Τετάρτη, 23 Απριλίου 2008

Trouble In Paradise


Σκηνοθεσία: Ernst Lubitsch
Παραγωγής: USA/ 1932
Διάρκεια: 82'

Τα screwball αυτή την περίοδο (στα 30s 40s) είναι διάσημα στην Αμερική και οι θεατές δείχνουν να τα αγκαλιάζουν με έναν ξεχωριστό τρόπο. Το Trouble In Paradise του Ernst Lubitsch είναι ένα χαριτωμένο τέτοιο αλλά ταυτοχρόνως και ένα πρωτοποριακό.

Πριν συνεχίσουμε να πούμε όμως οτιδήποτε ας δώσουμε έναν μικρό ορισμό για τα screwball. Οι screwball ταινίες λοιπόν εντάσσονται στο κωμικό είδος και παρ' ότι φαινομενικά φαντάζουν απαλλαγμένες κοινωνικοπολιτικών μηνυμάτων ο κύριος άξονας τους περιστρέφεται γύρω από κοινωνικοπολιτικά θέματα. Συνήθως οι ήρωες τους είναι αφελείς άνθρωποι που αντιπροσωπεύουν από την μία την υψηλή και πλούσια κοινωνία, και από την άλλη τα μεσοχαμηλά αστικά σώματα. Τα κύρια χαρακτηριστικά τους συνήθως είναι το ανατρεπτικό τους ύφος, η βεβήλωση και η απομυθοποίηση των υψηλών αξιωμάτων και η γαργαλιστικά κωμική πλοκή τους. Όλα αυτά συντελούν προς της επίτευξη της εξίσωσης των δυο ακραίων αντιπροσωπευόμενων πλευρών παρ' ότι το χάσμα στον υπαρκτό κόσμο φαίνεται αγεφύρωτο. Έτσι αυτή η ανυψωτική φύση προς τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα αλλά και η εύκολα αναγνώσιμη δομή τους, τις έκαναν αξιαγάπητες κυρίως στο Αμερικάνικο κοινό εκείνης της περιόδου.

Η ταινία εξελίσσεται με κεντρικούς ήρωες τον Gaston και την Lily, ένα γλυκύτατο ζευγάρι. Δυο χαριτωμένους απατεώνες που μοιάζουν περισσότερο με δυο ενήλικα παιδιά, και μάλλον κάπως έτσι ο δημιουργός φαντάζεται και αποτυπώνει τους ενήλικους εκείνης της εποχής. Με μια γλυκύτατη ανωριμότητα και με βαθύτερη ανάγκη για παιχνίδι. Η Lily και ο Gaston επιδίδονται σε μικροκλοπές ή μεγαλύτερες κομπίνες κάτι που εκτός των βιοποριστικών λόγων καλύπτει την δίψα τους για φάρσα. Αυτό φαίνεται περισσότερο καθώς μαεστρικά και ξεκαρδιστικά ο Ernst Lubitsch παρουσιάζει αυτή την συμπεριφορά κλοπής των ηρώων στο παιδικό ερωτικό τους παιχνίδι, σε ένα χαριτωμένο φλερτάρισμα. Οι επιδόσεις στους στο άθλημα της αρπάγης ωστόσο είναι εντυπωσιακές, κάτι που τους εξισώνει ή ακόμα και τους υπερυψώνει σε σχέση με την μπουρζουαζία η οποία αποτελεί και τα θύματα τους ενώ ταυτόχρονα τους δίνει και την δυνατότητα να παριστάνουν κάποια υψηλότερα πρόσωπα. Αυτό το επάγγελμα λοιπόν θα τους φέρει μέσα στο παλάτι της Madame Mariette Colet όπου τα οφέλη είναι δεδομένα. Εκεί θα γνωρίσουν τους υψηλούς κοινωνικούς κύκλους οι οποίοι παρουσιάζονται το ίδιο αρπάγες αλλά στην κακόγουστη μορφή. Καθώς δεν υπάρχει ιεροτελεστία, δεν υπάρχει χάρη, υπάρχει μόνο απάτη! Όμως αυτό που γίνεται μες στο παλάτι είναι ένας απρόβλεπτος έρωτας. Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη, και η μεγάλη κυρία Colet ποθεί τον υπηρέτη της. Ανατρεπτικές στιγμές γέλιου θα παραχθούν από αυτό το ερωτικό τρίγωνο που δημιουργείται και κλιμακώνεται σε διάφορα επίπεδα.

Η ταινία με το κωμικότατο τρίο που υποδύονται οι Herbert Marshall, Kay Francis, Miriam Hopkins έχει να παρουσιάσει άκρως χιουμοριστικά σκετσάκια. Αλλά αυτό που κλέβει το ενδιαφέρον είναι η ερωτική ατμόσφαιρα που δημιουργείται, και μάλιστα σε μια ασφαλώς πιο συντηρητική περίοδο. Οι διάλογοι έχουν ένα εσωτερικό μυστήριο, και οι
εκφράσεις των γυναικών άλλοτε ποτισμένες με νάζι άλλοτε με τσαχπινιά και άλλοτε με ζήλια είναι αυτές που απογειώνουν το ερωτικό στοιχείο. Η ερωτική επαφή όμως δεν ολοκληρώνεται ποτέ, έτσι η ατμόσφαιρα παγιδεύεται στο εύθραυστο, στο λεπτό και στο εκρηκτικό της ερωτικής επιθυμίας, η οποία ωστόσο είναι μάλλον αναποτελεσματική και αδιόρατη στο θεατή, τις ελάχιστες φορές που ευδοκιμεί. Αυτό είναι και το μεγάλο στοίχημα που κερδίζει ο Ernst Lubitsch σε αυτό το ανατρεπτικό screwball.

Κάτι άλλο που θα ήταν άξιο αναφοράς είναι ο τρόπος που ο σκηνοθέτης διαχειρίζεται τον χρόνο. Η αφήγηση είναι κυρίως γραμμικότατη και σπανιότερα παράλληλη. Αυτό όμως που αποκτά ενδιαφέρον είναι η κινηματογράφηση ενός αντικειμένου διαφορετικές χρονικές στιγμές κάνοντας σαφή το πέρασμα του χρόνου. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, είναι η εμμονή του κάδρου σε ένα ρολόι δωματίου το οποίο από την αρχική ώρα τελικά μέσω ενδιάμεσων στιγμών οδηγείται 5-6 ώρες μπροστά. Όλο αυτό το διάστημα στον filmiko χρόνο της ταινίας συμβαίνουν διάφορα τα οποία ο σκηνοθέτης αποκρύπτει από τον θεατή.
Όμως πρωτίστως έχει φροντίσει να του δώσει τα απαραίτητα στοιχεία για να πλάσει την ιστορία με την φαντασία του!

Το Trouble In Paradise είναι κατά την γνώμη μου μια κλασσική ταινία που βλέπεται ευχάριστα μέχρι σήμερα. Προσωπικά πιστεύω πως τα screwball έχουν υποστεί μεγάλες αλλοιώσεις στο χρόνο, αλλά εδώ ο θεατής έχει αρκετούς λόγους για να γοητευτεί!
Βαθμολογία 7,5/10

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2008

Istoria 52


Σκηνοθεσία: Alexis Alexiou
Παραγωγής: Greece/ 2008
Διάρκεια: 97'

Ο Αλέξης Αλεξίου σε ένα ύφος που καθόλου δεν έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα, αυτό του μεταφυσικού-παράλογου cinema, καταφέρνει μια τουλάχιστον ενδιαφέρον ταινία. Τα μηνύματα είναι άκρως ενθαρρυντικά καθώς πρόκειται μόλις για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη και μάλιστα με ένα ελλιπές σενάριο!

Ο σκηνοθέτης μας λέει πως "Πολλές φορές το πιο δύσκολο μέρος για να μείνεις είναι το μυαλό". Σε λίγο θα έρθει η Ιστορία 52 να επιβεβαιώσει οπτικά την παραπάνω φράση. Τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα σε αυτή την ταινία είναι τέσσερα. Η πραγμάτωση μιας σχέσης, μια μετακόμιση, ένας πίνακας, και μια δολοφονία. Όλα τα άλλα είναι ετοιμόρροπα. Είναι ετοιμόρροπα γιατί βρίσκονται μέσα στο υποσυνείδητο που διαρκώς τροφοδοτεί το συνειδητό και το μυαλό του πρωταγωνιστή. Και όλα μέσα στην μεμβράνη του μυαλού του κάθε ατόμου είναι τόσο διαφανή, τόσο αδιόρατα. Και το μυαλό, που προσπελαύνει την πληροφορία με έναν τρόπο άλλοτε χαλιναγωγημένο και άλλοτε ανεξέλεγκτο έχει μια μοναδική ικανότητα να μετασχηματίζει και να μεταγράφει αλλόμορφα κάθε φορά τα αιωρούμενα γεγονότα. Ίσως στην προσπάθεια του να βρει λύτρωση, στην μάταιη προσπάθεια να ξεφύγει από τον εφιαλτικό τιμωρό που λέγεται μνήμη. Σε μια διαδικασία που μοιάζει πολύ με όνειρο που τροφοδοτεί την πραγματικότητα Μια πραγματικότητα πολύ αφηρημένη και εναλλασσόμενη. Άλλωστε όπως μας λέει ο Ιάσονας στην ταινία, η Ιστορία 52 είναι μια Ιστορία που ξεκινάει και όταν τελειώνει οδηγείται ξανά είτε στην αρχή είτε κάπου στην μέση. Δηλώνοντας έτσι το αναπόδραστο από τα μονοπάτια της σκέψης.

Έτσι η ταινία αναλώνεται στο να αναπαράγει αυτά τα διαφορετικά σενάρια του μυαλού. Σε ένα σενάριο που στερείται βάθους και ικανότητας να κλείσει τον μύθο. Όμως νομίζω πως εδώ ο Αλέξης Αλεξίου έκανε κάτι σημαντικό! Στην κινηματογραφική αργκό λέμε πως ένα καλό σενάριο μπορεί να σου εξασφαλίσει τουλάχιστον μια μέτρια ταινία, ένα ελλιπές σενάριο όμως δεν μπορεί παρά να σου δώσει μια αδιάφορη ταινία. Νομίζω παρά το ξεχειλωμένο του συγκεκριμένου σεναρίου, εδώ κατάφερε μια ενδιαφέρουσα ταινία. Και πως το έκανε αυτό; Με μια πολύ εμπνευσμένη σκηνοθεσία. Μια σκηνοθεσία κατά τις σκοτεινές γραφές του Lynch. Θα θεωρούσα τουλάχιστον βέβηλο να συγκρίνω τις δυο αυτές σκηνοθεσίες, αλλά ο Αλεξίου με απότομες αλλαγές στις λήψεις κάμερας, με τον τεμαχισμό των πλάνων σε άλλοτε κοντινά και άλλοτε μακρινά, με την χρήση των ηχητικών εφέ, την γοτθική χροιά του διαλόγου που σε βάζει εξ αρχής σε ένα μεταφυσικό σύμπαν, τα παραμορφωμένα κάδρα και ένα αριστοτεχνικό μοντάζ καταφέρνει να βάλει τον θεατή στον παράλογο κόσμο του ήρωα και να μπει και μαζί του σε αυτά τα σκοτεινά μονοπάτια του μυαλού. Ένα ακόμα θέμα που θα ήθελα να σχολιάσω είναι η πολύ εύστοχη επιλογή του ντουμπλαρίσματος του πρωταγωνιστή Γιώργου Κακανάκη με αυτή του Γιώργου Καραμίχου. Γιατί εκτός της αισθητικής αποτελεσματικότητας της φωνής του τελευταίου να εντρυφεί τον θεατή σε αυτό το σκοτεινό tempo της ταινίας, διαβλέπω και έναν υψηλότερο λόγο. Η φωνή δεν αντιστοιχεί σε ρεαλιστικό λόγο, αλλά στον απόηχο της σκέψης, κάτι που μαρτυρούν και τα σχεδόν κλειστά χείλη του πρωταγωνιστή. Και η φωνή που εκφέρει την σκέψη δεν είναι η φωνή σου, είναι μια φωνή που μοιάζει με την δική του...

Προσωπικά χάρηκα πολύ αυτή την ταινία. Γιατί πέρα από τις ορατές σεναριακές αδυναμίες
διέκρινα μια μεθοδευμένη και δυνατή σκηνοθεσία και μάλιστα από έναν νεοσύστατο στον χώρο σκηνοθέτη. Έτσι έχω κάθε λόγο να είμαι επιεικής μαζί του και να περιμένω με προσμονή την επόμενη ταινία του!
Βαθμολογία 7/10

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2008

Brute Force


Σκηνοθεσία: Jules Dassin
Παραγωγής: USA/ 1947
Διάρκεια: 98'

Ο Jules Dassin ήταν ωραίος σαν Έλληνας, αυτό μάλλον το ξέρουμε όλοι, αλλά ήταν πολύ ωραίος και σαν Αμερικάνος. Αυτό στα αλήθεια πόσοι το ξέρουμε; Και η προβληματική του ερωτήματος μου εντοπίζεται σε έναν γενικότερο προβληματισμό, που πολύ απλοϊκά θα διατυπονόταν με το ερώτημα "που πάνε οι ταινίες όταν γεράσουν;". Και δε μιλάω για καλλιτεχνική ή και δημιουργική γήρανση, όπου τότε είναι αναμενόμενο και ως ένα βαθμό θεμιτό να καταλήγουν στα κιτάπια της περιφρόνησης. Μιλάω καθαρά για "ηλικιακή" γήρανση. Δυστυχώς στις μέρες μας, μόνο ταινίες που έχουν καρπωθεί τα γενναιόδωρα λόγια της κριτικής παραμένουν κλασσικές και αντικείμενα προς εξερεύνηση στους νεότερους. Αντίθετα, άλλες ταινίες στις οποίες ανήκει και το Brute Force, όσο ξεμακραίνει ο χρόνος δείχνουν καταδικασμένες σε μια άτυπη μορφή περιθωρίου, θύματα τόσο της βιομηχανίας που σπρώχνει με κάθε μέσω ό,τι καινούριο, αλλά και της λοιπής έλλειψης ενδιαφέροντος-παιδείας του κοινού.

Και η ταινία όπως δηλώνει και ο τίτλος είναι μια ταινία για την κτηνώδη άσκηση της βίας. Θεωρείται ένα πρωτότυπο αστυνομικό δράμα στην εποχή του, που χαρακτηρολογικά συγγενεύει και με το νουάρ. Ο χώρος που εξελίσσονται τα πάντα είναι μια αντιπροσωπευτική φυλακή της Αμερικής. Ο Dassin όμως θέλει να αποφύγει τους μελοδραματισμούς, έτσι ελαφραίνοντας ποσοτικά την εμφάνιση της βίας, αλλά υποστηρίζοντας την ποιοτικά και κλιμακώνοντας την αυξητικά στο χρόνο μέχρι την τελική εκτίναξή της δια της φανέρωσης της κτηνωδίας και του απανθρωπισμού σε όλο τους το μεγαλείο, καταφέρνει να σκιαγραφήσει ταυτοχρόνως και ένα αναρχικό και ηχηρό για την εποχή κοινωνικό σχόλιο. Το πως η εξουσία είναι διατεθειμένη να ασκήσει οποιαδήποτε μορφή βίας με βάση την αλαζονική επιβολή της. Τόσο λεκτική, όπως την είδαμε στην συνομιλία των υπεύθυνων της φυλακής με τους ανωτέρους σε έναν καυστικό και φορτισμένο διάλογο, όσο σωματική που πρωταγωνιστεί στα ζωώδη ένστικτα του κινηματογραφημένου αστυφύλακα. Άλλωστε το δηλώνει ξεκάθαρα ο ιατρός που είναι και θετικός ήρωας της ταινίας "Ούτε φαντασία, ούτε εξυπνάδα, ούτε σχέδιο, μόνο βία, κτηνώδη βία" λέει στον αναμμένο αστυφύλακα λίγο πριν πέσει θύμα ενός ακόμα κρούσματος βίας. Η ατμόσφαιρα είναι πολύ δυνατή, έστω και αν η εικόνα επιστρατεύει για αυτό το αποτέλεσμα ένα πλήθος ηλεκτρισμένων και εφιαλτικών μουσικών κομματιών όμοιων με αυτά που συναντάμε κυρίως στο σύγχρονο cinema του μεταφυσικού και του παραλόγου.

Ωστόσο για να υπάρχει βία χρειάζονται και θύματα. Αυτοί είναι οι κρατούμενοι. Μια παλιά φωτογραφία μιας γυναίκας με φθαρμένα χαρακτηριστικά είναι η μόνη που τους θυμίζει ότι κάποτε ήταν άνθρωποι. Ο καθένας έχει την δική του ιστορία, η οποία δραπετεύει από τα συρτάρια του μυαλού και οι μνήμες τους ταξιδεύουν στο παρελθόν, στις μέρες που ανήκαν στη ζωή όσο τους ανήκε. Εδώ η γυναίκα δεν είναι η αντιπροσωπευτική γυναίκα-αράχνη των νουάρ, αν και ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την μοίρα των κρατουμένων. Η γυναίκα εδώ είναι μια κουκκίδα στο συνεχές των ανθρώπινων χαρακτηριστικών όπου η καθεμία έχει την δική της θέση. Και συναντάμε από την πανούργα γυναίκα μέχρι την αδικημένη και την εντελώς αδυνατισμένη στο στίβο της ζωής. Η ιστορία ρέει αυθόρμητα χάρις το κοφτό αφηγηματικό μοντάζ αλλά και το έντονο διαλεκτικό κομμάτι. Και εμείς θα γίνουμε μάρτυρες μιας δίψας για καλύτερες μέρες που συντονίζεται από τον παρορμητικό, σπλαχνικό αλλά και οραματιστή ήρωα, που μεστά υποκρίνεται ο σπουδαίος Burt Lancaster. Το τέλος σκοτεινό, έρχεται να φιμώσει κάθε αισιοδοξία και ο Dassin έμμεσα πετάει το μπαλάκι στο θεατή με ένα τέχνασμα βγαλμένο από τις αρχαίες τραγωδίες κατά το οποίο ο ιατρός συνδιαλέγεται με το κοινό στο οποίο μετατοπίζει ευθέως την προβληματική της ταινίας! Τελικά κανείς δεν μπορεί να αποδράσει από την βία, γιατί και ο καθένας τρέφεται με τα κτηνώδη ένστικτά της...

Αξίζει κανείς να δει αυτή την ταινία! Όχι μόνο ως φόρο τιμής στον προσφάτως χαμένο Dassin αλλά και για να μυηθεί σε ένα cinema μιας άλλης εποχής που νομίζω πως παραμένει μοντέρνο μέσα από το αλλιώτικο του, ακόμα και σήμερα.
Βαθμολογία 8,5/10

Τρίτη, 15 Απριλίου 2008

Passion de Jeanne d'Arc, La


Σκηνοθεσία: Carl Theodor Dreyer
Παραγωγής: France/ 1928
Διάρκεια: 88'

Παρακολούθησα αυτή την ταινία στα πλαίσια ενός εκ των πολλών σινεφιλικών αφιερωμάτων της αξιαγάπητης πλέον New Star. Αν και μας τα χάλασε η αρρυθμία του υποτιτλισμού στο πρώτο δεκάλεπτο, η ταινία ήταν εκπληκτική σε όλο το εύρος. Ούτε ψίθυρος δεν ακουγόταν στον σχεδόν γεμισμένο κινηματογράφο του Ίλιον. Αναλογιζόμενος πως πρόκειται για βουβή ταινία αυτό αποδεικνύει την δυναμική της ταινίας να εισβάλει στα ενδότερα του θεατή.

Ο Carl Theodor Dreyer, αυτός ο μεγάλος ψυχογράφος του κινηματογράφου, έχοντας στα χέρια του τα αντίγραφα της δίκης της Ιωάννας της Λορένης θα προβεί στην αναπαράστασή της. Όχι όμως δια μέσω της εμμονοληπτικής καταγραφής γεγονότων και συμβάντων. Άλλωστε και ο ίδιος είχε αποκηρύξει αυτή την τυχαιότητα της έκφρασης των εξωτερικών γεγονότων. Εστιάζει στον άνθρωπο, στα πρόσωπα και ποτίζει τον φακό με τις συναισθηματικές εκκρίσεις των ηρώων του, αυτές τις βαθύτερες αλήθειες. Και κυρίως της ηρωίδας του, της Maria Falconetti, που ερμηνεία με τέτοιο συναισθηματικό βάθος δύσκολα θα συναντήσουμε στον βουβό αλλά και στον μεταγενέστερο κινηματογράφο. Γιατί σκοπός της κάμερας εδώ είναι να ξεγυμνώσει την ψυχή από την ύλη. Να ρίξει τόσο φως σε αυτό το άυλο της ψυχής, και να καταστήσει την ταινία ως μέσω μετάδοσης συναισθημάτων, σκέψεων και ευρύτερων εσωτερικών γεγονότων. Στην καταγραφή μιας ολοκληρωτικής και καθαρτήριας αλήθειας των ατόμων που μέσα από ένα εύρος στιγμών καταρτίζει το καθολικό της πορτραίτο.

Η ταινία έχει ως αφετηρία τις απαρχές της δίκης της Γαλλίδας Ιωάννας και εκτείνεται ως τον σφαγιασμό της δια της πυράς. Ο Dreyer εκτός όλων των άλλων διαχειρίζεται άψογα και την διάσταση του χρόνου, όπου καταφέρνει να περάσει όλο το εύρος των χρονικών σε μια πλήρως εναρμονισμένη χρονικά ταινία. Η κάμερα απ' την αρχή μας πληροφορεί για την ικανότητα της στο να βυθίζει τον θεατή σε άκρως ψυχολογικά φορτισμένες ατμόσφαιρες. Με τις γωνίες λήψεις να αλλάζουν διαρκώς καταφέρνουν κάτι μεγαλύτερο από το να δηλώνουν την θέση των υποκειμένων. Οι ιεροεξεταστές, ένα πλήθος τυράννων κινηματογραφώνται από χαμηλωμένες λήψεις της κάμερας. Έτσι αποτυπώνεται η δύναμη της θέσης τους απέναντι σε αυτή της Ιωάννας η οποία κινηματογραφείται από ακριβώς αντίθετες γωνίες. Εκτός όμως από τις λήψεις οι κινήσεις της κάμερας αποθανατίζουν σε όλο τους το εύρος το έκφυλο, το ανήθικο, το βδελυρό, την πονηράδα, το κακεντρεχές, τον εγωκεντρισμό, την φλεγματική άσκηση της "Θεόσταλτης" εξουσίας τους, μυώντας τον θεατή σε έναν ψυχολογικό εφιάλτη. Από την άλλη όμως ο θεατής θα βρει λίγο φως στο ευγενικό πρόσωπο της ηρωίδας. Θα ταυτιστεί μαζί της και με τα πάθη της, και θα την ακολουθήσει στην αναπόφευκτη μοίρα της. Και είναι αυτό το πρόσωπο της Maria Falconetti που με την ερμηνεία της περιέχει μια τεράστια γκάμα συναισθημάτων. Η αθώα και η αγνή παιδική ψυχή της παραδομένη στην εκφυλισμένη διαφθορά των ανωτέρων της. Τώρα ο εφιάλτης δεν μπορεί παρά να διασταλεί στις πιο αιχμηρές του νότες για τον θεατή που συμπάσχει στο πλευρό της ηρωίδας. Και πρέπει να πιστώσουμε στον δημιουργό πως καταφέρνει να φτιάχνει τέτοια ατμόσφαιρα χωρίς την χρήση του παραμικρού ήχου! Κάτι αδιανόητο βάση των σημερινών δεδομένων.

Ο Dreyer με αυτή την ταινία έκανε πάλι ένα μικρό θαύμα. Κατάφερε με τις υπερυψωμένες και τις χαμηλωμένες λήψεις να δώσει μια δυσανάλογα τεράστια μορφή στα υποκείμενα σε σχέση με τα σκηνικά, ενώ και η εξπρεσιονιστική χρήση διαφόρων φωτισμών κατάφερε να ολοκληρώσει το έργο της μύησης στον ψυχικό κόσμο των ηρώων αποκόπτοντας τους ουσιαστικά από την σάρκα τους. Οι αδιάκοπες κινήσεις της κάμερας θα οδηγήσουν ως το καθαρτήριο finale αυτής της "επίπονης" παρακολούθησης, και πέρα από την τρομερή άσκηση ύφους θα καταφέρει να διαστείλει και να υπερβεί τα όρια της εικόνας. Έτσι αυτό το βουβό κομψοτέχνημα 80 χρόνια μετά την δημιουργία του δεν χάνει τίποτα από την μέρα της γέννησης του.
Βαθμολογία 10/10

Κυριακή, 13 Απριλίου 2008

Fälscher, Die


Σκηνοιθεσία: Stefan Ruzowitzky
Παραγωγής: Austria / Germany/2007
Διάρκεια: 98'

Ο Αυστριακός Stefan Ruzowitzky με φόντο την αληθινή ιστορία παραχάραξης, των γερμανικών στρατοπέδων εξόντωσης κατά την διάρκεια του Β' Παγκόσμιου πολέμου και στον απόηχο της θρυλικής επιχείρησης Bernhard, καταφέρνει να υλοποιήσει ένα συγκινητικό θρίλερ που του απέμεινε και το oscar καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Ωστόσο από αυτή την κατηγορία αδικαιολογήτως εξέλειψαν κάποια πραγματικά αριστουργήματα. Βέβαια αυτό το αδικαιολογήτως πολύ δικαιολογημένο μου φαίνεται από τα κίνητρα της Αμερικάνικης Ακαδημίας, κάτι για το οποίο δεν θα ήθελα να επεκταθώ σε αυτό το κείμενο.

Καθώς η μπομπίνα αρχίζει να ξετυλίγει το film ο θεατής βρίσκεται μπροστά σε μια εξαιρετική σεναριακή δέση του μύθου. Ο λόγος είναι σχεδόν απών, ο παραχαράκτης και ήρωας μας ο Salomon Sorowitsch αποκαλύπτεται δια μέσω επινοητικότατων πλάνων, ενώ η εξ αρχής εμφάνιση του χρήματος και της εκπορνοποίησης του έρωτα μας πληροφορούν για τις αξίες, ή για την πτώση αξιών αυτού του κόσμου. Η ιστορία ξετυλίγεται και ο θεατής καλείται να περάσει το πρωταρχικό σοκ μιας μάλλον "αλλοιωμένης" εικόνας στρατοπέδου εξόντωσης, όπου η βία άλλοτε υπονοείται και άλλοτε απεικονίζεται με ωμότητα. Αφού λοιπόν περάσει την πρώτη αυτή δοκιμασία, μεταφέρεται στο "τυπογραφείο" παραχάραξης όπου συγκεντρώνονται ειδικευμένοι στον τομέα κρατούμενοι, που καλούνται να συνεργαστούν με τις Γερμανικές φασιστικές αρχές ώστε να παρατείνουν την "κακοποιημένη" τους ζωή. Έτσι θα αρχίσουν να παραχαράσουν αγγλικά και Αμερικάνικα νομίσματα.

Η κάμερα παρακολουθεί κυρίως τους κρατούμενους που στην "νόμιμη" φυλακή διαπράττουν το μεγαλύτερο έγκλημα της ζωής τους, αυτό της μαζικής πλαστοποίησης νομισμάτων. Έτσι ο Αυστριακός σκηνοθέτης αμφισβητεί τους νόμους οι οποίοι εντάσσονται στην σφαίρα συμφερόντων των εκάστοτε εξουσιαστικών φορέων. Όμως η ραχοκοκκαλιά της ταινίας εξελίσσεται μέσα από ένα άλλο καίριο και αιώνιο δίλημμα: "Την απάρνηση πιστεύω και αξιών καθώς και την προσαρμογή στην υπάρχον ανήθικη πραγματικότητα με σκοπό μια ευνοϊκότερη θέση στην δυσώδη αυτή ζωή ή την δια βίου υπεράσπιση ιδεών και αξιών οι οποίες αποσκοπούν σε έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο;". Η εμπειρία μας από την ζωή καθώς και η εκτενέστερη παρακολούθηση της ιστορίας συγκλίνουν προς το πρώτο σκέλος του διλήμματος. Οι άνθρωποι διεφθαρμένοι από την πραγματικότητα αναζητούν την ευημερία(;) μιας βολεμένης ζωής. Ο σκηνοθέτης ωστόσο εδώ χλευαστικά καταδεικνύει αυτή την βολεμένη ζωή για τους κρατούμενους ως μια απλή επιμήκυνση του θανάτου τους και ως μια ελαφρώς μαλθακότερη αντιμετώπιση από τους διοικητές τους. Οι κρατούμενοι ωστόσο με επικεφαλής τον Salomon, που μοναδικά υποδύεται ο αδυσώπητος και εκφραστικότατος Karl Markovics, θα αναζητήσουν την βολικότερη ζωή. Ο Salomon καταφέρνει να ενσαρκώνει κατά αυτό τον τρόπο τόσο τον υπερήρωα όσο και τον αντιήρωα της ταινίας. Είναι αυτός που σώζει τους συγκρατούμενους του μέσω των αναμφισβήτητων ικανοτήτων του αλλά και αυτός που τους καθοδηγεί σε έναν ανήθικο τρόπο ζωής. Σε έναν τρόπο ζωής που αντίθετο βρίσκει μόνο τον Adolf Burger ο οποίος μέλλει να δικαιωθεί μέσω του μελοδραματικά και ουτοπικά υφανμένου finale.

Η κινηματογράφηση ακολουθεί τους κρατούμενους που καταφέρνουν να φορτίζουν διαρκώς την ατμόσφαιρα. Κυρίως με τις αριστοτεχνικές γωνίες λήψεις αλλά και τις αδιάκοπες κινήσεις της κάμερας. Ενώ ακόμα εξαιρετική αναφορά χρήζει και ο τρόπος που διαχειρίζεται την βία. Εκεί που χάνει όμως το στοίχημα η ταινία είναι στους ήρωες. Αποφασίζει να τους παρακολουθήσει χωρίς να κρατήσει τις παραμικρές αποστάσεις ενώ και η επίπεδη μορφή όλων των ηρώων εξαιρουμένου του πρωταγωνιστή καθιστά τα νοήματα εντελώς "ξύλινα". Οι διοικητές της φυλακής ερήμην βάθους αναδύουν μια παιδιάστικη εικόνα κακού και οι οποιεσδήποτε αντιπαραβολλές με τον "βολικό" τρόπο ζωής διαφαίνονται περισσότερο ως μια κομουνιστική προπαγάνδα παρά μια βαθύτερη διακήρυξη αξιών. Ακόμα, το απλοϊκότατο και άνευ επιχειρημάτων twist του πρωταγωνιστή δεν μπορεί να οδηγήσει τον θεατή στην πολυπόθητη κάθαρση. Έτσι έχω την αίσθηση πως τελικά η ταινία υπολείπεται του αρχικού οράματος της, παρά την μεστή τεχνικά κινηματογράφηση.

Όπως είπα και στην αρχή αυτή η ταινία αδίκως κατά τη γνώμη μου πήρε το ξενόγλωσσο oscar, όχι γιατί δεν πρόκειται για καλή ταινία αλλά σε καμία περίπτωση για την καλύτερη! Επίσης πολύ μου θύμισε το αριστουργηματικό περσινό "οι ζωές των άλλων" αλλά από την ανάποδη πλευρά και σε μια εμφανώς πιο πρόχειρη δουλειά. Επίσης πολλά κοινά βρίσκω και στις αριστουργηματικές ερμηνείες των ηρώων των δυο ταινιών, μόνο που ο μακαρίτης Ulrich Mühe υπερτερεί κατά την γνώμη μου του Karl Markovics κυρίως λόγω της συγγραφής των ρόλων.

Κάτι που ακόμα θα ήθελα να θίξω βλέποντας αυτή την ταινία είναι το θέμα ταινιών εποχής. Νομίζω πως τα τελευταία χρόνια έχουν ανέβει εμφανώς τα ποσοστά των ταινιών εποχής που δημιουργούνται κάτι που το θεωρώ αποθαρρυντικό. Γιατί πέρα από την νοσταλγική φύση του παρελθόντος, υποδηλώνει μια στειρότητα της σημερινής εποχής να εντρυφήσει κάποια καλλιτεχνικά οράματα στους εκάστοτε σεναριογράφους-σκηνοθέτες. Και αυτό το θεωρώ επώδυνο για την Τέχνη, η οποία εκτός των άλλων έχει ως αποστολή να καταδείξει οδούς και δρόμους στον σύγχρονο άνθρωπο. Άλλωστε η Τέχνη έχει ένα μοναδικό τρόπο να επικοινωνεί ακριβέστερες και μειοψηφούσες μορφές ζωής στην εκάστοτε πραγματικότητα.
Βαθμολογία 6/10

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2008

Kurze Leben des José Antonio Gutierrez, Das


Σκηνοθεσία: Heidi Specogna
Παραγωγής: Germany / Switzerland / 2006
Διάρκεια: 90'

Ο Heidi Specogna υπηρετώντας ένα είδος, αυτού του καλλιτεχνικού ντοκιμαντέρ, μοιάζει σχεδόν καταδικασμένος να παραμείνει ολότελα άσημος. Ωστόσο νομίζω πως το έργο του, το ύφος του αλλά και η αισθητική του σε αυτή την ταινία κάθε άλλο παρά αδιάφορα είναι! Αυτή είναι μια ταινία για την σύντομη ζωή του Jose Antonio Gutierez. Η ιστορία έγραψε: "Jose Antonio Gutierez: Ο 22χρονός πεζοναύτης από την Γουατεμάλα ο οποίος αποτέλεσε την πρώτη απώλεια των Αμερικάνικων στρατευμάτων, κατά την πολεμική εκστρατεία τους εναντία του Ιράκ".

Όμως ο Heidi Specogna αποφάσισε να εμβαθύνει πέρα από αυτή την ατιμωτική ταφοπλακική αναφορά της ιστορίας και να εστιάσει στην αληθινή ζωή του Jose Antonio Gutierez. Έτσι θα αναμοχλεύσει το παρελθόν του έχοντας ως μοναδικά στοιχεία δυο φωτογραφίες. Μια από τα παιδικά του χρόνια και μία κατά την στράτευση του. Ποια όμως ήταν η αληθινή ζωή του πεζοναύτη από την Γουατεμάλα; Ο Specogna παρά το ασαφή και το απροσδιόριστο των πηγών του(στις οποίες εντάσσονται κυρίως κάποιες ανάδοχες οικογένειες και η εν διάσταση αδερφή του) αποφεύγει διακριτικά την παγίδα της σύνθεσης μιας αγιογραφίας. Αντίθετα μένει αντικειμενικός παρατηρητής και καταφέρνει μέσα από την δυσμενή ζωή του ήρωα να καταδείξει μια γενική πραγματικότητα. Από το ειδικό δηλαδή να αναδείξει το συλλογικό μέσα στον υπαρκτό κόσμο.

Ο Jose Antonio Gutierez λοιπόν ήταν ένα παιδί που κλήθηκε άμεσα να ενηλικιωθεί. Την εποχή της γενοκτονίας των Μάγια καλείται να βρει μια διέξοδο, έναν χώρο για να ζήσει. Το μόνο που έχει είναι η γη που πατάει, μόνο που και αυτή χάνεται στο επόμενο βήμα. Ζει στους δρόμους από πολύ παιδική ηλικία, μαθαίνει να αφουγκράζεται τον άνεμο, να θαμπώνεται από τα φώτα των αυτοκινήτων και το μόνο που έχει είναι να ελπίζει πως μια μέρα ο ουρανός θα δώσει ένα μικρό χώρο, ένα σύννεφο για να στεγάσει και αυτός τα όνειρα του, το δικό του αστέρι. Η επιβίωση του εξαρτάται από την φιλάνθρωπη κίνησή σου, από την δική του ευστροφία και προσαρμοστικότητα και την ικανότητα να "μιλάει" την γλώσσα του δρόμου. Όσο μεγαλώνει, παρά την εύρεση της αδερφής του, κανένα χαμόγελο δεν μπορεί να σκεπάσει την ανέχεια του. Αποφασίζει και αυτός τον μακρύ δρόμο της μετανάστευσης. Το παιχνίδι μεταξύ ζωής και θανάτου πάνω από τις άγνωστες ράγες των τραίνων τον βρίσκει ζωντανό. Παρά τις συχνές επισκέψεις στην φυλακή, καταφέρνει να κερδίσει μια θέση στην χώρα της Αμερικής. Εκεί αντιλαμβάνεται πως το μόνο παράθυρο για μια αξιοπρεπή ζωή είναι η κατάταξη στο στρατό. Το οποίο και πράττει. Είναι λοιπόν ο Jose άλλος ένας σου γείτονας; Ναι είναι. Είναι άλλο ένα θύμα των κοινωνικών ανισοτήτων που καλείται να πιστέψει και ολομόναχο να κυνηγήσει ένα πιο ηλιόλουστο αύριο.

Η επιτυχία του ντοκιμαντέρ είναι πως όλα τα παραπάνω τα περνάει με την ελάχιστη κριτική διάθεση. Και είναι τεράστιες οι ευκαιρίες που δύναται να ηθικολογήσει! Όμως τις απορρίπτει όλες και μένει πιστό στην δύναμη της εικόνας, αυτής με την οποία τροφοδοτεί το κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ. Και ο θεατής μέσα από τις εικόνες, απαλλαγμένος από το "Θεόσταλτο" voice over, καλείται να ανακαλύψει την αλήθεια πίσω από το πανί. Ο σκηνοθέτης μένει πιστός λοιπόν στο οδοιπορικό ανίχνευσης της αληθινής ιστορίας του ήρωα του περνώντας πάνω από κραυγαλέα θέματα όπως η μετανάστευση, τα θύματα των τραίνων, ο στρατόκαυλος στρατός κλπ. Όμως όλα τα αντιμετωπίζει με μια αποστασιοποιημένη διάθεση, με σεβασμό προς τον ήρωα του. Άλλωστε αυτός μόνο το ενδιαφέρει. Τελικά το μόνο που μένει είναι πως τα πάντα κερδίζονται με την ζωή. Αν και ο Jose Antonio Gutierez που μετά τον θάνατο του αναγνωρίστηκε ως Αμερικανός υπήκοος κατάφερε ό,τι κατάφερε μόνο μετά τον θάνατό του. Με τον οποίο θάνατο εξασφάλισε σε οποιονδήποτε αλλοεθνή που κατατάσσεται στον Αμερικάνικο στρατό να του αναγνωρίζεται αυτόματα η Αμερικάνικη υπυκοότητα!

Για μένα όμως η ταινία αποτελεί έναν αγώνα κατά της τσούλας της ιστορίας. Αυτής της ταφοπλακικής ιστορίας που δεν χωράει μόνο παρά δυο αράδες για τον καθένα μας. Λέξεις στερεοτυπικές, επιγραφές στιγμιαίες που υπό το βάρος του χρόνου σβήνουν την αλήθεια μιας ολόκληρης ζωής. Της ιστορίας που φθείρει την πραγματικότητα των νοημάτων και του χρόνου, της ιστορίας που αρέσκεται στο να απομονώνει μια στιγμή και να ντύνει με αυτή ολόκληρο το παρελθόν. Όχι αγαπητή ιστορία ο Jose Antonio Gutierez δεν ήταν ο 22χρονός από την Γουατεμάλα και πρώτος νεκρός στον πόλεμο Αμερικής Ιράκ. Ο Jose Antonio Gutierez ήταν ένας άνθρωπος, και αν εσύ καταναλωτή των επιγραφικών ειδήσεων ενδιαφέρεσαι πραγματικά στο να μάθεις τότε άρχισε να ερευνάς. Και για αρχή ξεκίνησε με αυτή την ταινία!
Βαθμολογία 8/10

Graine et le mulet, La


Σκηνοθεσία: Abdel Kechiche
Παραγωγή: France/ 2007
Διάρκεια: 151'

Ο Abdel Kechiche βρήκε πρόσφορο έδαφος, σε αυτό της Γαλλίας, για να εξαργυρώσει τις επιταγές για τους κοινωνικά ασθενέστερους αποικιακούς πληθυσμούς. Έτσι λοιπόν σε ένα λιμάνι του Νότου, μας παρουσιάζει την υποβαθμισμένη συνοικία πληθυσμών μεταναστών οι οποίοι πασχίζουν και επιτυγχάνουν μετά κόπων και βασάνων μια αξιοπρεπή ζωή.

Σε αυτό το πρώτο μέρος δυο είναι οι κύριες αφηγηματικές πηγές: το φαγητό και ο διάλογος. Το φαγητό όμως εδώ το συναντάμε με έναν πιο παραδοσιακό τρόπο. Οι άνθρωποι
το εκτιμούν περισσότερο υπό τον ιδρώτα της εύρεσης του, ενώ η ώρα της κατανάλωσης μετατρέπεται σε μια πανανθρώπινη οικογενειακή ιεροτελεστία! Η φύση της καθαυτής γευστικής απόλαυσης ή της απλής ανάγκης συντήρησης τις οποίες συναντάμε στις σύγχρονες κοινωνίες παραμερίζονται. Εδώ υπάρχει μια βαθύτερη αιτία απόλαυσης. Παρατηρούμε την προλεταριακή οικογένεια και τα ισχυρά εσωτερικά δεσμά της μέσα από το φαγητό, το οποίο είναι προϊόν μητρικής αγάπης και φροντίδας παρά συνήθης τυποποιημένης παρασκευής. Οι ήρωες μας πάνω από γεμάτα πιάτα απολαμβάνουν την τροφή μα πιότερο απολαμβάνουν τον διπλανό τους. Για τον οποίον τρέφουν μια βαθύτερη εκτίμηση υπό την σφραγίδα ενός είδους υπό εξαφάνιση, της ενωμένης οικογένειας.

Η δεύτερη πηγή αφήγηση είναι ο λόγος. Αν το φαγητό είναι αυτό που καλείται να δώσει τα ανθρώπινα χρώματα στο πορτραίτο των μεταναστατικών πληθυσμών ο λόγος είναι αυτός που θα φωτογραφίσει την κοινωνική τους ταυτότητα. Ο ανάστατος λόγος των προσώπων, εκφερόμενος πάντοτε σε υψηλές εντάσεις, μιας άλλοτε ρηχής ή επιθετικής φύσης είναι αυτός που καλείται να ξεδιπλώσει την ανάστατη φύση των προλετάριων στο στίβο της κοινωνίας. Μια ζωή ποτισμένη με νευρικότητα και άγχος που αδυνατεί μια υγιή θέση στο κοινωνικό σύνολο. Μια ζωή καταδικασμένη στο να μάχεται και να μάχεται να γιάνει τις άδικες ανισότητες. Και όλα αυτά αντικατοπτρίζονται στον λόγο, στο εντόνως δραματικά φορτισμένο διαλεκτικό κομμάτι που υπερτονίζουν το άτοπο εξωτερικής μα και εσωτερικής γαλήνης!

Έτσι το πρώτο κομμάτι πορεύεται πάνω σε αυτά τα συστατικά, και έχει ως σύμμαχο στα αρτίως αισθητικά πλάνα του τις πάμπολλες κοινωνικές αναφορές. Ο ήρωας μας ο Slimane είναι ένας 60αρης που απολύεται από την δουλειά του. Καταστρώνει ένα επιχειρηματικό σχέδιο με την θετή του κόρη για ένα "υδρόβιο" εστιατόριο. Αυτό το σχέδιο είναι η φόρμουλα για να περιπλανηθούμε στην λαίλαπα της γραφειοκρατίας. Ακόμα υπάρχουν και πάμπολλες άλλες αναφορές, όπως το εργασιακό-κοινωνικό πρόβλημα της τρίτης ηλικίας- που συνθέτουν ένα πυκνό και ρεαλιστικό μωσαϊκό της περιγραφέν κοινωνίας!

Το δεύτερο κομμάτι της ταινίας όμως θα ακολουθήσει μια εντελώς διαφορετική στρατηγική που θα θέσει σε κίνδυνο τον "εσωτερικό χρόνο" της ταινίας. Η αλλαγή είναι η εξής: ο σκηνοθέτης μετατοπίζει τους δραματουργικούς άξονες. Από τις κοινωνικές αναφορές το βάρος πέφτει μάλλον στους απροετοίμαστους χαρακτήρες που καλούνταν να φέρουν σε πέρας
τη μακρόσυρτη σεκάνς της πρόβας του εστιατορίου μπρος στην "ύπουλα διπλωματική" μπουρζουαζία. Ακόμα παραμερίζεται και το στιβαρό κοινωνικό πρόσωπο της ταινίας που ήταν η τροχάμαξα όσων είχαν προηγηθεί. Πλέον κόντρα στους σαφώς και εμβάθως προσδιορισμένους προλετάριους έρχεται μια στερεοτυπική και ελλιπής αναπαράσταση της μπουρζουαζίας Και η ταινία θα κινηθεί βάση μιας πλειάδας κρίσιμων σκηνών. Τελικά όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα το πλήξιμο του εσωτερικού χρόνου της ταινίας.

Εδώ όμως ας ξεκαθαρίσω τι εννοώ με τον όρο του εσωτερικού χρόνου. Χονδρικά εννοώ το πόσο αντέχει ένα πλάνο στα μάτια του θεατή. Μια αντοχή που σχετίζεται ολοφάνερα με αυτό που έχει προηγηθεί. Δηλαδή δεν μπορείς να βάλεις σε μια ταινία όπως το 4 μήνες 3 εβδομάδες και 2 μέρες ένα πλάνο σε ταχύτητα αυτών που έχει το seven ούτε το αντίθετο.
Σε γενικές γραμμές εσωτερικός χρόνος είναι η συνέπεια της ταινίας στην αναπαράσταση των σκηνών ώστε το σύνολο να σφύζει συνοχής και αρμονίας. Κάθε ταινία μπορούμε να πούμε πως έχει έναν ξεχωριστό και μοναδικό εσωτερικό χρόνο. Μια παράμετρος που δεδομένης της αλλαγής που ανέφερα στην συγκεκριμένη ταινία φαίνεται προβληματική.

Παρ' όλα αυτά η ταινία βρίσκει την δύναμη να σταθεί στο ύψος της και να πραγματοποιήσει ένα λυρικότατο και στοχαστικότατο finale. Ο αγχωμένος ήρωας μας ταπεινωμένος κυνηγάει τα αλητόπαιδα που του έχουν κλέψει το μηχανάκι μέχρι την τελική του ήττα, οι κοστουμαρισμένοι ζάπλουτοι κύριοι βρίσκονται πεινασμένοι στο εστιατόριο, ένας άστεγος είναι ο μοναδικός που γεύεται το πολυπόθητο κους κους, ενώ η αναταραχή στο εστιατόριο οδεύει προς ύφεση χάρης το τολμηρό των πράξεων των δυο κυριών που βρίσκονται έξω από την "θεσμοθετημένη" οικογένεια. Όλα αυτά συνδέονται με τον μαεστρικό αρχικό λόγο περί αγάπης, της πρώτης γυναίκας του Slimane. Τελικά όπως φαίνεται μόνο η αληθινή αγάπη, και η απαλλαγή από τα λανθάνουσα κοινωνικά πρότυπα είναι αυτά που μπορούν να εξυψώσουν τους προλετάριους...
Βαθμολογία 6,5/10

Τρίτη, 8 Απριλίου 2008

Five Easy Pieces


Σκηνοθεσία: Bob Rafelson
Παραγωγής: USA/ 1970
Διάρκεια: 98'

Αυτή η αδίκως άγνωστη ταινία του Bob Rafelson έμελλε να συνθέσει ένα ακριβή κοινωνικό κάδρο πάνω στην Αμερικάνικη πραγματικότητα της εποχής. Ωστόσο είναι πάντως χρόνου καθώς δεν εστιάζει στην επιφανιακότητα των γεγονότων αλλά περιπλανιέται σε βάθος στην αποκρυπτογράφηση των πάντα επίκαιρων τάσεων!

Ο Jack Nicholson μετά το ευρέως γνωστό Easy Rider αναλαμβάνει για πρώτη φορά πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή την ταινία. Η ερμηνεία του είναι παραπάνω από εκπληκτική, νομίζω για όσους έχουν δει την ταινία είναι καταφανέστατο. Καταφέρνει σε έναν ρόλο πιο μινιμαλιστικό από αυτούς που τον έχουμε συνηθίσει να εξωτερικεύει όλη την εσωτερική ένταση του ήρωα του και να δίνει μια αντιπροσωπευτική εικόνα του τότε κόσμου που βρισκόταν χαμένος ανάμεσα στις παλιές και τις νέες αξίες. Νομίζω πως είναι περιττό να μιλήσω άλλο για αυτή την ερμηνεία, απλά δείτε τον, και αν δε συμφωνήσουμε πως πρόκειται για την καλύτερη ερμηνεία του(εγώ πολύ σιωπηλά και επιφυλακτικά το πιστεύω) σίγουρα θα συμφωνήσουμε πως πρόκειται για μια από τις καλύτερες του!

Ο Bob Rafelson εδώ κάνει ένα αμιγώς κοινωνικό cinema. Όπλο του δεν είναι ο κοινωνικός ρεαλισμός, τουλάχιστον σε πρωτεύοντα επίπεδο, αφού το cinema του είναι κυρίως αφηγηματικό. Άλλωστε πολλές από τις παρουσιάσεις του, πολύ λιγότερο τότε και περισσότερο σήμερα κινδυνεύουν να χαρακτηρισθούν ως κλισέ. Για να μην παρεξηγηθώ μιλάω για τις πρώτες εικόνες που παρακολουθούμε την ταχύρρυθμη ζωή της πόλης. Όπλο του λοιπόν είναι η γραμμικότητα και η εξελικτική δομή της αφήγησης που στο εύρος της καταπιάνεται με ένα σύνολο εντελώς διαφορετικών ατόμων επηρεασμένων από διαφορετικές ιδεολογικές πηγές.

Ο Robert που υποδύεται ο Jack Nicholson σε αυτό το road movie, είναι ένας νέος που έχει αρνηθεί τις ρίζες του και την ευκολία ενός έτοιμου και χτισμένου κόσμου για να γνωρίσει την αλήθεια της πόλης και την μάλλον "κενότητα" του Αμερικάνικου όνειρου. Η ευφυΐα του και η αντίληψη του τον καθιστά ανώτερο σε οποιοδήποτε χώρο. Στην πόλη φαίνεται εγκλωβισμένος στο να πνίγει τις σκέψεις του, τον εαυτό του κάτω από την αέναη δίψα για διασκέδαση. Μια διασκέδαση που υλοποιείται από τους υποδειγμένους δρόμους της κοινωνίας. Είτε δηλαδή με την ερωτική ικανοποίηση, είτε με την glamour μορφή του "Αμερικάνικου" τρόπου ζωής. Δίπλα του έχει την επιμελώς θυληκή και απαραιτήτως ανάλαφρη γυναίκα η οποία ολοκληρώνει το image του. Ωστόσο καταλαβαίνει και ο ίδιος πως δεν τον γεμίζει αυτή η ζωή, και με πρόσχημα την σοβαρή ασθένεια του πατέρα του θα αναζητήσει μια άλλη στα πιο γαλήνια μέρη του πατρικού του.

Στο road trip του αντιήρωα, ο Bob Rafelson θα τοποθετήσει μαεστρικά την κρίση του απάνω στις σύγχρονες κενές αξίες της Αμερικής. Θα τοποθετήσει εκεί δυο αντιδραστικές γυναίκες οι οποίες κατακρίνουν τα πάντα τροφοδοτούμενες τόσο από τον ορθολογισμό αλλά και ένα φλογισμένο πάθος που τις έχει συνεπάρει και τις στερεί την αντικειμενικότερη κρίση. Και οι δυο αηδιασμένες από την ζωή θα αναζητήσουν κρησφύγετο στην μοναχική και "αμόλυντη" Αλάσκα. Εκεί ίσως καταφέρουν να απεγκλωβιστούν από τον κόσμο που φτιάχνουν τα αφεντικά.

Καθώς ο Robert φτάνει στο πατρικό του είναι διατεθειμένος να ανακαλύψει την ζωή που άφησε. Θα αποχαιρετίσει προσωρινά την ερωμένη του η οποία συμβολίζει την υπάρχουσα ζωή για μια άλλη. Στο πατρικό του θα νιώσει ξένος αρχικά. Δεν μπορεί να καταλάβει τους ανθρώπους που έμειναν πιστοί στις παραδοσιακές αξίες. Όμως θα ανακαλύψει πως και εδώ οι άνθρωποι δεν έχουν κάτι βαθύτερο να επιδείξουν πέρα από τις προσωπικές τους αδυναμίες. Σταδιακά θα αποκαλύψει πως οι άνθρωποι παρά την επιφάνια του προσωπείου τους μοιάζουν εξαιρετικά. Απλά προσαρμόζονται στις υπάρχουσες συνθήκες του εκάστοτε κοινωνικού συνόλου. Και αφού ο σκηνοθέτης κοιτάξει χλευαστικά τους "κουλτουριάρηδες" της εποχής, οι οποίοι παντοτινά παρουσιάζονται πως έχουν χειροπιαστή τη γνώση χωρίς ποτέ να αντιλαμβάνονται πως αυτή είναι άυλη, όπως δηλώνει ο Rafelson. Ο Jack πλέον δεν έχει καμία θέση ούτε στο πατρικό του. Το εξαιρετικό finale έρχεται να γεμίσει με σκέψεις τον θεατή. Ο Jack Nicholson που με σπαραχτικό τρόπο υποδύεται τον ήρωα του, ψάχνει τον εαυτό του μέσα από τον καθρέφτη μέσα από την σβησμένη του μορφή. Και ενώ έχει αποκηρύξει για δεύτερη φορά την ζωή στο πατρικό του,
θα κάνει το ίδιο και με την πολύκροτη ζωή της πόλης. Εγκαταλείπει λοιπόν και τις δεύτερες ρίζες του, και κατευθύνεται στο άγνωστο με μόνο συνοδοιπόρο του τον εαυτό του!

Νομίζω πως αν ο Rafelson έκανε την ίδια ταινία σήμερα θα είχε ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Χωρίς να αλλάζει το σκηνικό, θα είχαμε την ευκαιρία να βλέπαμε που θα τοποθετούσε τον σημερινό άνθρωπο. Σήμερα που έχουν δραματικά αυξηθεί οι πληροφορίες, οι αξίες και οτιδήποτε άλλο μπορεί να δομήσει την κοινωνική συμπεριφορά του ατόμου.
Μια ταινία που αξίζει να δείτε!
Βαθμολογία 8/10

Τρίτη, 1 Απριλίου 2008

Chelovek s kino-apparatom


Σκηνοθεσία: Dziga Vertov
Παραγωγής: Soviet Union / 1929
Διάρκεια: 68'

Ο Dziga Vetrov πριν σχεδόν 80 χρόνια δημιούργησε αυτό το αριστούργημα. Πρόκειται για μια πειραματική ταινία, όπως την χαρακτήρισε ο ίδιος, με σκοπό να αναδείξει μια ευρύτερη και κοινή κινηματογραφική κουλτούρα σε όλο τον κόσμο. Και η αλήθεια είναι πως η ταινία χρησιμοποιεί όλη την δυναμική της εικόνας και χρησιμοποιεί τεράστιου μεγέθους κινηματογραφικές πρωτοπορίες ακόμα και για τη σημερινή εποχή!

Στα της υπόθεσης είναι ξεκάθαρο πως δεν υπάρχει ένα ντετερμινισμένο κείμενο, ένα σενάριο. Τουλάχιστον όχι με την απαρέγκλιτη και καθιερωμένη σημασία του όρου. Η ταινία εικονοποιεί μια καθημερινή μέρα, από τον πρώτο ήλιο ως την σελήνη, μιας αντιπρωσοπευτκής Ρωσικής πόλης. Η εποχή τοποθετείται στην μεταεπαναστατική περίοδο και απεικονίζει την σχέση του (κάθε) ανθρώπου με τις καθημερινές ασχολίες του. Σε πρώτο πλάνο τον παρατηρούμε στον ανέκαθεν αγχωτικό χώρο εργασίας με όλα αυτά τα ακατανόητα μηχανήματα. Ωστόσο πέρα από αυτά τα πλάνα υπάρχουν και πολύ πιο συναισθηματικές εικόνες, όπως ένα ζευγάρι στην άμαξα, γυναικεία καλαθοσφαίριση καθώς και «άπειρα» άλλα, που υπό το γκρίζο του χρόνου τρυπώνουν όλο και πιο βαθιά στα μάτια του θεατή.

Στα της μορφής της ταινίας, η οποία είναι που την κάνει ξεχωριστή έχουμε να πούμε: Πρόκειται για ένα κολλάζ εικόνων αλλά και αρχείων video που εμφανίζονται διαδοχικά και με αυτόν τον τρόπο μετασχηματίζουν την πληροφορία. Μια πληροφορία που βασίζεται περισσότερο στον αντίκτυπο που έχει η προηγούμενη εικόνα επάνω στην επόμενη. Είναι εμφανώς πως αυτό συμβαίνει και με την χρήση του αστραπιαίου και εννοιολογικού μοντάζ του Αϊζενστάιν. (Γενικά θα αναφέρω το νόημα της ιδεολογίας του συγκεκριμένου μοντάζ. Ας πούμε αν σε ένα πλάνο εμφανίζεται ένα πρόσωπο και στο αμέσως επόμενο ένας σωρός από κόπρανα(!) τότε ο θεατής αποκτά μια δύσμορφη εικόνα για το προηγούμενο πρόσωπο!) Ας επιστρέψουμε τώρα στην δομή της ταινίας. Οι εικόνες που αναφέραμε και πριν είναι τόσο πολλές ποσοτικά και γεμάτες δραματουργικά που καταφέρνουν να μεταδίδουν σε πολύ πυκνές ποσότητες την πληροφορία. Μάλιστα το μέγεθος της πληροφορία είναι υπερβολικά πυκνότερο σε σχέση με τις σύγχρονες ταινίες. Η απουσία λόγου αλλά και μιμητικής πράξης αναδεικνύουν σχεδόν εντελώς αυτόνομη την Τέχνη του cinema. Η ταινία στολίζεται με εξαιρετικές μουσικές υπόκρουσης που έχουν μείνει στην ιστορία του κινηματογράφου! Ενώ ο πρωταγωνιστής, ο άνθρωπος με την κινηματογραφική κάμερα, κάνει τον φακό προέκταση του ματιού του και μεταφέρει στο πανί ποικιλόμορφές γωνίες λήψης και πρωτοπόρους τρόπους εστίασης που ιδιαίτερα διδακτικές ήταν για τη συνέχεια του κινηματογράφου! Καθώς ήταν και είναι σημεία αναφοράς που χρησιμοποιούνται μέχρι και σήμερα.

Προσωπικά θεωρώ πως το σημερινό cinema οφείλει πολλά σε ανθρώπους σαν τον Dziga Vertov. Δηλαδή σε ανθρώπους που πίστεψαν στην δύναμη της εικόνας και με το έργο τους έδωσαν το έναυσμα για την χειραφέτηση του cinema από τις συγγενικές μορφές τέχνης που μέχρι τότε το περιόριζαν! Σε μια εποχή που η πίστη στο μέσω ήταν αχνή κάποιοι πίστεψαν ολότελα φωτίζοντας πολλές πτυχές της δυναμικής του. Φως που μεταφράστηκε σε μια μορφή γνώσης, της απαραίτητης γνώσης για την συνέχεια! Επίσης οι διάφοροι πειραματισμοί που έκαναν αυτοί οι δημιουργοί αποτέλεσαν τα σημεία εξέλιξης εκείνα που απογείωσαν το κινηματογραφικό είδος και το οδήγησαν σταδιακά στη σημερινή του μορφή! Εμβαθύνοντας ουσιαστικά πάνω στην αναπαραστατική πλευρά του.

Προσωπικά ένιωσα και νιώθω μια βαθύτερη ικανοποίηση αφ' ότου παρακολούθησα ετούτη την ταινία. Θα την χαρακτήριζα μια πολύ σημαντική στιγμή στην ιστορία του κινηματογράφου, που ένας καλλιτέχνης μεταδίδει αυτούσια την αγάπη του για αυτόν. Όχι μέσα από λέξεις, όχι μέσα από σκέψεις αλλά μέσα από το έργο του και το είναι του αυτούσιο!