ωστόσο θεωρώ πως εν τέλει αποτυγχάνει, υποκύπτοντας σε μια ατμόσφαιρα τηλεοπτικής σαπουνόπερας που επιβάλλει το αδικαιολόγητα "γεμάτο" σενάριο.

Ο Jacob(Mads Mikkelsen), ένας Δανός που κατοικεί μακροχρόνια στην Ινδία, έχοντας ως σκοπό ζωής τη σωτηρία των εξαιρετικά πολυάριθμων εξαθλιωμένων παιδιών, επισκέπτεται την Κοπεγχάγη για συζητήσεις με τον Jorgen, πιθανό χρηματοδότη του ιδρύματος του. Εκεί, μια "κακή" σύμπτωση θα του φανερώσει την ύπαρξη μιας κόρης που επί εικοσαετίας αγνοούσε. Το μένος του θα στραφεί τώρα στην Helene, μητέρα του παιδιού του και γυναίκα του Jorgen. Όπως όμως σταδιακά αποκαλύπτεται πίσω απ' την προαναφερθείσα σύμπτωση κρύβεται ένας καλά προμελετημένος σκοπός, που θα τοποθετήσει τον Jacob, εν αγνοία του, στα άδυτα της "τραγικής" οικογένειας.


Αυτός(Jacob) φτάνει στη Δανία με μοναδικό σκοπό να εξασφαλίσει τα κονδύλια για το "ετοιμόρροπο" ίδρυμα του. Μοιάζει "χαμένος" μέσα στον κόσμο των πλουσίων αλλά και εξοργισμένος ταυτόχρονα. Που να ήξερε ότι θα οικειοποιηθεί αυτόν τον κόσμο σύντομα; Που να ήξερε τον αληθινό λόγο της επίσκεψης του; Ένα πιόνι στη σκακιέρα του Jorgen. Ο Jorgen είναι ένας πλούσιος επιχειρηματίας. Ακόμα και τώρα που πεθαίνει, νομίζει πως μπορεί να διαμορφώνει τα πάντα, πως μπορεί να κρατάει την μοίρα στα χέρια του, πως μπορεί να αγοράζει ανθρώπινες ζωές(και δυστυχώς τα καταφέρνει). Πως μπορεί να αγοράζει σύντροφο για τη γυναίκα του και για τα παιδιά του. Και επιλέγει τον βιολογικό πατέρα της θετής του κόρης. Άραγε σε μια πράξη φιλανθρωπίας; Και ερωτώ την σκηνοθέτιδα, έχει το χρήμα τόσο μεγάλη επιρροή και στην προσωπική ζωή; Και τελικά είναι αυτή η συμφιλίωση, ο συμβιβασμός, ο παραγκωνισμός των ιδανικών ένα ευτυχές νόημα ζωής; Προσωπικά επιτρέψτε μου να αμφιβάλλω και να δυσανασχετώ σε αυτή την ροπή που αποκτά η ταινία μέσω των πολυάριθμων επεισοδίων-πυραύλων που ανακατευθύνουν την θεματική της. Ενοχλούμε, όταν διακρίνω την εργαλειακή χρήση ευαίσθητων θεμάτων(φτώχεια, εξαθλιωμένα παιδιά, ετοιμοθάνατοι άνθρωποι, ιδανικά, προδομένοι σύζυγοι κλπ) για την ολοκληρωτική συναισθηματική επιβολή των μοτίβων που έχει επιλέξει ο κάθε δημιουργός. Και εδώ η πλοκή υπακούει στις αρχές μιας τυπικής σαπουνόπερας, επενδυμένη μάλιστα με τον ύπουλα χαμηλόφωνο τόνο της σκηνοθεσίας. Οι ευκολίες βρίσκονται παντού, και το σενάριο τελικά αρκείται σε μια χλιαρή ματιά εξιδανίκευσης του κόσμου των πλουσίων. Δεν είναι εκμετάλλευση άραγε το να επικαλείσαι "τραγικότατα" θέματα, όπως αυτή η επιδερμικότατη παρουσίαση των παιδιών της Ινδίας, έχοντας ως μοναδικό σκοπό την διαμόρφωση του ανάλογου συναισθηματικού κλίματος;


Ωστόσο, όσο και αν διατυμπανίζω τις διαφωνίες μου με τις πτυχές του σεναρίου, δεν μπορώ παρά να δηλώσω το ενδιαφέρον μου για την φόρμα της ταινίας. Η Susanne Bier θα εγκαταλείψει για λίγο τον τραχύ κόκκο του Δόγματος 95 και με λεία φωτογραφία θα καδράρει το θέμα της. Η κίνηση στην κάμερα είναι παρούσα σχεδόν πάντοτε, επιχειρώντας κάθε φορά την εισβολή στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων. Από ολική περιστροφή της, που δηλώνει την ταραχή του ήρωα, εώς μικρότερες η μεγαλύτερες κινήσεις που επιθυμούν να στιγματίσουν την ένταση της στιγμής. Μεγάλο ενδιαφέρον αποκτά και ο τρόπος που χειρίζεται τον χρόνο. Είναι εμφανές πως για αυτή ο χρόνος έχει δυο διαστάσεις. Τις χρονικές στιγμές με συναισθηματικό ενδιαφέρον για τους ήρωες και αυτές τις λιγότερο "επίπονες" που απλά παρεμβάλλονται των προηγουμένων. Τις δεύτερες τις προσπερνάει με χαρακτηριστικό τρόπο, όμως τις πρώτες φιλοδοξεί να τις εγκλωβίσει μέσα στα εντόνως φορτισμένα γκρο πλάνα της. Γκρο πλάνα που μπορεί να περιέχουν από ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη μέχρι την οπτικοποίηση του πόνου, τον λυγμό ή το δάκρυ. Πάντως γενικότερα έχω την αίσθηση πως η φόρμα της χρήζει εκτενέστερης προσοχής και ανάλυσης.


Η ταινία εκτός των άλλων ήταν μια καλή ευκαιρία για τον Mads Mikkelsen να ανεβάσει τις μετοχές του, καθώς και εδώ περατώνει μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία. Πάντως νομίζω πως θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δούμε την Susanne Bier να κινηματογραφεί οικογενειακά, κοινωνικά, προσωπικά δράματα όπου το σενάριο να περιέχει μικρότερη επίδραση πάνω τους. Ίσως τότε, η πολυαγαπημένη του Δανέζικου κινηματογράφου, ανταποκριθεί και στις δικές μας προσδοκίες.
Βαθμολογία 5,5/10

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2008

Mostri, I



Σκηνοθεσία: Dino Risi
Παραγωγής: Italy / France / 1963
Διάρκεια: 115'


Ο Dino Risi σε μια ταινία 45 χρόνων χώρεσε όλη την κατήφεια του ανθρώπινου γένους Τοποθετημένη στην Ιταλική κοινωνία, μέσα από 20 αυτόνομα επεισόδια. Είκοσι επεισόδια που αποτελούν τα μέρη μιας μαύρης κωμωδίας ηθών και αξίων.

Μέσα από αυτές τις μικρού μήκους ταινίες λοιπόν γεννιέται μια και μοναδική ερώτηση με παραλλαγές προσώπων. Εγώ είμαι το τέρας; Εσύ είσαι το τέρας; Αυτός είναι το τέρας; Η απάντηση είναι πάντα καταφατική. Και αφορά τα εκατοντάδες υποκείμενα που παρελαύνουν σε αυτές τις είκοσι μικρές ιστορίες της Ιταλικής κοινωνίας. Μια τερατόμορφη κοινωνία, ο κόσμος της ταινίας, που προς δυσαρέσκεια μας αντανακλάται και εφάπτεται κάθε σύγχρονης κοινωνίας ακόμα και σαράντα πέντε έτη μετά. Δείγμα της μηδενικής προόδου των καιρών μας, που η καθημερινοποίηση της διαφθοράς μετατρέπει την έκφραση του κάθε "κακού" ως αναπόσπαστο συστατικό της εποχής μας.


Οι "τραγικοί" αντιήρωες προσφέρουν μια γενναιόδωρη και κωμική ματιά στην μιασματικού τύπου ζωή μας. Έτσι το κοινό έχει την "λύπη" να αναγνωρίσει όλα τα είδη των ανθρώπων της καθημερινότητας του, όπως: τους λυσσαλέους κυνηγούς του χρήματος, τους κηδεμόνες-διαπαιδαγωγούς πλασμάτων που θα διαδεχτούν επάξια τη βδελυρή φύση των προκατόχων τους, ανθρώπους ξεδιάντροπους και υποκριτές στην προσωπική τους ζωή, κήρυκες ηθών και αξιών που αποδεικνύουν περίτρανα την ανακολουθία θεωρίας και πράξης, τα ΜΜΕ ως κουρσευτή συνειδήσεων και παροχέα κάθε ύφους και είδους αποβλάκωσης, εκμεταλλευτές κάθε φύσης. Αυτά λοιπόν είναι μόνο λίγα από τα "λασπωμένα" κείμενα της ταινίας, που αποσκοπούν αποτελεσματικότητα στην προσομοίωση του σύγχρονου κόσμου.

Στα της μορφής η ταινία έχει έκδηλα τα σημάδια του ρεύματος του Ιταλικού νεορεαλισμού πάνω της, ενώ διακριτές είναι και οι επιρροές του βουβού κινηματογράφου. Επίσης στα πλαίσια του ακμάζοντα Ιταλικού κινηματογράφου της περιόδου, ο Dino Risi χρησιμοποιεί αριστουργηματικά το ντεκουπάζ και το μοντάζ στις ιστορίες του, ιδίως εκείνες που αφηγούνται με "ανοιχτές-μεγάλες" σκηνές. Στα αρνητικά της ταινίας, ως μάλλον μοναδικό παράπτωμα θα μπορούσαμε να καταλογίσουμε ένα ύφος διδακτισμού που απορρέει από κάθε ανεξάρτητη ιστορία. Παρ' όλα ταύτα, το I Mostri παραμένει μια ταινία υψηλού ενδιαφέροντος για τον τολμηρό τρόπο που καθρέφτισε τις ύστερες κοινωνίες όλου του κόσμου μέσα σε εκείνη την προγενέστερη της Ιταλίας.
Βαθμολογία 7,5/10

Juno


Σκηνοθεσία: Jason Reitman
Παραγωγής: USA / Canada / 2007
Διάρκεια: 96'



Juno: Μια εναλλακτική λύση της ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης ή μια ανυποστήρικτη προπαγάνδα υπέρ του τοκετού; Ο γράφων κλίνει προς την δεύτερη κατεύθυνση. Κάτι που θα προσπαθήσω να εξηγήσω στη συνέχεια.

Η Juno είναι μια δεκαεξάχρονη κοπέλα που κληρονομεί ένα έμβρυο στην κοιλιακή χώρα έπειτα της teenage ύφους συνευρέσεως της με συμμαθητή. Σταδιακά θα απορρίψει την επιλογή της έκτρωσης, και θα επιλέξει να «δωρίσει» το έμβρυο σε ζευγάρι που έχει και την ανάγκη αλλά και την οικονομική δυνατότητα της υιοθεσίας. Σύντομα έρχεται σε επαφή με ένα ζευγάρι από αγγελία του οποίου τα μέλη είναι η Vanessa και ο Mark.


Ωστόσο σε όλο αυτό το οδοιπορικό του, το Juno θα δημιουργήσει ερωτήματα που ποτέ δεν θα απαντήσει. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή. Η ταινία έχει υιοθετήσει μια extremely teenage διάλεκτο, πιέζοντας την φιλαρέσκεια του κατά γενική ομολογία μεγαλύτερου ποσοτικά κοινού της, δηλαδή του εφηβικού. Επίσης στη συνέχεια η ταινία θα πατήσει σε ένα κάρο ευκολιών και ανακριβειών για να φτάσει στον τελικό προορισμό της. Η Juno αποφασίζει να κρατήσει το παιδί, επικαλούμενη το δικαίωμα του για ζωή. Πως είναι δυνατόν όμως εννιά μήνες να κυοφορείς ένα έμβρυο χωρίς το παραμικρό ψυχολογικό δέσιμο; Πως είναι δυνατόν να προφασίζεσαι την ιδανικότερη διαβίωση του μωρού δωρίζοντας το σε ενήλικες οι οποίοι στην πορεία αποδεικνύονται περισσότερο ανήλικοι; Ενώ πως στο τελικό χαπιεντικό κλίμα συνειδητοποίησης της ηρωίδας το θέμα της κηδεμονίας έχει μηδενιστεί; Γιατί επιλέγεται μια ουτοπική οικογένεια ως περιβάλλον του παιδιού; Πως μπορείς να απαλείψεις τον κοινωνικό αντίκτυπο μιας τέτοιας απόφασης; Αυτά είναι λίγα απ’ τα ερωτήματα που γεννάει η ταινία, στο ευρύτερο κλίμα προβοκάτσιας της έκτρωσης.


Και όλα αυτά είναι πιεστικά βδελυρά αν συνειδητοποιήσουμε την έλλειψη βάθους σε οτιδήποτε θίγεται απ’ το σενάριο. Ενώ και κινηματογραφικά δεν παρουσιάζεται κάποιο ενδιαφέρον, πέραν ίσως της σκιτσογραφίας - σκηνογραφίας. Ερμηνευτικά τα πάντα έχουν στηριχτεί πάνω στην Ellen Page, για την οποία πολύς ντόρος έχει γίνει. Κατά τη γνώμη μου απλά ταίριαξε σε έναν αβανταδόρικο ρόλο. Στο μόνο κομμάτι της ταινίας που βρήκα τον εαυτό μου να συμπλέει ήταν το διάχυτο ειρωνικό σχόλιο. Αν και αυτό χαρακτηρίζεται από μια διάθεση χαλιναγώγησης, σε ορισμένα σημεία είναι εξαιρετική η απομυθοποίηση που επιτυγχάνει στον κόσμο των ενηλίκων, στις ερωτικές ασθένειες των εφήβων και στην ανθρώπινη χαζομάρα κατ’ επέκταση.

Μπορεί η επιλογή της έκτρωσης να σημαίνει εξ’ ορισμού την ανευθυνότητα αποδοχής των συνεπειών των πράξεων σου, όμως το Juno είναι ένας γενικότερος ύμνος στην ανευθυνότητα, που ο Jason Reitman ένδυσε σε επιτήδειο κουστούμι.

Βαθμολογία: 4/10


Κυριακή, 20 Ιουλίου 2008

In Bruges


Σκηνοθεσία: Martin McDonagh
Παραγωγής: UK / Belgium / 2008
Διάρκεια: 107'


Ο νεοεμφανιζόμενος Λονδρέζος Martin McDonagh, έρχεται με τη σειρά του να μας δηλώσει πως η κινηματογραφική Βρετανική σκηνή βρίσκεται σε περίοδο άνθησης. Ενώ παράλληλα, με τούτη εδώ την ταινία εκτινάσσει τις προσδοκίες μας για το μέλλον στα ύψη.


Το In Bruges αιωρείται μιας παχιάς ονειρικής ομίχλης που υφαίνει το μυστηριακό του πέπλο. Είναι εξοπλισμένο με μια κοφτερή ειρωνεία και σαρκασμό, γόνος της αρτιότερης παραδοσιακής μαύρης Βρετανικής κωμωδίας Τέλος, η ευθύβολη ενασχόληση του με υπαρξιακής φύσης ζητήματα, θα ολοκληρώσουν έναν εκ των πιο πετυχημένων συνδυασμών που θα ανταμείψει και τον πιο απαιτητικό θεατή.


Ο Ray(Colin Farrell) και ο Ken(Brendan Gleeson) είναι δυο επαγγελματίες δολοφόνοι. Ένα λάθος του πρώτου, κατόπιν διαταγής του αφεντικού Harry(Ralph Fiennes), τους θέτει σε διακοπές στη Μπριζ μέχρι νεοτέρας. Εκεί θα περιπλανηθούν στα φυσικού κάλλους σοκάκια της πόλης και θα περιηγηθούν στα αξιοθέατα της, κατόπιν της πιεστικής καθοδήγησης του Ken, ενώ ο Ray πασχίζει να φτιάξει μια προσωπική ζωή για να σβήσει τις ενοχικές μνήμες του πρόσφατου παρελθόντος. Στα πλαίσια αυτής της τάσης του Ray, σύντομα ο θεατής θα γνωρίσει νέα πρόσωπα, όπως νάνους, Καναδούς, μικροαπατεώνες, και μικροαπατεώνισες που θα αποτελέσουν και τον υποστηρικτικό κορμό της ταινίας μέχρι η άφιξη του Harry στην Μπριζ να πυροδοτήσει νέες εξελίξεις.


Στη φόρμα του ο Martin McDonagh θα καταλύσει κάθε ακαδημαϊσμό Θα κινηματογραφήσει την ταινία του με ένα σωρό ακανόνιστων λήψεων, κινούμενων πλάνων και ελαφρώς παραμορφωμένων φακών που συνθέτουν τα κινηματογραφικά κάδρα της ταινίας. Κάδρα που στοχεύουν στην ατέλεια, προσπαθώντας να καταδείξουν τη μη προσπελάσιμη φύση του εσωτερικού του ανθρώπου. Οι αξίες και οι ηθικές είναι εκ του κόσμου ανήθικα επιβεβλημένες. Και τα υποκείμενα βάση αυτών των αξιών εξαπολύουν δίχως σταματημό αναίτιες και ανυπόστατες κριτικές προς τον απέναντι τους. Κριτικές που υπακούν σε εμφυτευμένους κανόνες που ποτέ δεν μπορούν να προσεγγίσουν το βάθος της ουσίας. Έτσι μέσω καυστικότατων διαλόγων, ο σκηνοθέτης θα χλευάσει τα άνευ συνείδησης υποκείμενα του, αλλά και τις ίδιες τις αξίες που επιβάλλονται απ' το πρόσφορο ανθρώπινο έδαφος. Ανάμεσα στα δολοφονικά πυρρά αυτής της ειρωνείας θα βρεθεί ο θεσμοθετημένος καθορισμός Κόλασης και Παραδείσου εκ της εκκλησίας, οι αξίες των γκάνγκστερ(σε ένα ευφυέστατο φινάλε) καθώς και οι εξατομικευμένες κρίσεις όλων των ηρώων.


Η εξαίσια αυτή φόρμα, συνδυασμένη με ένα αριστοτεχνικό soundtrack μας οδηγεί σε κάτι περισσότερο απ' τα μισά της ταινίας. Όπου έρχεται και το πρώτο twist. O Ken θα παραμερίσει τις πλαστές αξίες, και θα δώσει το τιμόνι στον εσωτερικό του κόσμο. Κάτι που θα προκαλέσει το μένος του Harry που θα κυνηγήσει και τους δύο βασικούς ήρωες στην "παραμυθένια" Μπριζ. Μόνο που οι τοποθεσίες δεν είναι "παραμυθένιες" ανεξάρτητα και αυτόνομα της υποκειμενικής ψυχικής διάθεσης του ατόμου. Και αν για αυτούς που τους συνδέει με την χαμένη παιδική αθωότητα τους μοιάζει με Παράδεισο, για τον Ray δεν είναι έτσι. Για τον Ray είναι η Κόλαση η ίδια... Είναι ο τόπος εξορίας του, που τον αποστρέφει από τις ευθύνες του, και επιτρέπει τις εφιαλτικές ενοχές να τον αγκαλιάζουν όλο και σφιχτότερα. Αυτή είναι η γαμημένη Μπριζ του πρωταγωνιστή, αυτή είναι η αιώνια Κόλαση. Όπου τίποτα και κανείς δεν μπορεί να απαλύνει τον ψυχικό εφιάλτη. Εκεί θα βρούμε το λυτρωτικό φινάλε, παρά την φορτωμένη φορεσιά του, που θα χαρίσει ένα βαθύ αίσθημα κάθαρσης.


Το In Bruges ανήκει στις πολύ δυνατές ταινίες της χρονιάς, απ' αυτές που δεν αξίζει να χάσετε! Ο Martin McDonagh βάζει υποθήκες για ένα λαμπρό μέλλον, ενώ το πρωταγωνιστικό τρίο Brendan Gleeson, Colin Farrell, Ralph Fiennes, όπου επικρατεί αξιοθαύμαστη χημεία, παραδίδει σεμινάρια υποκριτικής.
Βαθμολογία 8,5/10

Οι χιλιοτρυπημένες τους σημαίες, που (ακόμα) κυριέυουν.



Χρόνιασαν και πάλιωσαν μα όλο δυναμώνουν. Τρεφόμενες με εθελούσια παράδοση εσένα και εμένα. Αυλάκια σκαμμένα είναι αυτές, και εμείς απλές σταγόνες, απαρέγκλιτοι ακόλουθοι σε χαραγμένο ρέμα.

Ένας τόπος γεμισμένος κανόνες. Κοίτα 'κει το καρφωμένο λάβαρο της πίστης. Παρά πέρα σημαίες κόκκινες βαμμένες, επαναστατικές. Ζερβότερα ένας χρυσόστρωτος θόλος, με την πολυτέλεια και τον πλούτο θρονιασμένους. Και αριστερότερα χίλιες ηθικές ξερακιανές να παλεύουν για του υψηλότερου λόφου τη θέα. Και εμείς, εκεί να ψάχνουμε να αγκαλιάσουμε ένα ρημάδι. Σημαδευμένα λαχεία μιας πραγματικότητας δανεικής και ανακυκλώσιμης. Τιμωρία μας της οκνηρίας να πλάσουμε ένα δικό μας κόσμο.

Άραγε θα μου τη λύσεις τούτη την απορία;
Πως ζητιανεύουμε για πρόοδο όταν χρησιμοποιούμε την ιστορία και την υφιστάμενη γνώση μόνο ως ένα συντηρητικό θεσμό φορεμένο σε στατικές αξίες που εγκλωβίζουν νου και σκέψη σε αναπόδραστες παγίδες;


Και εγώ εδώ, τι δικαιολογίες να προτάσσω που σε κάρφωσα σε πολυθρόνα αναπηρική;
Πως να απολογηθώ, αφού κολυμπώντας στην πισίνα τους θα απαγγέλλω όποιες ανυπόστατες συγνώμες;
Ίσως είναι που πάντα γύρευα έναν διάλογο μαζί σου.
Ίσως είναι που πάντα ικέτευα των ψιθύρων σου.
Ίσως είναι που τώρα στην απουσία σου τρέμω μια οριστική εγκατάλειψη.
Συνείδηση, άραγε μ' ακούς;

(Πηγή: Deviantart
Χρήστης: ~FuckYourOppinnion)

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2008

Grand bleu, Le


Σκηνοθεσία: Luc Besson
Παραγωγής: France / USA / Italy / 1988
Διάρκεια: 132'


Μια πολύ δυνατή οπτικά ταινία υπογράφει εδώ ο Luc Besson. Με την κάμερα του θα μας ξεναγήσει σε κάδρα που ξεχειλίζουν από το φυσικό άγγιγμα και που ταξιδεύουν τον θεατή σε ομορφότερους κόσμους.

Η ταινία ξετυλίγεται χάρις το βάρος των χαρακτήρων της. Πιο συγκεκριμένα ο Jean Renno θα υποδυθεί έναν παγκόσμιο πρωταθλητή των καταδύσεων με χιουμοριστικό τρόπο. Το άπληστο σύνδρομο τον καταδιώκει παντού. Όχι μόνο στο σπορ του, αλλά και στην προσωπική ζωή. Ένας κυνηγός οποιασδήποτε εγκόσμιας δόξας. Από την αυτεπιβεβαίωση που ελοχεύει η κατάκτηση του απέναντι φύλου εώς τον ναρκισσισμό που δηλώνει η δίψα για την κατάκτηση οποιασδήποτε κορυφής. Τι κρύβεται όμως πίσω από αυτόν τον κουρσάρο κάθε χειροπιαστής επιτυχίας; Ένα παιδί, όπως χλευαστικά και αποστομωτικά μας λέει ο Besson. Ένας άνθρωπος που κουβαλάει τα ανταγωνιστικά κατάλοιπα της παιδικής του ηλικίας και που μάλιστα είναι βαριά τραυματισμένος από το μητρικό σύνδρομο.

Ο κεντρικός ήρωας όμως ανήκει στον Jean-Marc Barr. Αυτός κουβαλάει τις τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος. Νεαρός έχασε τον πατέρα του, και αυτός ο κόσμος ήταν το οινόπνευμα που καίει τις πληγές του. Μοναδική άμυνα η φυγή και η δημιουργία ενός νέου κόσμου. Οι μαγικοί βυθοί της θάλασσας πληρούν όλες τις ανάγκες του. Εκεί ίσως συναντήσει τον χαμένο πατέρα του. Εκεί ίσως βρει την σβησμένη ευτυχία του. Εκεί νιώθει αποδεκτός, ελεύθερος. Παραδομένος στην απέραντη γαλάζια φύση, όπου κάθε αίσθηση αυτολοκλήρωσης και χαράς ποτίζεται από τον θαλάσσιο κόσμο. Χωρίς κανένα κίνητρο για τον κόσμο των "άλλων". Εκεί, στη θάλασσα θα βρει μια αληθινή οικογένεια, τα αγαπημένα του δελφίνια. Τα μόνα που θα καταλάβουν την πραγματική αγάπη του για το νερό. Θα δεθεί μαζί τους και με τον κόσμο τους, και δίχως ίχνος αναστολής θα τα ακολουθήσει ως το τέλος.


Ο Jean Reno, γνωρίζοντας την αγάπη του παιδικού του φύλου Jean-Marc Barr για το νερό, θα τον προσκαλέσει σε ένα απ' τα παγκόσμια πρωταθλήματα καταδύσεων. Εκεί εκτός του ότι ο Jean-Marc Barr θα φανερώσει την υπεράνθρωπη φύση του καταρρίπτοντας διαδοχικά το παγκόσμιο ρεκόρ, θα "γνωρίσει" και τον κόσμο των ανθρώπων. Η σχέση του με την γλυκιά Rosanna Arquette και οι δεσμοί αληθινής αγάπης δεν είναι ικανοί για να τον αποκόψουν απ' την θάλασσα. Άλλωστε κάθε του βήμα σε αυτόν τον κόσμο μοιάζει εξαιρετικά ξένο και αμήχανο. Η απομάκρυνση απ' τον υδάτινο κόσμο θα ανοίξει ξανά τις τραυματικές πληγές του παρελθόντος, τρελαίνοντας κάθε παρόν και κάθε προοπτική του μέλλοντος. Έτσι δίχως άλλο, μετά την σύντομη περιπέτεια της στεριάς, θα χαθεί για πάντα στο απέραντο γαλάζιο...

Ο Luc Besson καταφέρνει να χτίσει εικόνες καθηλωτικής ομορφιάς. Αν και πολλές φορές η επαναληπτικότητα και η εμμονή σε αυτές αποκόπτουν μέρος της αρχέτυπης δύναμής τους.
Και αν το δράμα χαρακτήρων μοιάζει τελειοποιημένο υπάρχει ένας παράγοντας που στερεί στην ταινία όσων αξίζει. Πρόκειται για την μαζικότητα που θέλει να δώσει ο σκηνοθέτης, εμμένοντας, για χάριν του "απλού" θεατή, σε μια κόντρα μεταξύ των πρωταγωνιστών μέσω των παγκόσμιων αγώνων κατάδυσης. Η ταινία αναλώνει πολύ χρόνο σε αυτή την πτυχή, ίσως τον περισσότερο, πλήττοντας εν μέρη τον ρεαλισμό. Διότι ο χαρακτήρας του Jean-Marc Barr μόνο αντιφατικός βρίσκεται με αυτόν τον ανταγωνιστικό μανδύα της ταινίας. Οι απέναντι τους μονομαχίες απεικονίζονται με μια υπερφορτωμένη δραματικότητα, και μια επιτηδευμένη παιδικότητα(π.χ. ο ρόλος των κριτών ή ο τρόπος διεξαγωγής των πρωταθλημάτων) κάτι που παραγκωνίζει το κέντρο βάρους της ταινίας.


Το Απέραντο Γαλάζιο αποτελεί πρωτίστως ένα κόσμημα και έναν ύμνο για τη φύση και τη ζωή κατ' επέκταση. Μια ταινία που καταφέρνει να κερδίσει το κοινό, ακόμα και είκοσι χρόνια μετά, τόσο με τη δραματική φορεσιά της όσο και με την λεπτή χιουμοριστική χροιά της! Ωστόσο ο υποφαινόμενος θα ανέμενε μια ακόμα σκληρότερη και βαθύτερη ματιά σε αυτές τις "ασκητικές" ζωές που χάνονται μέσα στους ωκεανούς και αυτές που "μανιωδώς" τους κουρσεύουν...
Βαθμολογία 6,5/10

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2008

Mamma Mia!


Σκηνοθεσία: Phyllida Lloyd
Παραγωγής: UK / USA / 2008
Διάρκεια: 108’


Πολυδιαφημισμένη ταινία, που με τα ελληνικού χώρου γυρίσματα καπηλεύεται την προδιάθεση συμπάθειας του συντηρητικού κοινού. Τελικά δεν πρόκειται παρά μιας άχαρης ταινίας που κρύβεται πίσω της χρυσοσκονικής της επικάλυψης της.

Η Phyllida Lloyd θα γυρίσει το διάσημο θεατρικό στο σινεμά με τις σκηνές πειθήνια και απαρέγκλιτα τοποθετημένες στα καρούλια των μουσικών-στίχων των Abba. Κάτι σαν video-clip που κομματιάζουν όποια θεωρητικά συνδεσμολογία μπορούσε να επιτευχθεί, μετατρέποντας έτσι τα δρώμενα σε ένα ανούσιο χαρακτηρολόγημα. Προσωπικά, αν και μη λάτρης των Abba, θα προτιμούσα μια πιο κινηματογραφική βιογραφία του συγκροτήματος που θα ήταν ασφαλέστερα πιο «τίμια» απ’ το συγκεκριμένο μουσικοχορευτικό πανηγύρι.


Στα θετικά της ταινίας η πάντα αξιοπρόσεκτη Meryl Streep, σε αντίθεση με την πενιχρή-τραγική ερμηνεία του Pierce Brosnan. Ενώ το υπόλοιπο cast κυμαίνεται στην μετριότητα, που όμως έχει την υποστήριξη της Phyllida Lloyd που τους συγκαλύπτει με τα μακρινά της πλάνα.

Οι σκηνές γενικότερα είναι μακρινές που παρά τις χαοτικές παραστάσεις των μουσικοχορευτικών αφήνουν συνεχώς την αίσθηση πως τα πάντα είναι στιβαρά σχεδιασμένα. Αποπνέοντας μια ευρύτερα δεξιά φιλοσοφία παρά την υποτιθέμενη μορφή των hippys που προβλεπόταν να στοιχειώσει το πανί!
Βαθμολογία 3/10

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2008

The Bank Job


Σκηνοθεσία: Roger Donaldson
Παραγωγής: England / 2008
Διάρκεια: 111'

Ο Roger Donaldson μετά το Recruit θα επανεπιχειρήσει τις δυνάμεις του σε μια αστυνομικού τύπου ταινία. Η ιστορία του δίνει μεγάλο θεματικό άνοιγμα για την υπονόμευση της διεστραμμένης, διεφθαρμένης πολιτικής και των λοιπών φυσικών προσώπων της εξουσίας. Τελικώς όμως η ταινία, δυστυχώς για μας, δείχνει να αναλώνεται περισσότερο σε ένα σινεμά ψυχαγωγίας.


Η ιστορία λοιπόν είναι βασισμένη στα πραγματικά γεγονότα, τα οποία αποκρύπτονταν επί τριακονταετίας, μιας εκ των μεγαλύτερων ληστειών που διεπράχθησαν ποτέ. Συγκεκριμένα μεταφερόμαστε στο Λονδίνο της δεκαετίας του '70. Όπου μια μυστική κυβερνητική οργάνωση με μεσολαβητή την δύσμοιρη Saffron Burrows, σε ατυχή ενσάρκωση της femme fatale, αναλαμβάνει να πείσει μια ομάδα μικροαπατεώνων να διαπράξουν μια τεράστια ληστεία εις βάρος τραπεζικών θυρίδων Το ζητούμενο της μυστικής οργάνωσης είναι το νούμερο 118. Όπως σύντομα ανακαλύπτεται τεράστιο μέρος των θυρίδων περιέχει απόρρητα περιεχόμενα πορνογραφικού και διαστροφικού περιεχομένου που βαραίνουν κυρίως τις πλάτες της υψηλά ιστάμενης τάξης, ανάμεσα στην οποία αν φέρεται και η βασιλική οικογένεια. Η ληστεία ως πράξη αυτή καθ' αυτή περνάει σε δεύτερη μοίρα, παρά την απώλεια αντικειμένων και χρημάτων υπέρογκης οικονομικής αξίας, και οι αδικοπράχτες βρίσκονται πολιορκημένοι από κάθε λογής εξουσιαστικό κλιμάκιο(υπουργούς, βασιλική οικογένεια, αστυνομία, μυστικές οργανώσεις).
Μοναδικός σκοπός των διωκτών είναι να διατηρήσουν στην αφάνεια την όχι και τόσο διαφανή προσωπική ζωή τους! Έτσι μέσα σε αυτό το νοσηρά διεφθαρμένο κλίμα οι μικροαπατεώνες, που με τόσο πολύτιμα στοιχεία στην κατοχή τους διασφαλίζουν τη σωτηρία τους, φαντάζουν ως μοναδικό ηθικό αποκούμπι.

Και αν η ταινία μοιάζει ως μια ιδανική αφορμή για μια δριμύτατη κοινωνική καταγγελία, στα πλαίσια ταινιών κοινωνικού ρεαλισμού που μας έχει συνηθίσει το Ηνωμένο Βασίλειο, τίποτα δεν συνηγορεί προς αυτή την κατεύθυνση. Ο Roger Donaldson θα
κινηματογραφήσει στην επιφάνεια το θέμα του. Αδιάφορες ερμηνείες, υπερβολική ανάταση των ηρώων, λιωμένες εξυπνακίστικες ατάκες, ταχύτατο μοντάζ, τεχνικές γωνίες λήψεις είναι τα κυρία συστατικά που συνθέτουν το σκηνοθετικό μοτίβο που εξασφαλίζει έναν γρήγορο ρυθμό. Το θέμα όμως αντιμετωπίζεται επιφανειακά, ενώ τέλος επιστρατεύονται και αναίτια κλισέ ρομαντικού χαρακτήρα στα πλαίσια του κυνηγιού θεατών.


Αν και ασφαλώς η ταινία θα βρει το κοινό της, ίσως και ποσοτικά μεγάλο, τελικώς αποτυγχάνει μιας βαθύτερης κινηματογραφικής εστίασης στην πολύ ενδιαφέρουσα θεματολογία, η οποία καλείται μόνη της να επιφέρει τον επιθυμητό προβληματισμό!
Βαθμολογία 4/10

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2008

Rebel Without a Cause


Σκηνοθεσία: Nicholas Ray
Παραγωγής:
USA / 1955
Διάρκεια: 111'

Ταινία σταθμός στην ιστορία του cinema. Στις μέρες μας, ο όρος κλασσική της αποδίδεται στην κυριολεξία του. Το Rebel Without a Cause καθιέρωσε τον James Dean -ο οποίος εδώ υποδύεται έναν σχεδόν αυτοβιογραφικό ρόλο- ως μια θρυλική φιγούρα στην αιωνιότητα του κινηματογράφου. Ο James Dean έχασε πρόωρα την μάχη με τη ζωή, μόλις στα εικοσιτέσσερα του(τον Σεπτέμβρη του 1955), παραδομένος στην μεγαλύτερη αγάπη του, τα γρήγορα αυτοκίνητα. Όμως η επιβλητική παρουσία του, η έλξη, οι αμοιβαίες σχέσεις με το κοινό και η ταύτιση της νεολαίας μαζί του, τον τοποθέτησαν αμετάκλητα στο κινηματογραφικό Πάνθεον...

Ο Nicholas Ray με την εκκίνηση της ταινίας ξεδιπλώνει τις διαθέσεις του. Μια αιχμηρή ειρωνεία πάνω στον πουριτανικό - συντηρητικό θεσμό της γονεϊκής κηδεμονίας. Εμείς παρακολουθούμε τους τρεις ήρωες James Dean, Natalie Wood, Sal Mineo να παρευρίσκονται συμπτωματικά και για διαφορετικά μικροατοπήματα στο αστυνομικό τμήμα ανηλίκων του Λος Άντζελες. Άμεσα ή έμμεσα αίτια των "άνομων" συμπεριφορών αποτελούν η μορφή της γονεϊκής παρουσίας ή απουσίας αντίστοιχα. Στο προσκήνιο εγωκεντρικές οικογένειες που παίζουν αυταρχικό ρόλο ρυθμιστή, χωρίς την παραμικρή διάθεση να αφουγκρασθούν, να συμμερισθούν και να λάβουν μέρος στα υπαρκτά προβλήματα της νεολαίας. Εμείς θα παρακολουθήσουμε εκτενέστερα την οικογένεια του James Dean. Μια οικογένεια που αποτελείται από έναν αξιοθρήνητο πατέρα, και έχει παραδώσει εξ' ολοκλήρου τα σκήπτρα της εξουσίας στην υψίφωνη μητέρα και τη παραδοσιακά ενοχλητική γιαγιά.


Η οικογένεια του James Dean, στα πλαίσια προστατευτικών μέτρων, έχει αποφασίσει την διαρκή μετακόμιση κάθε που ο γιος βρίσκεται σε μπελάδες. Το Λος Άντζελες είναι ο τελευταίος των προορισμών τους. Εκεί ο 17χρονός James Dean πέφτει θύμα της εκθαμβωτικής ομορφιάς της Natalie Wood. Η οποία ωστόσο είναι μέλος της πιο ενεργητικής συμμορίας της περιοχής. Ο Dean στην πρώτη μέρα του στο σχολείο θα συνάψει μια τυπική φιλία με τον μοναχικό και ψυχικά τραυματισμένο Sal Mineo ενώ σύντομα θα βρεθεί απέναντι της προαναφερθέν συμμορίας.


Ένα ακόμα θεμελιώδη συστατικό της ταινίας του Nicholas Ray είναι η εμβριθή ματιά στην υπαρξιακή αποδόμηση της νεολαίας. Η νεολαία, όπως δηλώνεται, αποτελείται από παιδιά με ελάχιστες ικανότητες αυτοελέγχου και αυτοσυγκράτησης που είναι διψασμένα για δράση και έχουν ανάγκη την ένταξη σε κάποια ομάδα ή κοινωνικό σύνολο. Ο James Dean διαφέρει. Είναι ένας ειλικρινής, τίμιος και αντιδραστικός μοναχικός τύπος. Έχει εξ' αρχής πρόβλημα με την ένταξη του στο κοινωνικό σύνολο, το οποίο δεν δείχνει να συμμερίζεται τις ανάγκες του. Έτσι γρήγορα περιθωριοποιείται και έρχεται σε σφοδρή κόντρα με την σχολική συμμορία της περιοχής. Ο Μπαζ, αφεντικό της προαναφερθείσας συμμορίας, κατά τη διάρκεια μιας νεανικής τρέλας γίνεται θύμα ενός θανατηφόρου ατυχήματος. Ο James Dean εκδιώκεται, ωστόσο σταδιακά έχει καταφέρει να κερδίσει εκτός της φιλίας του Sal Mineo και την έλξη της Nathalie Wood, η οποία έχει εντυπωσιαστεί από την ισχυρή προσωπικότητά του.


Ο προβληματικός θεσμός της οικογένειας βρίσκεται και πάλι στο προσκήνιο. Επιστρατεύονται αντιπροσωπευτικοί καυστικοί διάλογοι γονεϊκής υστερίας. Οι γονείς του Dean αρνούνται να κοιτάξουν στα μάτια το πρόβλημα το οποίο εξετάζουν κλεισμένοι στην εγωπαθή συντηρητική οπτική τους. Οι διαπληκτισμοί και οι εντάσεις κορυφώνονται και ο Dean καλείται για άλλη μια φορά να βρει μόνος τη λύση στα γιγάντια προβλήματά του. Από την άλλη οι γονείς της Wood φέρονται με μια αδικαιολόγητη σκληρότητα και απάθεια, απωθώντας έτσι την κόρη τους από κοντά τους. Ο Mineo από την πλευρά του μεγαλώνει με την καθολική απουσία των γονιών του. Κάτι που τον έχει επιφορτίσει με ανίατες ψυχικές πληγές, στα πλαίσια των οποίων αναζητά την πατρική και τη μητρική στοργή στα πρόσωπα των φίλων του. Και οι τρεις ενωμένοι αποφασίζουν να αντιμετωπίσουν το δυσχερή μέλλον που τους φέρνει αντιμέτωπους της συμμορίας που διψά για αντίποινα στα πλαίσια του χαμού του Μπαζ.


Ο Nicholas Ray αφηγείται την ιστορία του με μια γρήγορη και γραμμική αφήγηση. Το ενδιαφέρον του κοινού μένει αμείωτο καθώς οι πρέπουσες δόσεις ρομαντισμού, αγωνίας και περιπέτειας εναλλάσσονται διαρκώς. Και όλα αυτά χωρίς τον παραμικρό παραγκωνισμό της προβληματικής της ταινίας, η οποία διαρκώς εμπλουτίζεται με νέα στοιχεία. Έτσι το Rebel Without Cause παραμένει αξιοθαύμαστο μέχρι σήμερα χάρις των κλασσικού τύπου σκηνών του, την εμβριθή ματιά σε προβλήματα γονεϊκής κηδεμονίας αλλά και της γενικότερης δομής της νεολαίας καθώς και για το cast της, του οποίο ξεχωρίζει η θρυλική μορφή του James Dean.
Βαθμολογία 8/10

Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2008

Rear Window


Σκηνοθεσία: Alfred Hitchcock
Παραγωγής: Usa / 1954
Διάρκεια: 112'


Τι να πει κανείς για το Rear Window; Πρόκειται για έναν εκ των στυλοβάτων σε όλη την ιστορία του cinema, γεμισμένο υπό την αριστουργηματική εποπτεία του Alfred Hitchcock!

Ο James Stewart είναι ένας ριψοκίνδυνος φωτορεπόρτερ που βρίσκεται καρφωμένος στη σπιτική πολυθρόνα έχοντας εργασιακό απόκτημα ένα πόδι στο γύψο. Σύντομα θα παραδοθεί ολοσχερώς στις έμφυτης υφής ανθρώπινες ηδονοβλεπτικές τάσεις, παρακολουθώντας τα δρώμενα κάθε πιθαμής μιας αντιπροσωπευτικής γειτονιάς, δίνοντας περιεχόμενο(!) στην αδρανή καθημερινότητα του. Σύντομα οι παρατηρήσεις θα τον οδηγήσουν στην υποψία ενός γείτονα για τον αποτρόπαιο φόνο της γυναίκας του, και με ζήλο θα προσπαθήσει να εξιχνιάσει την υπόθεση. Η Grace Kelly έχει το ρόλο της όμορφης, ντιβικών καταβολών, μνηστής και η Thelma Ritter είναι μια μητρικού τύπου νοσοκόμα. Και οι δύο παρά την αντίθετη αρχική στάση τους, θα συμμετάσχουν ενεργά και παρομοίως σε αυτόν τον "ανήθικο" κόσμο του Stewart.


Μόνο που σε αυτόν τον ιδιόρρυθμο μάρτυρα ο Stewart δεν είναι ο παραδοσιακός κινηματογραφικός ήρωας. Είναι η Χιτσκοκική μετενσάρκωση του ηδονιζόμενου θεατή. Του θεατή είτε της οικείας προς εμάς σκοτεινής αίθουσας, είτε μιας θεατρικής παράστασης, είτε οποιασδήποτε άλλης οπτικοακουστικής προβολής. Και αυτό γίνεται περισσότερο από ευδιάκριτο τόσο από τις νόρμες και τις φόρμες που ακολουθεί ο Βρετανός σκηνοθέτης, όσο και από τα σεναριακά "συμπτώματα" που περιγράφουν την μορφή του πρωταγωνιστή και όχι μόνο.

Συγκεκριμένα ο Stewart μέσα από μια σειρά γειτονικών παραθύρων θα μπορούσαμε να πούμε πως βρίσκεται σε μια διαδικασία "επιλογής" έργου. Η τραυματισμένη φύση του, τον καθιστά αδύναμο να επέμβει σε όσα παρακολουθεί ενώ τα ερεθίσματα που αποτυπώνουν οι οπτικές παραστάσεις είναι περισσότερο από έκδηλα στις εκφραστικότατες αντιδράσεις του. Με χαρακτηριστικότερη εκείνη, την μέγιστη (σινε)θεατική συναισθηματική φόρτιση, καθώς η ζωή της μνηστή του απειλείται. Ακόμα η συμμετοχή των δεύτερων προσώπων στην εγγενή κατασκοπική διαδικασία δεν είναι παρά μια δήλωση της ομαδικής απήχησης ενός έργου. Άραγε οι πρώιμες υποψίες του Stewart είναι μια παρομοίωση θεατή με κριτικού, ή οι υπερβάλλουσες τεχνητές ανάγκες της ηδονοβλεπτικής διαδικασίας; Η απάντηση υπάρχει στο ξεκάθαρο Χιτσκοκικό φινάλε. Έτσι η ταύτιση του θεατή με τον Stewart είναι απτή, με τον πρώτο εγκλωβισμένο στην θέαση αυτού του αριστουργήματος απλά να επιβεβαιώνει το στοχασμό του Hitchcock.


Ακόμα πιο πασιφανή όμως γίνεται η προαναφερθείσα ταύτιση θεατή και ήρωα δεδομένου της φόρμας της ταινίας. Ότι παρακολουθούμε δεν είναι, κατά το πλείστον, παρά η υποκειμενική ματιά του ήρωα. Τα κάδρα και οι σκηνές αφηγώνται στην πλειοψηφία με ένα τριαδικό τέχνασμα. Σε πρώτο χρονικό επίπεδο το κάδρο εμπεριέχει τον ήρωα, εν συνεχεία ακολουθεί μια γενική γωνία λήψης του οπτικού του πεδίου και εν τέλε η μπομπίνα καταγράφει τις αντιδράσεις του. Κλείνοντας έτσι τον κύκλο της θεατικής εμπειρίας. Γενικότερα η σκηνοθετική επιμέλεια χρήζει μιας ευρύτερης ανάλυσης και ενός εκτενέστερου επαίνου. Μια σκηνοθετική επιμέλεια που θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε και πειραματική. Ο Hitchcock, που αρεσκόταν σε κάθε είδους πειραματισμούς πάντα ταγμένους στην ουσία του θέματος, εδώ δοκιμάζει μακρά τζενεράλε στατικά πλάνα, περίτεχνες και αρμονικά εναλλασσόμενες γωνίες λήψης, και άπταιστα εικαστικά πλάνα μέσω ιδιόρρυθμων φακών που περατώνονται χάρις και της καταλυτικής φωτογραφία του Robert Burks.


Ωστόσο ο Χίτσκοκ δεν αρκείται απλά στην ταύτιση ήρωα-θεατή και θα εξαπολύσει και έναν πολυάριθμο σωρό υψηλών νοηματικών δηλώσεων. Η αμφισβήτηση του γάμου αλλά και της εγγενούς γυναικείας φύσης είναι περισσότερο από απτή και τεκμηριώνεται στα διαπροσωπικά καυγαδάκια των πρωταγωνιστών καθώς και στις γενικότερες ατασθαλίες των παρακολουθόμενων έγγαμων γειτόνων. Μια λυπηρή σονάτα ακούγεται και για την μοναξιά, ενώ θίγεται και η ολοένα αυξανόμενη απομάκρυνση των γειτόνων μέσω ενός περίτεχνου σεναριακά μονολόγου που απαγγέλλει μια από τις γειτόνισσες σε ύφος τραγωδίας. Αυτά είναι μόνο λίγα στοιχεία από τα οποία θα γνωρίσει ο θεατής κατά τη διάρκεια της σινεθεατικής εμπειρίας.


Τα δεύτερα πρόσωπα Grace Kelly, Thelma Ritter εκτός απ' τον σκοπό της νοηματικής τελειοποίησης επαναπροσδιορίζουν και την μορφή της ταινίας. Ο σκηνοθέτης ούτε σε αυτή την δημιουργεία δεν θα παραμελήσει το ψυχαγωγικό κομμάτι. Η Thelma Ritter θα αποτελέσει πηγή αξιομνημόνευτων κωμικών ατάκων ενώ η Grace Kelly με την διάχυτη ομορφιά της θα σταθεί ικανή να αποπλανήσει τα αντρικά βλέμματα. Τέλος η Χιτσκοκική διαχείριση του κλείσιμου της ταινίας με μια μινιμαλιστική ατμόσφαιρα θρίλερ δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από άλλα κατ' εξοχήν θρίλερ του δημιουργού. Τέλος το φινάλε εμπεριέχει την σύνηθες συναισθηματική ικανοποίηση ωστόσο αφήνει και ένα ανοιχτό παράθυρο προβληματισμού στον πιο απαιτητικό θεατή.

Το Rear Window είναι μια ταινία που αν δεν έχετε δει πρέπει να το πράξετε άμεσα. Πρόκειται για ένα αριστουργηματικό πόνημα, που σε εγκλωβίζει με την καλλιτεχνική του ευρωστία, την νοηματική πληρότητα, και σε φροντίζει με τον πρέπον τρόπο της πολυεπίπεδης δομής του.
Βαθμολογία 9,5/10

Malos hábitos


Σκηνοθεσία: Simón Bross
Παραγωγής: Mexico/ 2007
Διάρκεια: 103'


Ο Μεξικανός Simón Bross με αυτές τις δυσκολερμήνευτες Κακές (διατροφικές) Συνήθειες κάνει ένα ηχηρό ντεμπούτο στον χώρο της σκηνοθεσίας. Μέχρι πρότινος κατείχε υψηλή εκτίμηση στον χώρο της διαφήμισης, όμως με αυτή την ταινία ανοίγει την πόρτα για κάτι πολύ σπουδαιότερο. Συνηγορώντας και αυτός στο γενικότερο ακμάζον κινηματογραφικό κλίμα της Λατινικής Αμερικής.

Η αφήγηση θα εξιστορήσει εξατομικευμένα τις ζωές τεσσάρων διαφορετικών προσώπων. Αυτές της μητέρας του πατέρα και της δεκάχρονης κόρης μιας τριμελούς οικογένειας καθώς και την ζωή μιας νεαρής καλόγριας που ακούει στο όνομα Ματίλντε. Ζωές που σε μικρότερο ή σε μεγαλύτερο βαθμό ενέχουν κοινά σημεία και συνυπάρχουν.


Η μητέρα έχει ως πρότυπο τα ανορεκτικά τηλεοπτικά μοντέλα. Εμείς θα την παρακολουθήσουμε μέσα από την έκδηλη ειρωνεία του σκηνοθέτη στις λυσσαλέες προσπάθειες της για να χάσει τα ελάχιστα γραμμάρια που έχουν απομείνει στο σκελετωμένο της κορμί. Η κόρη είναι ένας παιδικός οχετός. Καταβροχθίζει οτιδήποτε παχυντικό καταναλώνεται δίχως στοιχειώδη αυτοέλεγχο και αυτοσυγκράτηση. Θα βιώσει ως το ύστατο στάδιο την μητρική απόρριψη η οποία με κάθε τρόπο, παράλογο ή μη, προσπαθεί να της επιβάλλει το δικό της τρόπο ζωής. Οι ούτως ή άλλως ασθενής αντιστάσεις της κόρης κάμπτονται ενώ η βουλιμία ενισχύεται ως συστατικό αντίστασης. Ο πατέρας από την άλλη είναι ένας πανεπιστημιακός ο οποίος μοιάζει απλός παρατηρητής στην δομή της προβληματικής οικογένειας. Είναι χαρακτηριστική η απάθεια με την οποία αποδέχεται την κατάσταση ενώ θα αναζητήσει την όποια χαρά σε μια εξωσυζυγική σχέση με μια ευτραφή φοιτήτρια του. Τέλος η Ματίλντε, μια συμπαθής και υπερευαίσθητη καλόγρια(σε αντίθεση με τις υπόλοιπες), με το αίσθημα της κοινωνικής αλληλεγγύης ανεπτυγμένο σε νοσηρά επίπεδα και σε συνδυασμό τις υπερθρησκόληπτες εμμονές της, θα οδηγηθεί στην παράνοια μιας εκτενούς τροφικής αποχής με την πεποίθηση πως έτσι θα σώσει τον κόσμο.


Οποιαδήποτε προσπάθεια νοηματικής ενοποίησης της ταινίας μάλλον θα καταστεί ανέφικτη.
Ο Simon Bross θα καταλύσει ολοκληρωτικά την έννοια της σεκάνς και θα αποδώσει την ιστορία του με μια παράλληλη αφήγηση που αποτελείται από αυτόνομες και σύντομες σκηνές που περικλείουν συγκεκριμένες χρονικές στιγμές της ζωής των εκάστοτε ηρώων. Αν και αυτή η άναρχη ξεδίπλωση της ιστορίας ελοχεύει σοβαρούς κινδύνους νοηματικής αποσυγκρότησης, ο Μεξικανός σκηνοθέτης θα καταφέρει να ενοποιήσει τις σκηνές του χρησιμοποιώντας μια κοινή ανθρώπινη ανάγκη, το φαγητό. Έτσι οι διατροφικές συνήθειες των ηρώων είναι αυτές που πυροδοτούν και γεφυρώνουν τις σε μεγάλο βαθμό αγεφύρωτες ζωές των πρωταγωνιστών. Ένα εγχείρημα που αρχικά χάρις την καινοτόμα μορφή του αποκτά τεράστιο ενδιαφέρον ωστόσο κατόπιν της συστηματικής επανάληψης αποδεικνύεται μάλλον ασθενή για να στεγάσει τις πολυάριθμες αυτόνομες θεματικές ενότητες.


Η ταινία αν και χαρακτηρίζεται από μια γραμμική χρονική αλληλουχία δεν έχει ως αυτοσκοπό την αφήγηση μιας ενιαίας ιστορίας. Θα λέγαμε πως οι άπταιστου εικαστικού κάλλους σκηνές αποτελούν απλά οχήματα ανώτερων νοηματικά δηλώσεων. Οι ζωές της δραματουργικά εκμεταλλευόμενης Ματίλντε(την οποία υποδύεται η Ximena Ayala) και της τριμελούς οικογένειας είναι φιλτραρισμένες με μια υποδόρια και σκοτεινή ειρωνεία, και θα αποτελέσουν το στέγαστρο μιας ευρείας ζώνης νοημάτων. Νοήματα όπως η έλλειψη αυτοελέγχου, η απάθεια, η λαιμαργία, ο ψυχοπληγικά υπερβάλλον ζήλος, ο άδικος πλούτος του Δυτικού κόσμου, ο θάνατος είναι μερικά από αυτά. Ωστόσο αν και η εικονοκλαστική προσέγγιση αυτών των νοημάτων είναι χαρισματική, πολύ εύκολα κάποιος θα μπορούσε να κατηγορήσει την ταινία για εύκολες δραματουργικά επιλογές καθώς και για μια πιεστική προσπάθεια στην σύμπτυξη μεγάλων ιδεών.


Εικαστικά λοιπόν η ταινία αδιαμφισβήτητα έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Οι σκηνές απεικονίζονται με ένα ντεκουπάζ πολλαπλών και εντυπωσιακών γωνίων λήψης, μια λυρική κυκλική κίνηση στην κάμερα συνοδευόμενες με μια μελαγχολική μουντή φωτογραφία και ένα υποβλητικό και καλαίσθητο soundtrack. Ωστόσο αν ξεπεράσουμε τον πρώιμο εντυπωσιασμό θα διακρίνουμε πως όλα όσα προαναφέραμε λειτουργούν με διττό τρόπο. Πέραν λοιπόν της κινηματογραφικής καινοτομίας και της αψεγάδιαστης εικόνας θα ήμασταν αφελής αν δε διακρίναμε το υπερβολικό της χρήσης της μουσικής αλλά και ένα ναρκισσιστικό ύφος στον τρόπο ανάπτυξης της ταινίας που συνδυαστικά καταδεικνύουν μια υπερβολικά φορμαλιστική σκηνοθετική άποψη.

Το Malos habitos θα κλείσει με ένα αμφιμονοσήμαντο φινάλε. Το οποίο δεν επιβραβεύει τον θεατή ούτε ηθικά, ούτε νοηματικά αλλά θα τον θέσει σε έναν ουσιαστικότερο και βαθύτερο προβληματισμό για τις σύγχρονες συνήθειες του Δυτικού κόσμου. Νομίζω πως η ταινία στο σύνολο της αποτελεί μια αξιοπρόσεκτη δουλειά, κυρίως από αισθητική άποψη, που δικαίως θα μας επιστήσει την προσοχή για το σκηνοθετικό μέλλον του Simon Bross. Τα ερωτήματα γεννούνται και μαζί τους γεννάται η ανάγκη μιας εκτενέστερης αποδόμησης του Malos habitos.
Βαθμολογία 7/10