Κυριακή, 29 Ιουνίου 2008

Οι Παράνομοι


Σκηνοθεσία: Nikos Koundouros
Παραγωγής: Ελλάδα / 1958
Διάρκεια: 94'


Κάθε ταινία έχει τη δική της ιστορία. Οι παράνομοι του 1958 έχουν τη δική τους μεγάλη ιστορία. Ταινία λογοκριμένη από την "φιλελεύθερη" κυβέρνηση που έκοψε την τελευταία σκηνή παρά τις ηχηρές αντιρρήσεις του δημιουργού. Παρ' όλα αυτά η ταινία κόπηκε τότε αμέσως από τις αίθουσες για να βρει τελικώς υγιή κινηματογραφική διανομή εν έτη 2008.

Έτσι δεδομένου του ιστορικού περιβάλλοντος που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι Παράνομοι επιστράτευσαν ένα ανώτερο συμβολικό επίπεδο. Που φαίνεται να εκπληρώνει εις πέρας το σκοπό ολοκλήρωσης του επιθυμητού πολιτικού και κοινωνικού σχολίου. Δηλαδή μια γενικότερη επιδίωξη αμφισβήτησης της υποτιθέμενης ελευθερίας και της δικαιοσύνης των νόμων.

Ο Πέτρος βρέθηκε στα Γερμανικά τάγματα εργασίας. Καθώς γύρισε στην πατρίδα(;) το σκηνικό που έχει να αντιμετωπίσει είναι η φασιστική εξουσία, ο κατατρεγμός των ανταρτών, και η εξόντωση πληθυσμών και περιουσιών. Γεγονός που θα τον οδηγήσει στην εκ προ μελέτης εκδίκηση φονεύοντας έναν εκ των διασημότερων προδοτών Για να ξεφύγει των συνεπειών των πράξεων του θα καταφύγει στα απάτητα και τραχιά εδάφη των βουνών. Εκεί θα συναντήσει τον Κοσμά και τον Αργύρη. Ο Κοσμάς είναι ένας φυγόδικος αντάρτης, με εμπειρία, λογική διαύγεια και ηγετικές ικανότητες. Ο Αργύρης είναι ένας αγαθός και αφελής άνθρωπος. Αδύναμος να αποτινάξει τα πάθη του, κουβαλάει το θανατικό του αδερφού του σε μια αμφίδρομου πάθους λογομαχία. Και οι τρεις μαζί θα ψάξουν εναγωνίως την σωτηρία. Η χωροφυλακή αμείλικτη βρίσκεται στα ίχνη τους. Ο Κούνδουρος έχει θέσει το ερώτημα. Θύτες ή θύματα;


Ο αγώνας τους για επιβίωση θα τους φέρει στο κατώφλι νέων παράνομων πράξεων. Σε μία από αυτές αποκτούν λάφυρο μια γυναίκα. Η οποία ήταν μάρτυρας ενός θανατικού και έτσι θα αποτελούσε άμεσο κίνδυνο. Αποτελεί ένα έξυπνο σεναριακό τέχνασμα που αναδεικνύει μέσα από την ανθρώπινη επαφή των έτερων φύλων τα διαφορετικά εκφραζόμενα ερωτικά και συναισθηματικά ένστικτα των ηρώων. Οι ήρωες είναι παγιδευμένοι στα τραχιά εδάφη του βουνού. Η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική, η διαφυγή φαντάζει ανεπίτευκτη Η φυλακή δε βρίσκεται πάντα πίσω απ' τα κάγκελα. Η απέναντι όχθη, άφαντη πάντα, υπονοείται ως η ελπίδα για μια νέα αρχή. Καθώς ξεδιπλώνεται αυτή η οδύσσεια των χαρακτήρων, το ερώτημα μεγεθύνεται Θύτες ή θύματα; Και αν με το γράμμα του νόμου έχουν διαπράξει αδιαμφισβήτητες ανομίες τότε γιατί ο θεατής ταυτίζεται και συμπάσχει στο δράμα τους; Μήπως γιατί οι πράξεις τους είναι εμμέσως υποκινούμενες από το πολιτικό σκηνικό; Όχι δεν γίνεται καμία προσπάθεια απενεχοποίησης, όμως οι ευθύνες σίγουρα δεν είναι μονομερής.


Καθώς το κουβάρι του μύθου οδεύει προς το τέλος του ο θεατής βρίσκεται απέναντι σε ένα δυνατό δράμα τεσσάρων προσώπων. Ο Κοσμάς συντονιστής αυτής της προσπάθειας σε στιγμές απαράμιλλης οξυδέρκειας διδάσκει σπάνιο ήθος. Ο Πέτρος συναισθηματικός και ιδεαλιστής σκορπά κάποιες ρομαντικές νότες ελαφρύνωντας την ασφυκτική ατμόσφαιρα. Ενώ ο αφελής και αδύναμος Αργύρης μας παραπέμπει άμεσα στη φύση του μέσου ανθρώπου. Το ερώτημα παραμένει. Θύτες ή θύματα; Και εδώ έρχεται η περίφημη λογοκριμένη σκηνή να δώσει εν μέρη απάντηση. Η χωροφυλακή παρά το αλλιώτικο των υποσχέσεων της θα αφαιρέσει αναίτια και εν ψυχρώ την ζωή ενός εκ των άοπλων κυνηγημένων. Η κινηματογράφηση της σκηνής είναι τέτοια που δεν αφήνει περιθώρια. Μια πράξη που υπερτονίζει το αναπόδραστο του στερεοτυπικά ορισμένως "παράνομου" ανθρώπου. Δικαστής και τιμωρός η εξουσία, βάση ενός ιδιοχείρως γραμμένου νόμου. Οι εν συνεχεία ηρωικές προσπάθειες του Κοσμά είναι τουλάχιστον συγκινητικές, που αντιθέτως με τη φρουρά, θα δώσει στο συνάνθρωπο μια δεύτερη ευκαιρία οδηγώντας ουσιαστικά εαυτόν σε βέβαιο θάνατο.

Η ταινία λειτουργεί σε διπλό επίπεδο. Το πολιτικό σχόλιο του Κούνδουρου, αν και ταγμένο στις ανάγκες μιας συγκεκριμένης εποχής, είναι αριστουργηματικώς ολοκληρωμένο. Απ' την άλλη έχουμε ένα δυνατό δράμα χαρακτήρων. Τα συναισθήματα εναλλάσσονται και ο θεατής θα ταυτιστεί με τους ήρωες ουκ ολίγες φορές. Αν και η πλοκή είναι καλογραμμένη, η υπερβάλλουσα εκφραστικότητα των ερμηνειών σε συνδυασμό με την υπερπηροφοριακή φύση των διαλόγων, που φαίνεται να στερεί κάθε κριτική ελευθερία στον θεατή, θέτει εν τέλη την μορφή της ταινίας κάπως πεπαλαιωμένη. Δεδομένου ωστόσο του επιεικώς φτωχού αναπαραστατικού επιπέδου του ελληνικού cinema εκείνης της περιόδου μπορούμε κάλλιστα να βρούμε ελαφρυντικά. Και οφείλουμε έναν γενικότερο σεβασμό στον κινηματογράφο του Κούνδουρου και του Κακογιάννη που εκείνη την περίοδο ατύπως αναλαμβάνουν να βγάλουν τον ελληνικό κινηματογραφικό χώρο από το κατά γενική ομολογία αδιέξοδο που βρισκόταν.
Βαθμολογία 6,5/10

Iklimler


Σκηνοθεσία: Nuri Bilge Ceylan
Παραγωγής: Turkey / France / 2006
Διάρκεια: 97'

Πρόκειται για ένα οπτικό ποίημα πάνω στα αδιέξοδα των σχέσεων. Σε ύφος Antonionικό, ο Nuri Bigle Ceylan, θα μας μιλήσει για την απροσωπία μέσα σε ένα αντιπροσωπευτικό ζευγάρι, της δηλαδή κατά τα φαινόμενα στενότερης ανθρώπινης σχέσης που μπορεί να υπάρξει!

Οι αποστάσεις μακραίνουν. Δεν έχει σημασία η ταύτιση του χώρου. Πως να έχει, όταν οι ψυχικές διαδρομές χάνονται βυθισμένες σε αλλιώτικους χάρτες και πυξίδες. Έτσι και αυτοί, βρίσκονται στο ίδιο δωμάτιο. Ένα δωμάτιο βουτηγμένο στη σκόνη και την αιθάλη που επιβάλλει το ψύχος και η απροσωπία που έχουν περιέλθει στη σχέση τους. Εκεί τα υποκείμενα είναι ξένα, απαλλαγμένα από οποιαδήποτε προϋπάρχουσα σχέση οικειότητας.
Και αν τους ενώνει ο χρόνος και αν τους ενώνει ο χώρος θα είναι για λίγο, τους χωρίζουν τόσο πολλά. Τα συναισθήματα εκφυλίζονται και τα φιλάρεσκα στην λεπτότητα πλάνα του Τούρκου auteur είναι έτοιμα να χαρίσουν στον θεατή κάθε λεπτομέρεια.

Ο φωτογραφικών καταβολών Nuri Bigle Ceylan ετοιμάζεται να αναδείξει το θέμα του με τον πιο κινηματογραφικό τρόπο. Την δύναμη της εικόνας. Σε μια εποχή που οι τεχνολογικές δυνατότητες βελτιώνονται κατακόρυφα, ελάχιστοι ως λίγοι είναι αυτοί που μπορούν να αναπαραστήσουν κινηματογραφικά τα υποκείμενα και τα αντικείμενα πίσω απ' τον φακό. Ο Τούρκος με το έργο του, απ' το Kasaba ως σήμερα, έχει αποδείξει πως η εικονογράφηση είναι ζωτικής σημασίας παράγοντας πάνω στις ταινίες. Κάθε πλάνο, κάθε θέση της κάμερας έχει τον δικό της λόγο. Έχει και το δικό της αποτέλεσμα, κάνοντας το film πιο συγκροτημένο και πιο ευανάγνωστο προς τον δέκτη, τον θεατή.


Αυτή βρίσκεται ψηλά, αποτέλεσμα μιας χαμηλωμένης γκρο πλαν λήψης. Είναι συναισθηματικά ανώτερη. Αντιλαμβάνεται το τέλος, αντιλαμβάνεται αυτό που έρχεται. Σύντομα ξεσπάει, ξεσπάει σε χαμηλόφωνους μα διαπεραστικούς λυγμούς. Αυτός δεν αισθάνεται. Ασήμαντος και μικρός μέσα στα μακρά γενικά πλάνα. Όλα τα λεπτά της ζωής σινιάλα τον διαπερνάνε, μόνο εκ του αποτελέσματος μπορεί να αντιληφθεί αυτό που προγενέστερα ήταν συναισθηματικός κόσμος. Θα είναι ο τελάλης του πέρατος της σχέσης τους. Το κατάλαβε δίχως να το αισθανθεί.


Τίποτα δεν μπορεί να θερμάνει τη σχέση τους. Ούτε ο εξαντλητικά καυτερός ήλιος του θέρους! Το καλοκαίρι φεύγει, και εμείς θα μείνουμε για λίγο παρατηρητές στην ζωή του άντρα. Αυτός είναι πετυχημένος Καθηγητής Πανεπιστημίου. Οι αμφιβολίες για την άνευ συναισθηματικού περιεχομένου ζωή του επαληθεύονται. Αυτός είναι ένας σύγχρονος χοντράνθρωπος. Τα πάντα ερμηνεύονται από τον προσωπικό πόθο επιβεβαίωσης και ενίσχυσης της πληγωμένης αυτοπεποίθησής του. Η σκέψη του, έστω και στην απεχθές εγωκεντρική της μορφή, μας υποδηλώνει την ύπαρξη της γυναίκας. Εκεί κάπου στην Ρωσσία, συντελεστής στα γυρίσματα ενός τηλεοπτικού προγράμματος.

Οι αποστάσεις οι γεωγραφικές είναι ασήμαντες. Ένα πείσμα προσωπικής επιβεβαίωσης τον φέρνει κοντά της. Όσο και αν υποκρίνεται την φαινομενική αλλαγή του, εμείς είμαστε μάρτυρες της αλήθειας. Τίποτα δεν έχει αλλάξει, η εικόνα τον προδίδει. Αυτός είναι μια κυνική καταναλωτική φιγούρα μέσα στα άπταιστου εικαστικού κάλους πλάνα. Αυτή είναι γεμάτη νωπές μνήμες. Τα συναισθήματα της πάντα διψασμένα για αληθινή ανταπόκριση. Η αιθάλη θα κάνει την εμφάνιση της και πάλι. Ίσως για τελευταία φορά.


Και αν η ξηρασία του Καλοκαιριού μας πληροφορούσε για τα αφυδατωμένα συναισθήματα, το
χειμωνιάτικο ψύχος είναι αυτό που θα θέσει ένα ουσιαστικότερο τέλος. Τοπία που ξεχειλίζουν νατουραλισμού χάρις την εποπτική κατεύθυνση του σκηνοθέτη. Είναι σχεδόν αποκλειστική ευθύνη της εικόνας η αφήγηση της ιστορίας. Η ξηρασία, το ψύχος, και αυτή η γιγάντια απόσταση μεταξύ των υποκειμένων του ζευγαριού φυλακίζεται στα εκπληκτικά μονοπλάνα του Nuri Bigle Ceylan. Υποκείμενα που κινηματογραφούνται με την απαραίτητη απόσταση και λεπτότητα δίνοντας έτσι στα κάδρα μια αυθόρμητη συναισθηματική χροιά.

Άλλο ένα στοίχημα που κερδίζει η ταινία αφορά τον ήχο. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του: «Μ’ αρέσει να είμαι ρεαλιστικός μόνο όσον αφορά την εικόνα μα όχι ως προς τον ήχο. Τα αυτιά είναι επιλεκτικά ακούμε μόνο αυτά που θέλουμε να ακούσουμε. Βρίσκω ότι συχνά στις ταινίες οι αποκαλούμενοι «ρεαλιστικοί» ήχοι δεν φαίνονται και πολύ αληθινοί. Γι’ αυτό και όλοι οι ήχοι στην ταινία δημιουργήθηκαν μετά τα γυρίσματα και πριν το μοντάζ. Η επεξεργασία του ήχου διήρκεσε δύο μήνες». Μια τεχνική που τελικά δε ρίχνει στο ελάχιστο τα επίπεδα της ηχοληψίας και που δικαιολογεί και επιχειρηματολογεί την δεοντολογική θέση που κατέχει η εικόνα σε αυτό το ιδιότυπο cinema.

Επίσης μια ξεχωριστή αναφορά χρειάζεται και για το cast. Αυτός είναι ο Nuri Bigle Ceylan, ο οποίος εκτός από σκηνοθέτης, φωτογράφος, μονταζιέρης είναι και πρωταγωνιστής. Αυτή είναι η εν ζωή σύντροφος και γυναίκα του, η Ebru Ceylan. Που με μια πολύ συγκινητική και δυνατή ερμηνεία καταφέρνει να χτίσει έναν βαθύτατα ουμανιστικό ρόλο!
Βαθμολογία 9/10

Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2008

M.C. Escher






Ομολογώ πως και ο ίδιος γνώριζα ελάχιστα για το έργο του Ολλανδού καλλιτέχνη. Τουλάχιστον μέχρι να βρεθώ στην έκθεση που γίνεται πρς τιμήν του στο μουσείο Herakleidon στο Θησείο. Πρόκειται για έναν καλλιτέχνη με αξιοθαύμαστο βάρος στην Τέχνη της χαρακτικής. Προσωπιά εντυπωσιάστηκα από τη γεωμετρικότητα των έργων του. Τον τρόπο απεικόνισης των n-διαστάσεων στο δυσδιάστατο σχέδιο. Και τον τρόπο που επιτυγχάνει την πολλαπλότητα στο χρώμα. Η έκθεση βρίσκεται στην τρίτη φάση της, περισσότερα θα βρείτε στον σύνδεσμο( M.C. ESCHER (1898-1972) "ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΣΤΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ" - Τρίτη Ενότητα: "Ο Άγνωστος Escher" έως 2/8/2009). Εγώ σας παραθέτω μόνο ορισμένες φωτογραφίες απ' το έργο του, και σας προτρέπω να παρακολουθήσετε την έκθεση.

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2008

Fille coupée en deux, La


Σκηνοθεσία: Claude Chabrol
Παραγωγής: Germany / France / 2007
Διάρκεια: 115'


Φέτος ο 78χρονός πλέον Claude Chabrol κλείνει 50 χρόνια φιλμογραφίας. Διάστημα στο οποίο έχει δημιουργήσει περισσότερες από 50 ταινίες. Εδώ στο La Fille coupee en deux θα μείνει πιστός στο ιδιόρρυθμο χιούμορ του και θα εξαπολύσει μια πολύπλευρη και εύστοχη κοινωνική σάτιρα.


Μια νεαρή φιλόδοξη γυναίκα, η Gabrielle την οποία υποδύεται η ανερχόμενη(;) Ludivine Sagnier, οραματίζεται την επιτυχία. Σύντομα θα βρεθεί χτυπημένη από τον έρωτα προς έναν ηλικιωμένο και διάσημο συγγραφέα, τον έκφυλο κύριο Charles, και πολιορκημένη από έναν ανισόρροπο νεαρό που ακούει στο όνομα Paul. Έτσι οι ερωτικές της επιθυμίες από τη μία και η ανάγκη της για εξασφάλιση από την άλλη θα τη μοιράσουν στα δύο τονίζοντας σε πρώτο επίπεδο την αδυναμία να χειριστεί τη ζωή της. Στη συνέχεια θα συμβούν πολύ σημαντικά γεγονότα που θα επαληθεύσουν τις προαναφερθέν αδυναμίες και θα της αφήσουν ρόλο απλού παρατηρητή στα τεκταινόμενα της ζωής της.

Ωστόσο η ταινία δεν είναι απλά μια διττή ιστορία αγάπης και παράλογων ερώτων. Από τις σκηνές της θα παρελάσει ένα πολυάριθμο πλήθος χαρακτήρων που αποτελούνται τόσο από τις οικογένειες όσο και από τον επαγγελματικό χώρο των πρωταγωνιστών. Όλοι μαζί οι ήρωες είναι απροστάτευτοι στην αιχμηρή ειρωνεία του Claude Chabrol, ο οποίος τους χρησιμοποιεί εργαλειακά για να ολοκληρώσει τα πολύπλευρα κοινωνικά σχόλια του. Μόνο τυχαίο δεν είναι που ο θεατής σε έναν μεγάλο αριθμό προσώπων δε μπορεί να βρει έναν ξεκάθαρα θετικό ήρωα.


Ο έκφυλος συγγραφέας, ως ένας άλλος Μαρκήσιος Ντε Σαντ, αποτελεί ιδανική αφορμή για την βεβήλωση της παραδοσιακής μπουρζουαζίας. Άλλωστε ο ρόλος είναι γραμμένος με περίσσια τέχνη και θα κλέψει εξ' αρχής το ενδιαφέρον του θεατή. Η νεολαία με την σειρά της παρουσιάζεται ως εντελώς ανεύθυνη στον κόσμο των μεγάλων με χαρακτηριστική δυσκολία στο να πάρει τις πρέπουσες αποφάσεις. Και η χαλιναγώγηση της από τον θεσμό της οικογένειας, μέσω της υπόκωφης ειρωνείας του δημιουργού, υποδηλώνει μια υπερπροστατευτική οικογενειοκρατική κοινωνία. Μια οικογενειοκρατική κοινωνία όπως την περιέγραψε στο πρόσφατο Cassandra's Dream ο μεγάλος Woody Allen, για τον οποίο γίνεται και μια εξαίρετη αναφορά λατρείας εντός της ταινίας. Επίσης στο στόχαστρο μπαίνει η οικογένεια και ως θεσμός, άλλοτε πουριτανική και άλλοτε δήθεν απελευθερωτική, τονίζοντας το ταλέντο της στο να αποπροσανατολίζει τους νέους. Όλα τα παραπάνω είναι μόνο λίγα από τα κυνικά επεισόδια που επιστρατεύει ο Claude Chabrol για να θίξει τα κακώς κείμενα μιας υπέρμετρα προβληματικής κοινωνίας.


Η ταινία στην μορφή της χαρακτηρίζεται από κυνικούς διαλόγους, που άλλοτε επιτυγχάνουν τον κωμικό σκοπό τους και άλλοτε όχι. Από αστραπιαίες εναλλαγές στην πλοκή που σε συνδυασμό με το ιδιόμορφο χιούμορ δίνουν μια σουρεαλιστική χροιά στην ταινία. Ωστόσο ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος δείχνει ταγμένος στο να χρησιμοποιήσει τον μύθο για να εξαπολύσει την αιχμηρή σάτιρα του, σε βαθμό που ίσως παραμελεί την κλιμάκωση της ταινίας του. Χαρακτηριστικά σε κάποια στιγμή πληροφορούμαστε πως έχει περάσει ένας ολόκληρος φιλμικός χρόνος την στιγμή που ο θεατής έχει την αίσθηση πως παρακολουθεί το πολύ κάποιες μέρες.

Πάντως ο μεγάλος Γάλλος δημιουργός, με αυτή του την ταινία, αποδεικνύει πως το cinema
του είναι και θα είναι πάντα επίκαιρο. Δείχνει πιστός στις αρχές και στο στυλ του με το οποίο καταφέρνει πίσω από το αμιγώς σατιρικό πρώτο επίπεδο να υποκρύπτει βαθύτερα ένα κάρο από επίκαιρα ή και διαχρονικά θέματα!
Βαθμολογία 7/10



Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2008

[Rec]


Σκηνοθεσία: Jaume Balagueró-Paco Plaza
Παραγωγής: Spain / 2007
Διάρκεια: 78'

Ο Ισπανόφωνος κινηματογράφος έχει παράδοση στις gore ταινίες. Το [Rec] είναι μια αντιπροσωπευτική του είδους, με ταχύτατο ρυθμό και γερές δόσεις τρόμου. Ο θεατής εδώ θα βρεθεί τρομοκρατημένος τόσο από την αναμενόμενα υπερβολικά splater μορφή του, αλλά και από την επιτυχία να δηλώνει τη βία και σε εκτός κάδρου σημεία!


Η Angela είναι μια όμορφη και χαριτωμένη τηλεπαρουσιάστρια μιας βραδινής εκπομπής. Στα πλαίσια της δουλειάς της κάνει ένα αφιέρωμα στο επάγγελμα των πυροσβεστών. Έτσι καλύπτοντας αρχικά τη ρουτίνα μιας πυροσβεστικής βάσης βρίσκει σύντομα τον εαυτό της και τον καμεραμάν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Θα παρακαλέσει για λίγη δράση, και μια κλήση που σύντομα θα έρθει θα δώσει νόημα στο ηδονοβλεπτικό επάγγελμα της. Μόνο που αυτό που θα ακολουθήσει θα είναι ολότελα φρικιαστικό. Καθώς θα βρεθεί "φυλακισμένη" μαζί με τους πυροσβέστες, ελάχιστους αστυνόμους και ορισμένους ένοικους σε μια πολυκατοικία. Η πολιτεία έχει ασφαλίσει το κτίριο για υγειονομικούς λόγους, καθώς
μέσα σε αυτό υπάρχει κάποιος φορέας μιας μυστύριας ασθένειας, τύπου ζόμπι, η οποία μάλιστα υποδηλώνεται και ως μεταδόσιμη.

Το [Rec] είναι μια ταινία για τη βία και τη σχέση της με τα Μ.Μ.Ε. Το θέμα της μας φέρνει στο νου ένα άλλη μια Ισπανόφωνη μεγάλη ταινία, το Tesis. Εκεί ο Amenabar είχε πετάξει το μπαλάκι στον θεατή και είχε θέσει τη δίψα του ως γενεσιουργό πηγή της κοινωνικής βίας. Εδώ ο Jaume Balagueró θα εστιάσει περισσότερο στο επάγγελμα του δημοσιογράφου και την άνευ ορίων δίψα του για βία. Έτσι θέτει στην πρωταγωνίστρια του το βασικό ερώτημα. Επιβίωση ή ρεπορτάζ; Με την φιλόδοξη Angela δίχως σκέψη να φιλμάρει ακατάπαυστα ενώ οι συμπολίτες της χάνονται ο ένας μετά τον άλλο. Η απάντηση έχει δοθεί και θα επιβεβαιωθεί με το σεναριακά έξυπνο κλείσιμο της ιστορίας.

Ωστόσο η ταινία λειτουργεί και σε δεύτερο συμβολικό επίπεδο. Η ταύτιση του καμεραμάν της εκπομπής της Angela με αυτόν της ταινίας εξυπυρετεί έναν παρόμοιο στοχασμό με αυτόν του Tesis. Εδώ ο θεατής αποκτά οντολογικά την θέση του τηλεοπτικού κοινού, αυτού που εδραιώνει και γεννά την ηδονοβλεπτική φιλοδοξία του δημοσιογράφου. Η ζήτηση διαμορφώνει τους κανόνες της προσφοράς και ο Jaume Balagueró προσφέρει στο κοινό του το ποθητό. Την ωμή, την φρικιαστική βία. Άλλωστε το [Rec] ετυμολογικά δεν είναι παρά μια καταγραφή αυτής.

Και παράπλευρα με την θέση της βίας το [Rec] θα θίξει και άλλα κακώς κείμενα της κοινωνίας όπως την ανευθυνότητα της κρατικής παρέμβασης ή ακόμα και ένα είδος κοινωνικού ρατσισμού. Ωστόσο όλα αυτά θα παραμεριστούν συντόμως για χάρη της καθολικής επιβολής της αναμενόμενης και ολότελα gore και εφιαλτικής ατμόσφαιρας. Η κινούμενη κάμερα, το αστραπιαίο μοντάζ, η πυκνή πλοκή, η "φτηνή" φωτογραφία και τα λειτουργικά ηχητικά εφέ είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζονται οι πολυάριθμες αιματηρές σκηνές πάλης και επιβίωσης, οι οποίες αναδύουν μια κλειστοφοβικά τρομακτική ατμόσφαιρα. Και όλα αυτά δίνουν έναν καταλυτικό ρυθμό στην κλιμάκωση της βίας.


Αν και ο Jaume Balagueró κρατάει τις απαραίτητες αποστάσεις αποφεύγοντας την γελιοποίηση που κάλλιστα θα μπορούσε να επιβάλλει το θέμα του, δεν αντιμετωπίζει το ίδιο αποτελεσματικά την σεναριακή εξέλιξη της ιστορίας. Όλα τα κλισέ ανάλογων ταινιών βρίσκονται εδώ ρίχνοντας κατακόρυφα το επίπεδο. Η οποία σύντομα θα πάψει να λειτουργεί και σε συμβολικό επίπεδο.


Οι ταινίες gore ήταν και θα είναι πάντα ένας τρόπος αντίστασης στον πολυδάπανο παραδοσιακό κινηματογράφο. Και η επιτυχία του είδους εμφανίζεται στην ευκολία με την οποία έχει χτίσει ένα φανατικό κοινό. Το [Rec] αν και είναι μια ενδιαφέρον προσπάθεια, αν δεν είσαι fun του είδους καλύτερο θα ήταν να το προσπεράσεις.
Βαθμολογία 6/10

London to Brighton


Σκηνοθεσία: Paul Andrew Williams
Παραγωγής: England / 2006
Διάρκεια: 85'


Αυτή η ταινία αποτελεί το σκηνοθετικό ντεμπούτο, στις μεγάλου μήκους, του 33χρονού Paul Andrew Williams. Πρόκειται για μια ιστορία υποκόσμου, πορνείας, παιδικής κακοποίησης στο δύσοσμο Λονδίνο. Στο Λονδίνο που τελευταία ολοένα και αποτελεί έμπνευση για τους εγχώριους και μη δημιουργούς.


Η Κέλυ είναι μια πόρνη. Πιεζόμενη από το αφεντικό της αλλά και την ανάγκη του χρήματος αναζητά στους αφιλόξενους και σκοτεινούς δρόμους της πόλης ένα ανήλικο κορίτσι που προορίζεται να εκπληρώσει τις ανήθικες "ανάγκες" ενός εκατομμυριούχου πελάτη. Εκεί θα βρει την Joanne, ένα 12χρονό κορίτσι που φαντάζει ιδανικό για αυτόν τον ρόλο. Όμως αφού φτάσουν στον προαναφερθέντα πελάτη κάτι "τρομακτικό" θα συμβεί. Η Κέλυ θα το σκάσει μαζί με την μικρή για το Brighton, ενώ ο γιος του εκατομμυριούχου, ένας νονός της νύχτας σε ανεξέλεγκτη κατάσταση, θα επιθυμήσει να επιβάλλει αντίποινα προς πάσα κατεύθυνση.


Λονδίνο- Μπράιτον, ένας δρόμος απ' την κόλαση στον παράδεισο. Έτσι τουλάχιστον σκέφτονται οι ηρωίδες όταν μπαίνουν στο τραίνο αφήνοντας πίσω ένα Λονδίνο που βράζει από τη βία, την πορνεία, τα ναρκωτικά και τις λοιπές σκοτεινές ιστορίες των δρόμων. Άλλωστε κάπως έτσι το Λονδίνο αναπαριστάται σκηνοθετικά. Με μαύρα κάδρα, γεμισμένο με χαρακτήρες του περιθωρίου και με μια έντονη grafiti σκηνογραφία που μας φέρνει στο νου κάτι από το περσινό Red Road. Από την άλλη το Μπράιτον είναι ένα σύμβολο ελευθερίας. Με τους αχανείς χώρους, την μουντή φωτογραφία που κοσμεί πανέμορφα φυσικά τοπία και τις γυναίκες της ταινίας απαλλαγμένες από το άγχος της πόλης να επιδίδονται σε σκηνές τρυφερής παιδικότητας. Μιας παιδικότητας ικανής να παρασύρει τον θεατή, παρά την ορισμένες φορές πιεστική απόχρωση της. Ωστόσο ένα λάθος της Κέλυ αρκεί για να οδηγήσει, τόσο τον προωθητή τους όσο και τον "τιμωρό" γιο, στα ίχνη τους. Και το Μπράιτον σύντομα θα γίνει μια δεύτερη κόλαση...


Το London to Brighton θα αναπτυχθεί με μια κομματιαστή αφήγηση. Έτσι το μπέρδεμα του χρόνου προσθέτει ενδιαφέρον και μυστήριο στην αρχική μορφή της ταινίας. Η σκηνοθεσία είναι αρκετά στυλιζαρισμένη. Κάμερα στο χέρι, σκληροί τηλεφακοί είναι κάποια από τα συστατικά που επιστρατεύονται για να δώσουν ένταση και ρυθμό. Η ατμόσφαιρα πολλές φορές γίνεται εφιαλτική. Ωστόσο κάτω από τα ξύσματα της βίαιας επιφάνειας κρύβεται μια αδικαιολόγητη γλυκύτητα και τρυφερότητα. Τέτοια που καθώς φτάνουμε στα τελευταία σκαλιά του φιλμικού χρόνου, θα διαπιστώσουμε πως βάζει την ταινία σε ένα σεναριακό τέλμα. Το φινάλε που θα ακολουθήσει, με την αναίτια γλυκερή μορφή του, θα εξασφαλίσει την συμπάθεια του ευαίσθητου κοινού. Ταυτόσημα όμως θα επιβεβαιώσει την αστάθεια του Paul Andrew Williams στο να χειριστεί το θέμα του.

Για να κλείσουμε, το London To Brighton επιβεβαιώνει την ακμή που γνωρίζει την τελευταία περίοδο η ανεξάρτητη Αγγλική σκηνή. Πρόκειται για μια ταινία με ενδιαφέρον, κυρίως σε αισθητικό επίπεδο, ωστόσο ο διψασμένος θεατής δύσκολα θα βρει εδώ κάτι καινούριο.
Βαθμολογία 6/10

Etz Limon


Σκηνοθεσία: Eran Riklis
Παραγωγής: Israel / Germany / France / 2008
Διάρκεια: 106'


Eran Riklis με τούτη εδώ την "Λεμονιά" θα επιχειρήσει μια πολιτική ματιά στα δρώμενα Ισραήλ-Παλαιστίνης. Το ουμανιστικό ύφος είναι περίσσιο και η ταινία επιχειρεί μια δύσκολη πολύπλευρη αντιμετώπιση του θέματος και των ηρώων, αδυνατώντας εν τέλη μιας πιο εστιασμένης και ολοκληρωμένης προσπάθειας.

Ο άνθρωπος είναι σαν ένα δέντρο. Οι ανθοί του, οι καρποί του λίγες στιγμές ευτυχίας πάνω στο τραχύ έδαφος. Για ρίζες οι σκονισμένες μνήμες. Οι μνήμες είναι η ταυτότητα πάνω στον πεπερασμένο χρόνο, η σύνδεση με τον κόσμο του χθες και η σημασία του αύριο. Έτσι περιγράφεται εδώ και η ηρωίδα μας, η Salma, την οποία ενσαρκώνει με μια εξαίρετη ερμηνεία η Hiam Abbass. Η Salma που είναι μια χήρα, έχει μείνει μόνη. Μοναδική της συντροφιά ένα "κοπάδι" λεμονιές που ατύχησε να στέκεται μπρος από την νέα πολυτελή βίλα του υπουργού. Για την Salma οι λεμονιές δεν είναι απλά δέντρα, δεν είναι φύση, δεν είναι απλά ένα εισόδημα επιβίωσης. Είναι η σύνδεση με τις πιο βαθιές ανθρώπινες ρίζες της. Εκεί άνθισαν τα παιδικά της χρόνια. Εκεί οι φλέβες του μυαλού της κρατούν ακόμα ζωντανή την μνήμη του "χαμένου" πατέρα της. Κανείς δεν μπορεί να την ξεριζώσει απ' το παρελθόν της λοιπόν.

Παρέα στις λεμονιές κάνει η νεόχτιστη βίλα του Υπουργού. Μαζί με αυτή ένα σμήνος ανθρώπων, προσωπική φρουρά του εξουσιαστή και της όμορφης γυναίκας του. Και με απόλυτη ειρωνεία ο Riklis θα φωτίσει την απόφαση των Ισραηλινών να ξεριζώσουν τις λεμονιές της Παλαιστίνιας γειτόνισσας, με πρόφαση λόγους ασφαλείας. Σαν αυτά τα μέτρα ασφαλείας που παίρνουν οι Ισραηλινοί με την οικοδόμηση ενός τεράστιου τείχους. Έμφυτες ιμπεριαλιστικές πράξεις οι υπερβολικοί και αναίτιοι φόβοι;


Η Salma δεν θα το βάλει κάτω. Θα σταθεί στα πόδια της, και ενεργητικά θα υπερασπίσει τα ανθρώπινα της δικαιώματα. Συμπαραστάτης της σε αυτή της την προσπάθεια ένας νεαρός Ρώσος δικηγόρος. Η υπόθεση θα φτάσει στα ανώτατα δικαστήρια. Η Salma δεν παραιτείται παρ' όλες τις αντιξοότητες. Η σχέση γυναίκας-δικηγόρου σταδιακά ξεφεύγει από τον αυστηρά επαγγελματικό της χαρακτήρα. Συμπόνοια, ανάγκη για ανθρώπινη επαφή και ένα μεγάλο φάσμα συναισθημάτων είναι ορισμένα στοιχεία που πλέκουν δραματουργικά ένα βαθιά ουμανιστικό πέπλο. Σε μια κοινωνία, Ασιατική, που οι νόμοι και οι κώδικες είναι πολύ περιοριστικοί.


Αν και η ταινία όπως περιγράφω παραπάνω έχει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα την κάνουν ενδιαφέρον στο κοινό, δυστυχώς πλήττεται από ένα σωρό ατοπημάτων. Ο Eran Riklis δεν διακατέχεται από την πρέπουσα ωριμότητα για να διαχειριστεί το θέμα του με την απαιτούμενη λεπτότητα. Αποτέλεσμα η εν μέρη διάσχιση την πολύπλευρης θεματικής της ταινίας με κύρια θύματα και το ανθρωπιστικό αλλά και το πολιτικό πρόσωπο της.

Συγκεκριμένα, έπειτα από ένα σημείο τα σκήπτρα παραδίδονται στο επιμελώς ρηχό πολιτικό σχόλιο. Τα επεισόδια εκεί ξετυλίγονται με εμφανή αφέλεια. Οι σκηνές σε μια ταινία θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως τα αιτιατά. Έτσι για να αναπτυχθούν χρειάζονται κάποια αίτια. Είναι στην ευθύνη του σεναρίου και του σκηνοθέτη να χειριστεί με τρόπο τέτοιο τα αίτια ώστε οι σκηνές(αιτιατά) να διακατέχονται από την επιθυμητή φυσικότητα. Αυτό εδώ δεν το βλέπουμε. Αντίθετα η προχειρότητα με την οποία γεννούνται οι σκηνές δίνουν ένα υπερβολικό και επιτήδειο ύφος. Το πολιτικό σχόλιο μένει επιεικώς ανολοκλήρωτο, ενώ η προγενέστερη ουμανιστική χροιά της ταινίας παραστρατεί της ουσίας και εμφανίζεται μονάχα για έναν συναισθηματικό εκβιασμό. Παρ' όλα αυτά οφείλουμε να πούμε πως τα κινηματογραφικά κάδρα περισώζουν εν μέρη το αναπαραστατικό μέρος.


Έτσι παρά τις δυνατότητες της η "Λεμονιά", κυρίως λόγω της τηλεοπτικής αντιμετώπισης του θέματος, μένει υπόλογη σε όσα προσπαθεί να θίξει. Η επίπεδη ενασχόληση στερεί καθαρά κάτι βαθύτερο. Ωστόσο κρατάμε την εντυπωσιακή ερμηνεία της Hiam Abbass.
Βαθμολογία 4,5/10

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2008

Forrest Gump


κηνοθεσία: Robert Zemeckis
Παραγωγής: USA/ 1994
Διάρκεια: 144'


"Η καλύτερη ταινία ενός μετριότατου σκηνοθέτη(;)."

Ο κύριος Zemeckis κυρίως με ταινίες του όπως η αναφερθείσα και το Cast away τυγχάνει της καθολικής εκτίμησης του μη σινεφίλ κινηματογραφικού κοινού. Η ταινία βραβεύτηκε με 6 oscar την χρονιά προβολής της, κάτι που κατά την προσωπική μου κρίση δεν είναι παρά παρανοϊκό και άκρως υποτιμητικό για την ούτως η άλλως αμφίβολη διαδικασία απονομής. Γιατί πέραν του "τεχνολογικού" oscar, το οποίο δικαιούται επάξια, τα υπόλοιπα είναι περισσότερο από επισφαλή. Μα κυριότερα που το Oscar καλύτερης ταινίας στέρησε σε κινηματογραφικούς κολοσσούς, με προχειρότερο στο νου το Pulp Fiction, την δίκαια ανταμοιβή τους!

Ο Forrest είναι ένας νοητικά υπολειπόμενος που με εισιτήριο την αφέλεια κατορθώνει να δίνει το ηχηρό παρών στα πιο σημαντικά κατά γενική ομολογία γεγονότα της Αμερικής του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα. Παρά τις μεγάλες περιπέτειες του, έχει ως ναύλα την αειθαλή σκέψη του στην εκλεκτή της καρδιάς του. Ένα κορίτσι μπερδεμένο και πληγωμένο που τρέφει συμπονετικά και πλατωνικά συναισθήματα προς τον ανυπεράσπιστο Forrest. Και εμείς, πλάι σε ένα παγκάκι μαζί του, θα ακούσουμε δια στόματος του όλη την ιστορία της ζωής του, παρέα με ένα κουτί σοκολατάκια που ο σκηνοθέτης φιλοδοξεί να στιβάξει μέσα του όλο το νόημα της ζωής.


Εμείς θα δούμε τον ηλίθιο Forrest να αποκτά πτυχίο κολεγίου, να του απονέμεται τιμητικό παράσημο για την συμμετοχή του στον πόλεμο του Βιετνάμ, να εκπροσωπεί την εθνική ομάδα της Αμερικής στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα πινγκ-πονγκ, να γίνεται εκατομμυριούχος κουρσεύοντας τον χώρο τον επιχειρήσεων και γενικότερα να αποτελεί ένα εθνικό είδωλο στα μεγάλα σύνορα της χώρας. Οι υπόλοιποι θα τον παρακολουθήσουν άλλοτε με ζήλια και άλλοτε με θαυμασμό, σε μια υπέρτατη δήλωση ματαιοδοξίας. Αλλά ό,τι και αν συνέβη δεν ήταν παρά αποτέλεσμα τυχαίων συγκυριών. Αυτός την ολοκλήρωση θα την βιώσει μόνο όταν τα αισθήματα αγάπης του σφραγιστούν με τον αντίστοιχο έγγαμο βίο. Γιατί στα συναισθήματα, σε αυτά τα μικρά κρύβεται η ομορφιά του κόσμου. Αυτή την ομορφιά θα κλείσει ο Zemeckis μέσα σε ένα υπερπλήρη συγκινησιακό πλάνο που κοσμεί την έναρξη και το τέλος της ταινίας, δηλώνοντας την αστάθεια, την ευπάθεια και την ματαιότητα του ανθρώπου πάνω στη γη.


Η αλήθεια είναι πως ο Robert Zemeckis έχει εξοπλιστεί για τις ανάγκες της ταινίας με ένα ιδιαιτέρως καυστικό και ειρωνικό σχόλιο. Ένα σχόλιο απ' το οποίο δεν θα ξεφύγει η οικογένεια ως μάνα ανταγωνισμού, η ανηθικότητα της κοινωνίας-παιδείας, η εθνικιστική κουλτούρα των στρατόκαυλων, η πολιτική, οι ανίσχυροι και μπερδεμένοι νέοι, ο αλληλοφαγωτικός χαρακτήρας των επιχειρήσεων και οι άσκοπες διαδρομές των ανθρώπων πάνω στον πλανήτη. Αυτοί οι παράγοντες, και πολλοί άλλοι, αποτελούν τις κύριες μεταβλητές του συστήματος. Ενός συστήματος που αντιδραστικά εναντιώνεται στα πρόσωπα του κακού αλλά που δε μπορεί να παύσει τις πηγές που το γεννάει! Και όλα αυτά δοσμένα μέσα από το συναισθηματικό οδοιπορικό του Tom Hanks στο ρόλο του πρωταγωνιστή.



Ωστόσο παρά την υπερπλήρη θεματολογία και τη στιβαρότητα του σεναρίου η ταινία χάνει την ευκαιρία να γίνει μια all time classic ταινία. Και ο κύριος λόγος; Ο "μικρός" Robert Zemeckis. Τα τεχνάσματα στα οποία θα βασίσει την ταινία του κάθε άλλο παρά κινηματογραφικά είναι. Το ανυπόφορο μελό voice over, τα άνευρα κάδρα, οι τηλεοπτικές ερμηνείες οι ακατάσχετες δραματουργικές ευκολίες αρκούν για να συρρικνώσουν το ενδιαφέρον του θεατή. Έτσι η κατά τα λοιπά ενδιαφέρον κλιμάκωση της ταινίας, κυρίως σε νοηματικό και θεματικό επίπεδο, θα δεχθεί ένα καίριο πλήγμα. Ωστόσο η πυκνότητα της και η καλή διάθεση σας μπορεί από μόνη της να επιτρέψει την ξενάγηση σας σε ζωτικής σημασίας θέματα!

Για να κλείσω θα κάνω μια έκκληση προς σεναριογράφους και εταιρίες παραγωγής(όσες και όσους νοιάζονται) να σταματήσουν να δίνουν μεγάλα σενάρια σε "λίγους" σκηνοθέτες!
Βαθμολογία 6/10

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2008

Onna ga kaidan wo agaru toki(Μια γυναίκα ανεβαίνει τις σκάλες)


Σκηνοθέτης: Mikio Naruse
Παραγωγής: Japan/ 1960
Διάρκεια: 111'

Αυτή η αριστουργηματική ταινία ανήκει στη φιλμογραφία του πολύ σημαντικού Ιάπωνα σκηνοθέτη Mikio Naruse του οποίου το έργο εκτείνεται σε 89 ταινίες σε διάρκεια 37 ετών(1930-1967). Δεν είναι όμως η ποσότητα αλλά η ποιότητα που προκαλεί θαυμασμό στο έργο του. Ως άνθρωπος αλλά και ως δημιουργός υπήρξε πολύ προσγειωμένος. Πάντα πιστός και προσηλωμένος στα σχέδια της παραγωγής, έκανε ταινίες με μινιμαλιστικότητα, λεπτότητα, ταπεινότητα και πολύ μεράκι. Αρετές που είναι τόσο απτές και ίσως χαρακτήριζαν και τις στάσεις ζωής του. Αυτό που σήμερα κάνει τον Mikio Naruse ξεχωριστό είναι το πολύ υψηλό επίπεδο του κοινωνικού ρεαλισμού. Κατέστρωσε μεγάλα ή μικρότερα ανθρώπινα δράματα τα οποία υλοποίησε σε βάθος με την χρήση διάφορων αφηγηματικών τρόπων. Ωστόσο το χαμηλό προφίλ του, σε αντίθεση με άλλους Ιάπωνες σκηνοθέτες-πατέρες του κινηματογράφου(Kenji Mizoguchi, Akira Kurosawa), τον κατέστησε ελάχιστα δημοφιλή και λίγο έλειψε να βυθίσει το συνολικό, ούτως ή άλλως δυσεύρετο, έργο του στην αφάνεια. Τελικά εμείς χάρις τη New Star, θα έχουμε την ευκαιρία μιας σύντομης γνωριμίας μαζί του, η οποία ξεκίνησε με το αριστουργηματικό "Μια γυναίκα ανεβαίνει την Σκάλα".

Η ταινία τοποθετείται στην μεταπολεμική Ιαπωνία. Μια ανδροκρατούμενη κοινωνία ραγδαίως εξελισσόμενη και επηρεαζόμενη από τα Δυτικά πρότυπα. Η ταινία ωστόσο είναι μια ιστορία για την Κεϊκο. Η οποία είναι μια όμορφη χήρα γυναίκα. Δουλεύει ως "κράχτης πελατών" σε ένα μπαρ της πόλης. Στην Ιαπωνία που η υποβαθμισμένη κοινωνικά γυναίκα έχει δυο μονάχα επιλογές. Έναν ευκατάστατο γάμο ή το να φτιάξει το δικό της μπαρ, αφού πρώτα έχει αποκτήσει την απαραίτητη προυπηρεσία-γνώση-εμπειρία δουλεύοντας υπαλληλικά στα μαγαζιά της πόλης. Η ζωή πολλές φορές τα φέρνει διαφορετικά από ότι τα σχεδιάζουμε και αυτό θα το ανακαλύψει σύντομα η ηρωίδα Η ηρωίδα που προκαλεί θαυμασμό στον θεατή για τον αυτοσεβασμό, την αυτοσυγκράτηση, την τιμιότητα σε μια ζωή-σταδιοδρομία που ενδεικνύεται για ανήθικες αναβάσεις.


Το σενάριο του Ryuzo Kikushima έχει αυτοσκοπό να αφηγηθεί την ιστορία της αντιπροσωπευτικής γυναίκας της Ιαπωνίας. Μια γυναίκα που αν και τόσο απαραίτητη στην ανδροκρατούμενη κοινωνία μοιάζει απροστάτευτη και άνιση απέναντι στο έτερο φύλο. Τα εμπόδια διαδέχονται το ένα το άλλο και τα κοινωνικά αδιέξοδα αποκτούν πρωταρχική θέση σε αυτή την ανάβαση στη σκάλα του χρόνου. Και εμείς πορευόμαστε σε αυτούς τους δρόμους ίσως με την πιο καθαρή γυναίκα που θα μπορούσαμε να συναντήσουμε.

Η Κεϊκο αν και χτυπημένη από τη μοίρα, έχει χάσει τον άντρα της, έχει περίσσια δύναμη
να αντισταθεί στις αυτονόητες δυσκολίες που αντιμετωπίζει. Χειρίζεται με έναν παραδειγματικό επαγγελματισμό την εργασία της, που και αν βασίζεται στις κοινωνικές σχέσεις, καταφέρνει να κλειδώνει τα συναισθήματα στον απρόσιτο εαυτό της και ταυτοχρόνως να διατηρεί μια εικόνα άκρως γοητευτική και ελκυστική. Καταφέρνει να προσαρμόζεται ίσως καλύτερα απ' την καθεμία στις ανάγκες της δουλειάς χωρίς ωστόσο να πουλάει-εκφυλίζει το παραμικρό της αψεγάδιαστης προσωπικότητας της. Ο θεατής γρήγορα θα ταυτιστεί με τον μπάρμαν-συνεργάτη της, ο οποίος τρέφει έναν κλιμακούμενο θαυμασμό-έρωτα για τον τρόπο που η πρωταγωνίστρια διατηρεί στο άθιχτο τη ζωή της. Έτσι και εμείς με έναν πλατωνικό έρωτα θα της ακολουθήσουμε τον δύσβατο δρόμο της.

Η Κεϊκο όμως δεν είναι άτρωτη. Είναι άνθρωπος και έτσι ο Naruse θα την σκηνοθετήσει.
Ανυπεράσπιστη στα παιχνίδια της μοίρας θα ενδώσει στις "εγγυημένες" προκλήσεις. Ακόμα και αν πέφτει όμως, είναι μόνο για να σηκωθεί. Και να κουρσέψει και το τελευταίο σκαλί της επικίνδυνης σκαλωσιάς της ζωής. Ο συναισθηματισμός, δεδομένης της πλοκής, φαντάζει εύκολη οδός. Ο Mike Naruse όμως έχει αντίθετη άποψη. Δεν θα προσπαθήσει καθόλου εύκολα συναισθηματικά τεχνάσματα, θα σκηνοθετήσει την ιστορία κυρίως με μακρά στατικά πλάνα, με λεπτότητα και με αξιέπαινη ωριμότητα, και η συναισθηματική ταύτιση θα έρθει μόνο με τρόπο αυθόρμητο, αυθεντικό και ουσιαστικό. Ειδική αναφορά αξίζει ο τρόπος χειρισμού των δεύτερων και τρίτων ρόλων, ο οποίος σε συνδυασμό με την εστιασμένη σκηνοθεσία καταφέρνει να αποτυπώσει εις βάθος το κοινωνικό πορτραίτο της εποχής.

Μια ταινία must για κάθε σινεφίλ, και όχι μόνο, και μια απαραίτητη αρχή για μια ουσιαστικότερη γνωριμία με τον χαμηλόφωνο κόσμο του μεγάλου Ιάπωνα σκηνοθέτη.
Βαθμολογία 9/10

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2008

Batoru rowaiaru


Σκηνοθεσία: Kinji Fukasaku
Παραγωγής: Japan/ 2000
Διάρκεια: 114'


"Η κόκκινη Δαρβινιστική θεωρία και οι προεκτάσεις του φιλοσοφικού ρεύματος του υλισμού".

Ο Kinji Fukasaku, ένας εκ των παραγωγικότερων και των γνωστότερων σκηνοθετών στην εγχώρια Ιαπωνική πραγματικότητα, ανέλαβε να δώσει σάρκα και οστά στην αιμoφιλή νουβέλα του Koushun Takami. Η ταινία, κύκνειο άσμα του σκηνοθέτη, έκανε πολύ μεγάλο ντόρο στους παγκόσμιους κύκλους του κινηματογράφου λόγω της αναπάντεχα cult φορεσιάς της αλλά και του υπόγειου παιχνιδιού των παρασκηνίων.


Η ιστορία τοποθετείται στην Ιαπωνία και στον ερχομό της νέας χιλιετίας. Εκεί τα πράγματα έχουν ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Τεράστια ποσοστά ανεργίας, μεγάλη ασυδοσία της νεολαίας, η οποία έχει εκθρασυνθεί και αποτελεί κάθε πηγή κινδύνου για τους έκπτωτους ενήλικες είναι λίγα στοιχεία του χαοτικού κοινωνικού background. Τον λόγο παίρνει η πολιτική που με σωφρονιστικά μεταρρυθμιστικά μέτρα αποφασίζει τον νόμο του
Battle Royale! Εδώ ανά τακτά χρονικά διαστήματα επιλέγεται μια σχολική τάξη οποιασδήποτε βαθμίδας και με το πρόσχημα εκδρομής ναρκώνεται και μεταφέρεται σε ένα ερημωμένο νησί. Εκεί θα διαδραματιστεί ένας τριήμερος "reality" εφιάλτης ο οποίος επιβάλλει ένα ανελέητο αλληλοσκοτωμό των μαθητών με νικητή τον μοναδικό επιζών μετά το πέρας της διορίας. Και όλα αυτά ελέγχονται και διαμορφώνονται υπό την ασφυκτική και απειλητική ματιά της εξουσίας, η οποία έχει φροντίσει να τροφοδοτήσει τους συμμετέχοντες με λιγότερο ή περισσότερο φονικά όπλα.

Αυτό που θα ακολουθήσει είναι μια ανελέητη πάλη. 42 στον αριθμό μαθητές που με κάθε τρόπο θα προσπαθήσουν να επιβιώσουν και να εξουθενώσουν τον μέχρι χθες φίλο τους. Είναι ξεκάθαρο πως εδώ πρόκειται για μια προέκταση της Δαρβινικής θεωρίας. Η ζωή είναι μια τεράστια ζούγκλα και η σχέση του ατόμου με την κοινωνία είναι τελείως ατομικιστική. Τα πάντα γίνονται με σκοπό την επιβίωση και με όποιο έκφυλο μέσω και αν χρειαστεί.


Επίσης είναι ξεκάθαρο πως τα παιδιά δεν είναι παρά τα πιόνια στη σκακιέρα του θανάτου που τους έχουν στήσει. Ο καθένας με τον δικό του τρόπο μετέχει ενεργά ή παθητικά σε αυτόν τον εφιάλτη. Άλλοι συνεπαρμένοι απ' τον ανταγωνισμό θα ποθήσουν την κορυφή της επιβίωσης, άλλοι σε ομάδες θα προσπαθήσουν να επιτύχουν τις απαραίτητες συνέργειες και να οδηγηθούν μέχρι το αύριο ελπίζοντας σε κάποια οπορτουνιστική λύση, άλλοι πιο έντιμοι θα επιλέξουν τη λύση της αυτοκτονίας και άλλοι θα παλέψουν να κουβαλήσουν τον εφηβικό έρωτα τους μέχρι το τέλος του νήματος. Όμως πουθενά δεν θα δούμε μια καθολικά οργανωμένη προσπάθεια κόντρα στην βίαιη εξουσία. Εδώ υπαινίσσεται πως οι άνθρωποι δεν μπορούν να διαμορφώσουν τις συνθήκες και πως απλά μετέχουν σε αυτές. Κατά το σενάριο η πραγματικότητα είναι αυτή που διαμορφώνει τις συνθήκες και ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα της επιλογής του τρόπου προσαρμογής. Σε μια προέκταση του ρεύματος του υλισμού. Και εδώ αυτή η πιεσμένη προσπάθεια προσαρμογής στο παράλογο παιχνίδι του θανάτου θα γίνει ανάκατα και με μια εσωτερική πάλη με το σαφώς πιο ανθρώπινο παρελθόν των ηρώων. Μια πάλη που οπτικοποιείται με συναισθηματικά flash back που διατρέχουν την κατά τ' άλλα γραμμική αφήγηση. Ωστόσο με ακατάσχετη ειρωνεία θα επιδειχθεί τελικώς το ανώδυνο και αυτιστικό ύφος αυτής της φαινομενικά πανίσχυρης εξουσίας.


Στα τεχνικά στοιχεία της ταινίας βλέπουμε ένα αστραπιαίο μοντάζ που σε συνδυασμό με το απόγειο της ωμής βίας δίνει στο αιμοδιψή κοινό το επιθυμητό. Φωτογραφικά και αισθητικά η ταινία πορεύεται με συνταγή ενός καλοστημένου b-movie ενώ οι σαφής εμπορικές βλέψεις είναι αυτοί που εκφυλίζουν, ως ένα βαθμό, το κοινωνικοπολιτικό αλληγορικό σχόλιο του Kinji Fukasaku. Το οποίο ωστόσο αν είναι ποθητό σε σένα αναγνώστη, σε συμβουλεύω να εξοπλιστείς με καλή διάθεση. Έτσι παρά το καινοτόμο της ιδέας και το βάθος του κοινωνικοπολιτικού προβληματισμού(;) οι ευκολίες στην πλοκή παραπάνω από ευδιάκριτα αμαυρώνουν μια ταινία με μεγάλη δυναμική.
Βαθμολογία 7/10

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2008

Night and the City


Σκηνοθεσία: Jules Dassin
Παραγωγής: England/ 1950
Διάρκεια: 101'


Πρόκειται για την πρώτη ταινία σε μη Αμερικάνικο έδαφος, ένα πραγματικό αριστούργημα, από τον Jules Dassin ο οποίος βρέθηκε εξόριστος στο Λονδίνο ελέω του Μακαρθικού καθεστώτος. Πρόκειται για μια από τις κορυφαίες του ταινίες, αν όχι την κορυφαία, που προσωπικά θα την έβαζα να κονταροχτυπηθεί με το Brute Force.


Ο Φαμπιάν είναι ένας παλιάτσος της νύχτας. Ένας άυπνος ονειροπόλος, ένας απένταρος επιχειρηματίας, ένας καλλιτέχνης δίχως Τέχνη. Σαν αδέσποτο περιπλανιέται στους αφιλόξενους δρόμους του Λονδίνου μέχρις που συλλαμβάνει μια καλοδουλεμένη ιδέα. Υπό την στήριξη του κορυφαίου παλαιστή της εποχής (Γκρεγκόριους) θα επιχειρήσει να ελέγξει όλους τους αγώνες πάλης στην πόλη. Τα μεγαλόπνοα σχέδια του και τα πολλά ανοίγματα, παρά τα ευφυή τεχνάσματα του, θα τον φέρουν απέναντι από έμπειρους "απατεώνες" και τοκογλύφους της νύχτας. Και το κυνηγητό αρχίζει...

Η πόλη του τίτλου είναι το Λονδίνο. Το Λονδίνο που θα μπορούσε να είναι το Λος Άντζελες, το Παρίσι και οποιαδήποτε άλλη πόλη στον κόσμο. Η νύχτα είναι μια νύχτα όπως όλες. Και επιβάλλει τους δικούς τις σκοτεινούς κανόνες. Ο Φαμπιάν(που υποδύεται στην ερμηνεία της ζωής του ο Richard Widmark) ζει μες στην νύχτα. Δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτό τον κόσμο, θα παίξει μέσα σε αυτόν και θα κυνηγηθεί μέχρι τέλους. Έχει την γυναίκα του, την εκπληκτική Gene Tierney που αποδεικνύει πως όσο μικρός και αν είναι ο ρόλος αρκεί λίγη από την μαγική σκόνη της για να τον κάνει σπουδαίο.

Έχει την γυναίκα του λοιπόν, τη δεδομένη αγάπη της. Δεν του αρκεί, θέλει κάτι παραπάνω. Όλοι οι χαρακτήρες θέλουν κάτι παραπάνω. Το χρήμα, το τσαλακωμένο και αιματοβαμμένο χρήμα των νουάρ. Ο πολυπόθητος και ο απαγορευμένος καρπός. Πολύ λίγοι μπορούν να το 'χουν. Μόνο αυτοί που πατούν δυνατότερα στα κατασπαρακτικά εδάφη της νύχτας. Οι υπόλοιποι απλά θα γίνουν τα θύματα τραγικών ιστοριών, και τα πινέλα σε αυτή την κατάμαυρη απαισιόδοξη ατμόσφαιρα της ταινίας.

Και δεν είναι λίγοι οι τρόποι που θα βρει ο Dassin να οπτικοποιήσει αυτή την γενικότερη απαισιοδοξία. Από την έκβαση που δίνει στα δημιουργήματα του, τους χαρακτήρες, ως τις προσεκτικά συμβολικές σκηνές. Η φιλοδοξία απέναντι στην θεμελιωμένη επιτυχία πάντα βρίσκει νικήτρια την δεύτερη. Η ευφυΐα δεν έχει καμία τύχη απέναντι στη δολιότητα. Και η μόνη αμοιβή αυτού του έκφυλου κόσμου είναι το άπιαστο χρήμα. Και φτάνουμε στο αποκορύφωμα των συμβολισμών με τη σκηνή της πάλης. Εδώ ο σκηνοθέτης θα βάλει στην παλαίστρα προσωποποιημένα το χθες(το αγνό) με το αύριο(πανούργο). Η μάχη εδώ είναι δίκαια. Αλλά ακόμα και αν τη μάχη κερδίσει το χθες θα είναι μόνο για την ύστερη και καθολική επικράτηση του αύριο σε αυτόν τον νέο(απεχθές κόσμο που χτίζεται). Η αφήγηση είναι άλλοτε παράλληλη και άλλοτε γραμμική. Ο ρυθμός είναι ταχύτατος και μας οδηγεί στην τελική εκτίναξη της ιστορίας σε ένα κυριολεκτικά καταιγιστικό φινάλε. Στο Night and the City ο Αμερικάνος δημιουργός καταφέρνει να μετριάσει ακόμα και τον ευδιάκριτο μελοδραματισμό που είχαμε στις κρίσιμες σκηνές άλλων ταινιών, χωρίς ωστόσο να καταφέρει να τον εξαλείψει πλήρως. Ίσως πρόκειται για το μοναδικό ψεγάδι που μπορούμε να βρούμε σε αυτό το κινηματογραφικό κόσμημα. Πάντως παρά το κατάμαυρο της ταινίας ο δημιουργός θα αφήσει μια λευκή λύση. Παρ' ότι εμφανώς επηρεασμένος από το φιλοσοφικό ρεύμα του υλισμού, με την κάτασπρη παρουσία της ανθρώπινης Gene Tierney και τον ιδεαλισμό διάχυτο πάνω της, θα υπονοήσει την ευτυχία μακρυά από τα πλαίσια αυτού του διαμορφωμένου κόσμου...


Όμως η μεγαλύτερη επιτυχία της ταινίας οφείλεται στο αισθητικό κομμάτι. Οι επιρροές από το εξπρεσιονιστικό ρεύμα είναι ξεκάθαρες. Με την σκηνοθεσία που με τα ακανόνιστα πλάνα και την αριστουργηματική, κατά Orson Welles, χρήση του βάθους πεδίου επιτυγχάνει μια νοσηρή ατμόσφαιρα, σκοτεινή, υποχθόνια που έρχεται σε πλήρη ταύτιση με την κεντρική ιδέα του κειμένου. Η καλλιτεχνική διεύθυνση επίσης έχει συμβάλλει τα μέγιστα. Από τα κουστούμια ως το μακιγιάζ, με τραγόμορφα πρόσωπα εφάμιλλα του ύστερου cinema του Lynch, αποδεικνύει το καταλυτικό της αισθητικής επιμέλειας στο χτίσιμο της ατμόσφαιρας. Έτσι οι μορφές των προσώπων και των αντικειμένων καταφέρνουν να φεγγίζουν αχνά, μες στα κατάμαυρα σκηνικά, αλλότρια χαρακτηρολογικά νοήματα που διαστέλλουν την εφιαλτική εμπειρία του θεατή.


Για να κλείσω το κείμενό μου θέλω να πω πως εμείς οι θεατές είχαμε την τύχη ενός καταλυτικού συνδυασμού. Δεν υπήρχε πιο κατάλληλη στιγμή για να πάρει στα χέρια του ο
Jules Dassin ένα σενάριο σαν αυτό της νουβέλας του Gerald Kersh. Γιατί έτσι κατάφερε σχεδόν ένα αυτοβιογραφικό αριστούργημα, αναλογιζόμενοι τον δικό του κατατρεγμό στον κόσμο του κινηματογράφο...
Βαθμολογία 9/10

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2008

All About Eve


Σκηνοθεσία: Joseph L. Mankiewicz
Παραγωγής: USA/ 1950
Διάρκεια: 138'

Το 1950 ο Joseph L. Mankiewicz κάνει μια πολύ ολοκληρωμένη ταινία. Καταπιάστηκε με τα παρασκήνια στο θέατρο και κατ' επέκταση της Τέχνης, ένα θέμα που σκοπίμως βρισκόταν στην αφάνεια. Επιχειρώντας επί της ουσίας μια απομυθοποίηση της αγιοποιημένης θέσης που προνομιακά κατείχαν οι συντελεστές όποιων καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων.

Τι και αν η Αμερικάνικη κωμωδία θεωρείται ξεπερασμένη; Τι και αν η αφήγηση φωτίζει περισσότερο από γενναιόδωρα τις πτυχές της ιστορίας; Τι και αν οι β' ρόλοι κατηγορούνται για έλλειψη βάθους; Η ταινία είναι για τον αριστουργηματικό ρόλο της υποθετικής κυρίας Harringron. Μια κοπέλα, με ταπεινότατη περιβολή μπαίνει στα καμαρίνια της αγαπημένης της star, της Margo Channing. Τελικώς το "άγιο" κορίτσι αποδεικνύεται λιγότερο αθώο από τις συστάσεις και οι φιλόδοξοι σκοποί της μόνο αγνοί δεν είναι...


Ένα χρόνο αργότερα, στην κινηματογραφική μεταφορά του A Streetcar Named Desire, η Vivien Leigh μας λέει "η γοητεία βασίζεται στην ψευδαίσθηση". Και εδώ η Eve Harrington, την οποία υποδύεται σαγηνευτικά η Anne Baxter, αποδεικνύει πως έχει μεγάλο ταλέντο στο ψέμα Το "φαίνεσθαι", σε ολοκληρωτική ασυμφωνία με το πανούργο "είναι", βρίσκεται κάτω από την ομπρέλα του αδύναμου, του αγαθού, του ανυπεράσπιστου. Με αυτό τον τρόπο το υπογείως αναπτυσσόμενο "είναι" αποκτά την πολυπόθητη δύναμη. Αρχικά καταφέρνει να παγιδεύει την αντρική ματιά και να καρπώνεται ταυτόχρονα την γυναικεία συμπάθεια-συμπόνοια. Έχοντας τα πάντα με το μέρος της οι ακόρεστες φιλοδοξίες της Eve μπαίνουν σιγά σιγά στο στίβο της εκπλήρωσης. Έστω και με τον πιο έκφυλο τρόπο. Ενώ η ακόρεστη δίψα της, φτάνοντας στο ζενίθ της καριέρας της, φανερώνει έναν άλλο πληγωμένο-κενό-εύθραστο θηλυκό Kane. Άλλωστε μάλλον τυχαίο δεν είναι πως 9 χρόνια νωρίτερα ένα άλλο μέλος της οικογένειας Mankiewicz, ο Herman, είχε γράψει το σενάριο για τον θρυλικό Citizen Kane.


Παραπάνω αναφέραμε πως οι β-ρόλοι στερούνται βάθους. Ωστόσο αυτό δεν προκύπτει από κάποια σεναριακή αδυναμία, αλλά για κάποια σεναριακή ανάγκη. Καθώς οι β-ρόλοι χρησιμοποιούνται δραματουργικά στο μέγιστο για να δώσουν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα
ενός οποιουδήποτε θεατρικού θιάσου Πρώτη όλων η Margo ως η κορεσμένη diva, την οποία υποδύεται η εκπληκτική Bette Davis. Η Margo έχει γνωρίσει την απόλυτη δόξα. Είναι μια τεράστια ηθοποιός, όμως στο φόβο να χάσει τα σκήπτρα της από το πλήρωμα του χρόνου αλλά και τις επίδοξες αναπληρώτριες την βγάζει εκτός ελέγχου. Εδώ η Bette Davis, με πολλά χρώματα στην ερμηνεία της, καταφέρνει μια βαθιά περιγραφή στην αφηρημένη έννοια της ευέξαπτης diva και της γενικότερης σχέσης της με τον κόσμο. Στο cast επίσης υπάρχουν και οι τυπικοί ήρωες του σκηνοθέτη και του σεναριογράφου του θιάσου. Οι οποίοι περιγράφουν τυπικά τα αντίστοιχα επαγγέλματα και την αναγκαιότητα για μια πηγή έμπνευσης. Υπάρχει η γυναίκα του σεναριογράφου στο ρόλο της πιστής συζύγου. Ενώ τέλος υπάρχει και ο αναγκαίος κυνικός δημοσιογράφος που δεν είναι παρά ένα ευφυής σεναριακό τέχνασμα που δίνει στον μύθο την απαραίτητη ευλυγισία.

Τελικώς το All Aboout Eve είναι μια βαθιά δραματικοποιημένη κωμωδία που ρίχνει και κλεφτές ματιές στο είδος του νουάρ. Καταπιάστηκε δίχως φόβο για ένα ανέκαθεν επίκαιρο θέμα. Την δυσωδία που επικρατεί και στα παρασκήνια του χώρου της Τέχνης, αλλά κυρίως του lifestyle καθώς για αυτό χρησιμοποιείται καθοδηγητικά η εμπορική έννοια του Hollywood. Προσωπικά θεωρώ πως η επιτυχία αυτής της ταινίας είναι ουσιαστικότερη και χτίζεται πάνω σε έναν πολύ καλογραμμένο πρωταγωνιστικό ρόλο. Ίσως έναν από τους πιο ολοκληρωμένους και πλήρης χαρακτήρες στην ιστορία του cinema, αυτόν της Eve, την συγγραφική και σκηνοθετική ευθύνη του οποίου έχει ο Joseph L. Mankiewicz. Ενώ ακόμα τεράστιο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι καταπληκτικές ερμηνείες των Bette Davis, Anee Baxter. Το τέλος της ταινίας δε θα μπορούσε απ' το να είναι ένας επαναληπτικός βρόχος, τονίζωντας πως τα πάντα επαναπράττονται ομοίως, τη στιγμή που ο χρόνος ρέει ακατάπαυστα προς τα μπρός!
Βαθμολογία 9,5/10

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2008

Picnic at Hanging Rock


Σκηνοθεσία: Peter Weir
Παραγωγής: Australia/ 1975
Διάρκεια: 115'

Αυτό το καλοκαίρι τεράστιο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι επανεκδόσεις. Η ανασύσταση μυθικών ταινιών της ιστορίας του κινηματογράφου. Μια τέτοια είναι το Picnic at Hanging Rock που εγώ θα το παρομοιάζα με ένα αισθαντικό παραλήρημα.

"Ό,τι βλέπουμε και ό,τι φαινόμαστε δεν είναι παρά ένα όνειρο, ένα όνειρο μέσα στο όνειρο." Πληροφορούμαστε στον εναρκτήριο λόγο, βγαλμένο από τα ανθολόγια των καταγραμμένων ποιητών. Αυτό που θα ακολουθήσει δεν είναι παρά ένα όνειρο, ένα ποίημα για την ομορφιά, ένας ύμνος για την φύση. Η ιστορία θα αναπτυχθεί σαν ενόραση της πραγματικότητας. Εκεί ένα πλήθος κοριτσιών κολεγίου, συνοδευόμενο με μία εκ των καθηγητριών, θα καταφτάσει στον βράχο του τίτλου για εκδρομή. Μια δυσνόητη ένταση, μια παχιά σκόνη μυστηρίου και κάδρα που αποτυπώνουν παρθένα ομορφιά περιλούζουν την μαγική ατμόσφαιρα του film. Τα πάντα κυλούν ανεξήγητα και κάθε προσπάθεια εκλογίκευσης μοιάζει παράλογη. Τρεις κοπέλες, τρεις άγγελοι εκ του πλήθους των κοριτσιών υπακούν σε ένα ανεξήγητα υπνωτικό κάλεσμα, και είναι έτοιμες με την δική τους ομορφιά να διαδώσουν το εισιτήριο για αυτόν τον διαφορετικό κόσμο. Και αφού έχουν καταδείξει την ματαιότητα του εκ συνήθειας επιβεβλημένου κόσμου με το "είναι αξιολύπητο που ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων ζουν δίχως σκοπό, ωστόσο αυτοί πιθανόν να εκτελούν κάποιο έργο το οποίο οι ίδιοι αγνοούν" είναι έτοιμες να παραδοθούν σε έναν ομορφότερο που οι υπόλοιποι δεν μπορούν καν να αντιληφθούν Το πέρασμα αυτό το οπτικοποιεί ο Peter Weir με μια εκπληκτική χορογραφία καθώς τα κορίτσια χάνονται πίσω από τους προσωπόμορφους βράχους. Αυτή την αγγελική χορογραφία, αυτή την έκφραση ομορφιάς επιθυμεί να ακολουθήσει και η δασκάλα η περιγραφή της οποίας ωστόσο είναι τρόπον τινά πιο κυνική.


Η ατμόσφαιρα που αναφέραμε είναι δαιδαλώδη. Σαν έναν μανδύα μέσα στον οποίον ασφυκτιούν τα ερωτικά ένστικτα, οι αισθαντικές εκφράσεις, ολόκληρος ο κόσμος του ατόμου. Αυτή την αφανή καταπίεση καλείται να αποτυπώσει και να κρύψει ο Peter Weir πίσω από τα αφαιρετικά και ονειρώδη πλάνα του. Πλάνα, σκηνές, σεκάνς που βυθίζονται σε μια ονειρική αφήγηση και με την δέουσα οικονομία καταφέρνουν να υποβάλλουν στο μέγιστο τον θεατή. Άλλωστε όπως υπαινίσσεται, οι ηρωίδες του υποκύπτοντας σε αυτό το "μεταφυσικό" κάλεσμα βίωσαν την ολοκληρωτική απελευθέρωση, την απελευθέρωση από την σεξουαλική καταπίεση, την απελευθέρωση από την υποχρέωση του συνηθισμένου, την απελευθέρωση από την μιζέρια του υπάρχον κόσμου. Τον υπάρχον κόσμο που ο μεγάλος Αυστραλός σκηνοθέτης δεν θα αφήσει ατιμώρητο, καθώς θα τον αποτυπώσει με σαφώς μικρότερη ποιητική διάθεση.

Ο ίδιος ο Weir για την ταινία του έχει πει "Προσπαθήσαμε πάρα πολύ να δημιουργήσουμε μια ατμόσφαιρα υπνωτιστική, μέσα στις παραισθήσεις ώστε να χάνει ο θεατής την αίσθηση των γεγονότων και να παρασύρεται από τη μυστηριώδη ατμόσφαιρα. Έκανα τα πάντα για να υπνωτίσω τους θεατές και να μην ασχολούνται με την λύση της ταινίας". Και εμείς ένθερμοι χειροκροτούμε και αποδίδουμε τα εύσημα για το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας. Μιας προσπάθειας που λειτουργεί στο άριστα σε όλα τα επίπεδα. Θα ήταν άδικο να μην εκθειάζαμε την καθηλωτική φωτογραφία αλλά και την σπαραχτική μουσική του.


Οι πιο πολλοί τον γνωρίζουν από το Dead Poet's Society. Ωστόσο θεωρώ πως η προαναφερθέν ταινία δεν είναι παρά απλά η επαλήθευση της "εμμονής" του Weir με το ρεύμα των καταρραμένων ποιητών, μα εκεί περιορίζεται αυστηρώς στο λεκτικό κομμάτι. Το Picnic at Hangong Rock είναι ασφαλώς μια ογκολιθική ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου επηρεασμένη από το ίδιο ποιητικό ρεύμα. Χωρίς συμβιβασμούς, χωρίς ευκολίες. Κάνει ένα ποίημα φτιαγμένο με εικόνες έτοιμες να παρασύρουν σε έναν από τους δυνατότερους αισθαντικούς χορούς που ούτε η φαντασία σου δεν μπορεί να ακολουθήσει...
Βαθμολογία 9,5/10

Lars and the Real Girl


Σκηνοθεσία: Craig Gillespie
Παραγωγής: Usa / 2007
Διάρκεια: 106’

Μέχρι την πόρτα των Oscars έφτασε η συγκεκριμένη αν μη τι άλλο πολυβραβευμένη ταινία. Ο Gillespie κρατώντας χαμηλούς τόνους θα φτιάξει μια συμβολική κομεντί που χρήζει πολυδιάστατών ερμηνειών.

Ο Λαρς(τον οποίο υποδύεται ο χαρισματικός Ryan Gosling) κουβαλώντας ένα προσωπικό οικογενειακό δράμα δείχνει αδύναμος να ενταχθεί στην κοινωνία των «φυσιολογικών». Η οικογένεια του, και συγκεκριμένα ο αδερφός του Gus και η κουνιάδα του Karin(την οποία παίζει η γλυκύτατη Emily Mortimer) προσπαθούν άσκοπα να τον χειραφετήσουν από τους φόβους του. Ο Λαρς θα βρει συμπαράσταση σε μια κούκλα(!) εν ονόματι Bianca, που αφού νοερά την εντάξει στον κόσμο των ζωντανών θα γίνει το άλλο του μισό. Κάτι που θα θέσει σε ανησυχία τόσο την οικογένεια αλλά και την υπόλοιπη συνοικία, και θα πυροδοτήσει το κωμικό στοιχείο της ταινίας. Ωστόσο η μικρή κοινωνία στην οποία διαδραματίζεται η ιστορία ξεπερνάει το αρχικό σοκ και αποφασίζει συσπειρωμένη να βαδίσει στον «ψεύτικο» κόσμο του Λαρς και να τον ακολουθήσει μέχρις ότου ο ίδιος αποδεχτεί την πραγματικότητα.


Πρόκειται για ένα βαθύτερο συμβολικό δράμα. Ο κόσμος του ψεύτικου μέσα σε αυτόν του αληθινού, και αντίστροφα. Σαν τις προσωπικές αυταπάτες που ο καθένας μας κουβαλάει σε αυτή την συμβιβαστική καθημερινότητα. Μόνο που η «σουρεαλιστική» καθημερινότητα της ταινίας, σε αντίθεση με αυτή του υπαρκτού κόσμου, αποφασίζει αρχικά να ανεχτεί και στη συνέχεια να αποδεχτεί αυτόν τον αλλιώτικο Λαρς. Δίνοντας τον χρόνο και τον χώρο να αναγνωρίσει και να επουλώσει μόνος του τις πληγές του. Σαν σε μια προσπάθεια διδαχής στον σύγχρονο κόσμο να σταματήσει να διαβρώνει και να κατασπαράσσει το διαφορετικό, το με κίβδηλο τρόπο ορισμένο ως μη φυσιολογικό. Άλλωστε ο δρόμος της αλήθειας προϋποθέτει την αναγνώριση του ψεύτικου και είναι προσωπικός…


Η ταινία εκπλήσσει ευχάριστα με το τέχνασμα της εισαγωγής μιας κούκλας στον κόσμο των αληθινών ανθρώπων ενώ ακόμα πιο ευχάριστη είναι η επιλογή της αντιμετώπισης του θέματος με σοβαρότητα. Οι ηθοποιοί είναι προσηλωμένοι στην χαμηλόφωνη αντιμετώπιση μιας τόσο ακραίας κατάστασης και αυτό αποτελεί κυρίαρχο λόγο που το γέλιο αποκτά χρώμα έντονο και αυθόρμητο. Άλλωστε όπως λέει και ο Woody Allen «το χειρότερο πράγμα σε μια κωμωδία είναι να βάλεις τους ηθοποιούς να παίξουν κωμικά». Ωστόσο στη συνέχεια το σεναρίο χαρακτηρίζεται από δυσκαμψία καθώς διακατέχεται από μια εκτεταμένη επαναληπτική αναπαραγωγή της σχέσης κούκλας-Λαρς, κάτι που κάνει τα 106’ λεπτά να μοιάζουν μακρύτερα. Ενώ ακόμα και τα ελάχιστα επεισόδια που παρεμβάλλονται μέχρι το αναμενόμενα ελπιδοφόρο φινάλε ασθμαίνουν μιας κλισέ μεταχείρισης. Κάτι που είναι εντελώς αποθαρρυντικό ιδίως όταν μιλάμε για «ανεξάρτητο» κινηματογράφο. Αισθητικά η ταινία ακολουθεί τη συνταγή των μουντών χρωμάτων που σε συνδυασμό με την χαμηλόφωνη μουσική υπόκρουσης και τις εξαίρετες ερμηνείες επιτυγχάνει μια βαθύτερη μελαγχολική ατμόσφαιρα.

Νομίζω τελικά πως αν και η προσπάθεια για μια αλληγορική συναισθηματική ταινία είναι εμφανής και μόνο εν μέρη επιτυχής, τελικά το Lars and the Real Girl εμφανίζεται με ξαναφορεμένα ρούχα και κινηματογραφικά ατελής.
Βαθμολογία 5,5/10