Κυριακή, 30 Μαρτίου 2008

Funny Games U.S.


Σκηνοθεσία: Michael Haneke
Παραγωγής: UK / USA / France / Austria/ 2007
Διάρκεια: 107'

Αστεία παιχνίδια; Ή παιχνίδια που διαστέλλουν τα όρια της πιο εφιαλτικής φαντασίωσης μας; Ο Haneke 10 χρόνια μετά επιστρέφει κάνοντας την ίδια ταινία, πανομοιότυπη σεναριακά-ιδεολογικά-χωροταξικά-κινηματογραφικά-οντολογικά, δηλαδή ένα ακριβής ομοίωμα με τα Funny Games του 1997 με μοναδικό πρόσχημα την σύσταση της ταινίας στο Αμερικάνικο κοινό. Για αυτή την πολιτική θα αναφερθώ εκτενέστερα στο δεύτερο μέρος του κειμένου μου. Για αρχή θα πω κάποια πράγματα, που μάλλον αχρείαστα είναι για όσους έχουν δει την προ ετών ταινία.

Το Funny Games ως γνωστόν είναι μια ταινία για την βία. Κάθε μορφή βίας(σωματική, ψυχολογική, κοινωνική, εγκεφαλική) και την θέση του ατόμου απέναντι σε αυτή. Όχι απαραίτητα του ατόμου που την υφίσταται, αλλά και του καθένα που αποτελεί με την ύπαρξη του μέρος του κοινωνικού συνόλου. Αυτού του καθένα που δυνητικά μπορεί να υποστεί άμεσα την βία που ούτως ή άλλως την αποδέχεται εμμέσως. Μα κυριότερα αυτού του καθένα που πολύ παρταλιστικά αντιμετωπίζει την ζωή του και με την αδιαφορία του βάζει τα θεμέλια και επικυρώνει τις προϋποθέσεις για να ασκούνται από το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον πολλές και άλογες δυνάμεις βίας. Το Funny Games επίσης με αυτό το αναπόφευκτο της βίας, όπως εμβρόντητα το δηλώνει, και με το «λευκό-χειρουργικό» της μορφής του υποδηλώνει πως η βία περισσότερο απ' όλα βρίσκεται στα χέρια των δυνατών, των εξυψωμένων στο κοινωνικό βάραθρο, ακόμα και στο κράτος.

Για να τα πετύχει όλα αυτά η ταινία επιστρατεύει μια αντιπροσωπευτική οικογένεια(πατέρας-μητέρα-γιος) η οποία τελείως απροσδόκητα βρίσκεται υπό των ζυγό δυο συμβολικών ασπροφορεμένων φιγούρων οι οποίες επιδίδονται σε εφιαλτικά παιχνίδια βίας. Βία όχι μόνο ως προς την σοκαριστική σωματική της μορφή αλλά κυρίως προς την ψυχολογική. Οι φιγούρες αυτές στο εσωτερικό τους δε δείχνουν να διέπονται από καμία λογική ανθρώπινη δομή. Δεν είναι άνθρωποι. Είναι κάτι ανώτερο, κάτι άυλο, είναι ιδέα. Που παρά την παραπλανητική τους λευκή αμφίεση είναι έτοιμοι να σκορπίσουν το μαύρο, τον φόβο, τον πόνο και τον εφιάλτη στα τυχαία επιλεγμένα θύματα τους. Κάτι που ξέρει να κάνει τέλεια ο Haneke με αυτή την μινιμαλιστική ατμόσφαιρα που επιβάλλει η αριστοτεχνική κινηματογράφηση του.

Αλλά ας μιλήσουμε λίγο αναλυτικότερα και κριτικά για αυτή την κινηματογράφηση. Τα κύρια σημεία με τα οποία ξεδιπλώνεται η ιστορία. Ο Haneke και σε αυτή την ταινία παραχωρεί εξέχοντα ρόλο στο σημείο εκτός κάδρου. Ένα σημείο απομακρυσμένο από την σεναριακή δράση που υποδηλώνει κυρίως την θέση του καθημερινού ανθρώπου. Η βία εξελίσσεται τόσο κοντά του αλλά αυτός δεν δύναται να δράσει για να την σταματήσει.. Μια τέλεια παρομοίωση για την κλειστοκοσμική αλήθεια του καθένα. Επίσης αυτή η τεχνική μινιμαλιστικότητας που έχουμε συνηθίσει, είναι αυτή που δίνει τις πιο αγωνιώδης νότες του θρίλερ. Η βία υπάρχει, αλλά είναι αδιόρατη από την κάμερα όσο από τον καθημερινό άνθρωπο. Ο οποίος δυστυχώς είναι καταδικασμένος να βλέπει τηλεοπληκτικά τα αποτελέσματα της, όπως δηλώνει και η σκηνή του μόνου αιματηρού θανάτου. Δεύτερον τα κοντινά πλάνα είναι αυτά που επιτρέπουν την εξάπλωση μιας μεγάλης γκάμας συναισθημάτων όσο εναλλάσσονται τα πρόσωπα. Από την αρρωστημένη ψυχραιμία των θυτών ως τον ανεξέλεγκτο τρόμο, την καρτερική προσμονή, την μάταιη ελπίδα των θυμάτων. Αυτή η ψυχολογική έκφραση που κυρίαρχο ρόλο επωμίζεται στην ταινία, είναι νομίζω και το σημείο που δίνει μεγάλο βάθος στα δρώμενα. Γιατί οι ρόλοι είναι κάτι περισσότερο από τα πιόνια μιας σκακιέρας που αποσκοπεί σε κάτι συγκεκριμένο. Στην ταινία ο θεατής θα βρει και ένα πλήθος στοιχείων, αλληγορικών και καλά κρυμμένων, που υπαινίσσονται τις κύριες πηγές αυτής της νοσηρής αναπόφευκτης κατάστασης!

Μάλλον κάπου εδώ θα μπω στο δεύτερο κομμάτι του κειμένου μου. Τα ριμέικ των ταινιών συνήθως είναι κάτι που αδιάφορο με αφήνουν. Κυρίως γιατί τελευταίως παγιώνουν μια εμπορευματική πολιτική, εφάμιλλη με αυτή των σίκουελς, που αποσκοπούν στο άρμεγμα και το ξεχείλωμα της επιτυχίας της πρωταρχικής ταινίας. Ωστόσο θα ήθελα να ξεκαθαρίσω πως δεν θεωρώ τα ριμέικ αναίτια ύπαρξης. Ωστόσο προσδοκώ από αυτά την επαλήθευση του ορισμού και της θέσης που υπαγόρευε(ι) η γέννηση τους. Δηλαδή τα ριμέικ να αποσκοπούν στην ολοκληρωτική αναδημιουργία μιας ταινίας της υπάρχον φιλμογραφίας, με στόχο την τόνωση κάποιων "αχνών" πτυχών ή και την ολοκληρωτική μετατόπιση των νοητικών-δραματικών αξόνων της πρωτεύοντας ταινίας. Ενώ εννοείται πως αυτές οι διαδικασίες γίνονται με ειλικρινή σεβασμό ως προς το πρωταρχικό δημιούργημα.

Τώρα θα ήθελα να εστιάσω στο Funny Games το οποίο είναι μια αλλιώτικη περίπτωση. Εξ' αρχής μου κινείσαι το ενδιαφέρον πως ο αξιολάτρευτός Haneke αποφασίζει να κάνει κάτι ίσως ανεπανάληπτο και λειτουργικά δυσνόητο. Δηλαδή να κάνει το ριμέικ της ίδιας του της ταινίας 10 χρόνια μετά. Όμως τελικά οι υψηλές προσδοκίες μου πληγώθηκαν. Γιατί ο μεγάλος Αυστριακός έκανε ακριβώς την ίδια αριστουργηματική ταινία με μοναδικό σκοπό να την "πλασάρει" στο κοινό της Αμερικής. Κάτι που επιβεβαιώνει σε πολύ μεγάλο βαθμό τα προηγούμενα εμπορικά κριτήρια! Θα ήθελα να ξεκαθαρίσω πως ιδιαίτερα ευεργετική θεωρώ την εξάπλωση του σινεφίλ κόσμου στο ευρύτερο κοινό. Είναι κάτι πολύ επιθυμητό ο θεατής να γίνει περισσότερο "κινηματογραφοποιημένος" και από τρόφιμος της βιομηχανίας να εξελιχθεί σε έναν ανώτερο "κριτικά" θεατή. Άλλωστε και ο κινηματογράφος εκτός όλων των άλλων είναι μια ασχολία, για αυτούς που ασχολούνται μαζί του υπό οποιαδήποτε σκοπιά. Και από κάθε ασχολία την μεγαλύτερη ευχαρίστηση την αντλείς μόνο όταν έχεις τις βασικές γνώσεις. Ας παρομοιάσουμε για χάρη του κειμένου τον κινηματογράφο με το άθλημα της καλαθοσφαίρισης. Το μπάσκετ λοιπόν είναι ένα άθλημα ανοιχτό προς όλους, μπασκέτες υπάρχουν παντού. Όσο "θαυμαστό" και αν είναι το πρωταρχικό στάδιο γνωριμίας σου με αυτό, η εξέλιξη θεωρείται αναγκαία. Καμία ευχαρίστηση δεν αντλείς όταν συνεχίζεις να ντριμπλάρεις με τα δύο χέρια, κάνεις 100 σουτ για να βάλεις το ένα, δεν γνωρίζεις τους κανόνες κλπ επ' αορίστου χρόνου. Μετά λοιπόν από αυτή την πολύ γοητευτική γνωριμία σου έχεις ανάγκη μια ευρύτερη γνώση για να απολαύσεις το παιχνίδι σε ένα υψηλότερο επίπεδο. Γιατί στο καθετί που ενδιαφέρον παρουσιάζει για τον καθένα απαραίτητες είναι οι βασικές γνώσεις. Έτσι θεωρώ πως και στον κινηματογράφο είναι απαραίτητη μια εξέλιξη στον τρόπο που τον αντιμετωπίζουν οι θεατές. Αυτή η εξέλιξη ωστόσο δεν έχει πολλά περιθώρια πραγματοποίησης με την επανάληψη υπάρχον ταινιών σε ευρύτερα κοινά. Η μονή πιθανή πραγματοποίηση της, κατά την ταπεινή άποψη μου, είναι εφικτή με την εξάπλωση της βασικής κινηματογραφικής κουλτούρας!

Άνευ βαθμολογίας!

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2008

Διόρθωση


Σκηνοθεσία: Thanos Anastopoulos
Παραγωγής: Greece/ 2007
Διάρκεια: 87'

Κάθε φορά που μου δίνεται η ευκαιρία να σχολιάσω μια ελληνική ταινία καταλαμβάνομαι από μια επιθυμία για να γράψω για το πλαίσιο που κινείται ο κινηματογράφος στην Ελλάδα. Αυτό το απαισιόδοξο πλαίσιο, που απ' τις θεσμικές δομές εξωθούμενο αλλά και από το ελληνικό κοινό, μετατρέπει τον ελληνικό κινηματογράφο σε μια φτηνιάρικη πραγματικότητα. Κατ' αρχάς θέλω να εκφράσω τα καλύτερα για αυτή την ταινία, την Διόρθωση, που με ελάχιστα παλεύει να κάνει, και κάνει, ένα μάχιμο cinema.

Κατ' αρχάς νομίζω πως θα 'πρεπε να προσκομίσομε ιδιαιτέρως τα συγχαρητήρια μας σε τέτοιες ταινίες που προσπαθούν να "διορθώσουν" μάλλον άνισα τις σχέσεις του κινηματογράφου με την χώρα μας. Σχέσεις που έχουν πληγεί βαθέως από την λαϊκή απαίτηση και συντήρηση του φτηνιάρικου τηλεσκουπιδιού ως cinema (βλέπε μόλις χώρισα κλπ) αλλά και από άλλες ταινίες που καθόλου ανιδιοτελής και αθώες δεν είναι, και παρ' ότι υποστηρίζουν και έχουν την δυνατότητα να ανεβάσουν ποιοτικά το επίπεδο της κινηματογραφικής παραγωγής εμμένουν πιστά στις οδούς που θα εξασφαλίσουν την επιθυμητή για αυτούς εμπορευσιμότητα( βλέπε El Greco). Αυτές οι στάσεις μόνο επιζήμιες είναι για εμάς που λαχταρούμε ένα ανεβασμένο ποιοτικά ελληνικό cinema. Λοιπόν άλλη μια φορά μπράβο σε αυτή την Διόρθωση που αν μη τι άλλο κρύβει πίσω της μια τεράστια προσπάθεια. Μια μοναχική προσπάθεια, καθώς το Ε.Κ.Κ(Ελληνικό κέντρο κινηματογράφου) όλο και λιγότερο ρίσκα παίρνει να βοηθήσει τέτοιες ταινίες που παρουσιάζονται πιο "underground". Έτσι ο Θάνος Αναστόπουλος με μια ελάχιστη χρηματική υποστήριξη και με τακτική κλεφτοπολέμου(ελάχιστος χρόνος γυρισμάτων, προσεκτικά επιλεγμένες σκηνές, τεχνολογίες, συνεργεία κλπ) κατάφερε να κάνει ένα πολύ ανταγωνιστικό cinema. Άλλωστε η αναγνώριση ήρθε από την συμμετοχή της "Ελληνικής" αυτής ταινίας στο forum του φεστιβάλ του Βερολίνου. Και τονίζω τον όρο Ελληνική γιατί νομίζω πως η ταινία απευθύνεται περισσότερο σε εμάς από οποιονδήποτε άλλο. Κάνοντας μια στυγερή καταγραφή της ελληνικής κοινωνίας που πλήττεται από εθνικόφρονες συμπεριφορές, ρατσισμούς, εκτόξευση μεταστατικού πληθυσμού που βιώνει την κοινωνική περιθωριοποίηση κ.λ.π.

Για την ταινία τώρα. Σημείο εκκίνησης είναι ένα υπαρκτό γεγονός. Ο φόνος ενός Αλβανού από έναν Έλληνα φίλαθλο, στους μεθεόρτιους πανηγυρισμούς, στα πλαίσια ενός ποδοσφαιρικού αγώνα που είχε αναδείξει νικήτρια την εθνική της Αλβανίας. Ένα θέμα που χειρουργικά παραγκωνίσθηκε από την δημόσια γνώμη, αλλά καθόλου αδιάφορο δεν άφησε τον δημιουργό της ταινίας. Όχι από γεγονοτολογικής άποψης, αλλά ως έδαφος εξόρυξης του θέματος της βίας, του εθνικού ρατσισμού, του κοινωνικού περιθωρίου των μεταναστών αλλά κυρίως των δομών της ελληνικής κοινωνίας που επιτρέπουν και υποθάλπουν τέτοιες συμπεριφορές. Συμπεριφορές κατάλοιπα του προ σαρανταετίας φασιστικού καθεστώτος που ποτέ δεν σβήστηκαν από τις λαϊκές συνειδήσεις. Όπως είπαμε το γεγονός είναι απλά η αφορμή. Άλλωστε όσα ακολουθούν καθόλου εμπνευσμένα δεν είναι από αληθινά γεγονότα και απλά υπηρετούν δραματουργικά τους στόχους της ταινίας.

Ας δούμε τώρα λοιπόν αυτά τα αόριστα και υποθετικά γεγονότα. Ο Γιώργος Σημαιοφορίδης(ω, ειρωνεία!) φονιάς αποφυλακιστέος πλέον βασανίζεται από το βάρος των πράξεων του. Σαν να δραπέτευσε από τις σκιές απόκληρος και αυτοεξορισμένος από το παρελθόν του αποφασίζει να διορθώσει ένα άλλο παρελθόν. Αυτό της Αλβανίδας συζύγου και του ανήλικου παιδιού της. Περιφέρεται λοιπόν και αυτός δίχως σπίτι στους εθνωτικούς δρόμους της Αθήνας και στους πολυπολιτσμικούς "μαχαλάδες" των ημιζώντως μεταστατικών πληθυσμών. Έχει ανάγκη να γίνει το θύμα, όμως αυτή η χώρα είναι ο μόνος θύτης. Ευτυχώς για την ταινία, ο Αναστόπουλος καθόλου δεν συνεπαίρνεται από το μελοδραματικό θέμα του που βρίσκεται σε πρώτο πλάνο. Άλλωστε από την δέση του μύθου η αδυναμία του σεναρίου είναι εμφανής στο να πατήσει η ταινία σε αυτή την αοριστόλογη ιστορία συγχώρεσης. 'Έτσι η ζωή του Σημαιοφορίδη είναι πρωτίστως η άμαξα που ο θεατής μεταφέρεται στους πεπαλαιωμένους και εθνωτικά ντοπαρισμένους δρόμους της Αθήνας. Διαγράφοντας κατά αυτόν τον τρόπο την ιστορία της "διόρθωσης" που καθόλου αδιάφορη δεν είναι, αλλά αδυναμωμένη σεναριακά εμφανίζεται...

Έτσι ο θεατής με κινητήριο μοχλό τον Γιώργο Σημαιοφορίδη τον οποίον απαράμιλλα ενσαρκώνει ο Γιώργος Συμεωνύδης έχει μια μοναδική ευκαιρία να περιπλανηθεί στην όχι και τόσο καλαίσθητη αλήθεια της Αθήνας. Η απειλή της επιβίωσης, η αγωνία της ανέχειας, η προσήλωση σε μια καταπατητική εργασία είναι οσμές που επίπονα αναδύονται και ταλανίζονται από τα πληγμένα κορμιά των πολυάριθμων μεταναστών. Η απαρχαιωμένη αντίληψη του "Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια" ριζωμένη στις αντιλήψεις των Ελλήνων ποτίζουν το εθνικό σχόλιο. Έλληνες που το νου τους καθόλου δεν έχουν στην τίμια εργασία, και καθόλου δεν δείχνουν να επικοινωνούν αλλά και να ενδιαφέρονται για την αλήθεια. Ενώ η βία, σωματική είτε ψυχολογική είναι έτοιμη προς άσκηση απέναντι στους ανυπεράσπιστους που συνειδητά και υποσυνείδητα έχουν χαραχθεί ως κάτι μη ανθρώπινο στους εθνικοφρονούντες εγκεφάλους τους. Μια τολμηρή καταγραφή της υπαρκτής εικόνας του αστικού κέντρου που ο Έλληνας επιμελώς αγνοεί...

Η κάμερα του Αναστόπουλου πολύ λιτή εμφανίζεται στην καταγραφή της. Ενώ κερδίζει και ένα μεγάλο στοίχημα, αυτό της φορητής κάμερας που επιστρατεύεται σε πολλές σκηνές χωρίς να αλλοιώσει ούτε στο μηδαμινό την δυναμική των εικόνων του. Ο κοινωνικός ρεαλισμός βρίσκεται στο απόγειο, δίχως ίχνος επιτήδευσης. Ένας κοινωνικός ρεαλισμός σε τόσο υψηλό επίπεδο που μας παραπέμπει στις αυθεντίες του είδους όπως ο Ken Loach. Επίσης ο θεατής βλέποντας έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει μια υποδειγματική χρήση σκληρών τηλεφακών. Οι οποίοι εναλλασσόμενα εστιάζοντας σε διαφορετικά υποκείμενα μετατοπίζουν τους δραματουργικούς άξονες και το κέντρο εξιστόρησης του μύθου.

Μια πολύ δυνατή ταινία ως προς την σύνθεση της Ελληνικής τοιχογραφίας. Οι όποιες αδυναμίες της εντάσσονται στην αδυναμία του σεναρίου να ολοκληρώσει αλλά και να αφηγηθεί μια ιστορία συγχώρεσης και μετάνοιας...
Βαθμολογία 7/10

Letyat zhuravli


Σκηνοθεσία: Mikhail Kalatozov
Παραγωγής: Soviet Union/ 1957
Διάρκεια: 97'

Ο Kalatozov με αυτό το "Όταν πετούν οι γερανοί" προχωράει σε μια κινηματογραφική πρωτοπορία. Αποφασίζει σε αντίθεση με τις ταινίες της εποχής του, αλλά και μεταγενέστερες να ορίσει την θέση του ατόμου στον πόλεμο ως σημείο οδύνης. Θα αρνηθεί δηλαδή το ειπωμένο cinema των εφέ πάνω στις πολεμικές σκηνές, θα αρνηθεί την γεγονοτολογική (παρά)πληροφόρηση και θα εστιάσει κάπου βαθύτερα. Στο άτομο. Θα αρνηθεί την αντιμετώπιση του καθενός με την συλλογική πολιτική της εποχής και θα διαφωτίσει τις δυσδιάκριτες ατομικές πλευρές του καθένα. Τονίζοντας πως κανείς δεν γνωρίζει την ιστορία του άλλου, η οποία εξελίσσεται πάνω σε πολύ λεπτές και αδιόρατες ισορροπίες, οι οποίες τελικά είναι που τον διαμορφώνουν ως θύτη ή θύμα στο στίβο της κοινωνίας. Και όχι η μυωπική άποψη που κριτικολαγνικά εκφέρεται τόσο από κράτος αλλά και τους πολίτες.

Ο Victor Rozov που έγραψε το σενάριο θα τοποθετήσει μια ερωτική ιστορία στο χρονοπλαίσιο του Β' Παγκόσμιου πολέμου. Ο Boris και η Veronica είναι ένα πολύ αγαπημένο ζευγάρι με την εφηβική ανεμελιά της ηλικίας τους. Μόνο που ο Boris επηρεασμένος απ' το κοινωνικοπολιτικό status της εποχής αποφασίζει περήφανα να υπηρετήσει εθελοντικά την πατρίδα στον πόλεμο. Το ζεύγος χωρίζεται, η Veronica περίλυπη, αλλά και υπομονετική, καρτερεί τον καλό της.

Και ο χρόνος κυλά πολύ βαριά και για τους δύο. Αυτή θα χάσει τους γονείς της σε μια πολεμική τραγωδία. Δεν υπάρχει για αυτόν τον κόσμο. Το βλέμμα της απλανή στοχεύει
στο άγνωστο, στο μακρινό. Στα εχθρικά εδάφη που μάχεται ο καλός της, τίποτα άλλο δεν μπορεί να κάνει από το να του χαρίζει την σκέψη του και όλη την ύπαρξη της. Δεν υπάρχει για αυτό τον κόσμο, θα υποφέρει και τα μάτια της θα ψάχνουν να τον σώσουν απ' τον εφιάλτη. Μοναδικό σημείο ανάπαυσης το μοναδικό γενέθλιο του δώρο. Αυτός καμιά συναίσθηση δεν έχει για το που βρίσκεται. Μόνο από την αγάπη του για αυτή τρέφεται. Δεν καταλαβαίνει, μια φωτογραφία της ιερό κειμήλιο. Σύντομα θα βρεθεί αδύναμος απέναντι στο μαύρο του πολέμου.

Αυτά τα συναισθήματα υπόθεση ατομική είναι μονάχα. Κανείς δεν μπορεί να μπει σε αυτή την αλήθεια όσο και αν το θέλει. Όμως μπορεί να την μαυρίσει. Όλα σαρώνονται και λογαριάζονται μόνο με δύσκαμπτα κριτήρια. Αυτά που ζυγιάζουν τους ανθρώπους βάση του φαίνεσθαι, το "είναι" πολύ βαθύ εστί για να το φτάσουν. Και έτσι σε μια κοινωνία που δεν αποδέχεται, αυτή απόκληρος θα γίνει και θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια ολόπλευρη δυστυχία. Όμως ποτέ δεν θα πάψει να ψάχνει την ελπίδα εκεί που έχει χαθεί...

Οι εικόνες του Kalatozov είναι βαθύτατα συγκινητικές. Λυρικές που καθηλώνουν τον θεατή σε αυτό το ανελεύθερο ανθρώπινο σύμπαν. Το πολιτικό σχόλιο πολύ αιχμηρό είναι για το κομουνιστικό καθεστώς. Καταδεικνύει το άτοπο του να θέτεις εαυτό υψηλότερο όλων και να βάζεις τα πάντα σε ένα τσουβάλι με μοναδικό σκοπό την κατάκριση. Αφού τόσο υψηλά μόνο οι γερανοί πετούνε, όχι για να δουν κλειδαροτρυπικά αλλά για να αγκαλιάσουν με τα τεράστια φτερά τους τα άτομα. Η ειρωνεία και η αλήθεια είναι τα εργαλεία τόσο στην αφηγηματικά όσο και στην αναπαραστατική πλευρά της ταινίας. Σε πλάνα που ενώνονται υπό το εννοιολογικό μοντάζ που έθεσε σε λειτουργία ο Αϊζενστάιν. Και από αυτά τα πλάνα δραπετεύει η φιγούρα της τραγικής ηρωίδας που στωικά υποδύεται η σπουδαία Tatyana Samojlova. Επίσης βλέποντας την ταινία δεν μπορείς να μείνεις αδιάφορος στις μαγικές εικόνες λήψης και στις "εφιαλτικές" σεκάνς που διευρύνουν τον κινηματογράφο ως μέσο.

Το τέλος είναι αισιόδοξο και υπαινιχτικότατο. Η ηρωϊδα είναι πλέον ελεύθερη από το καταπιεστικό σχόλιο της κοινωνίας την στιγμή που οι πάντες έχουν μια αγάπη για να δώσουν ή μια λύπη για να μοιραστούν. Δια της αποδοχής λοιπόν και των ηλιόλουστων ακτινών ο Kalatozov θα δώσει το στίγμα και την πρόταση για το αλλιώτικο αύριο...
Βαθμολογία 9,5/10

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2008

It's a Free World...


Σκηνοθεσία: Ken Loach
Παραγωγής: UK / Italy / Germany / Spain / Poland/ 2007
Διάρκεια: 96'

Όταν ο Ken Loach συναντά στο σενάριο τον Paul Laverty τότε η ταινίες αποκτούν μεγάλη δύναμη χάρις το αιχμηρό και ταυτόχρονα ρεαλιστικό κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο.

Ο Ken Loach θα κάνει αυτή την ταινία για να αμφισβητήσει την επιγραφή του τίτλου. Ο κόσμος ποτέ δεν είναι ελεύθερος, "είναι σκληρός" μας λέει. Γιατί το χρήμα συνδέεται με την αναγκαία ανάγκη της επιβίωσης, και έτσι οι άνθρωποι ολοένα είναι και πιο εξαρτημένοι από αυτό. Με μια εξάρτηση που πασιφανώς τους κόβει την ελευθερία τους στον αγώνα τους κατά της εξαθλίωσης. Και για να αναδείξει το θέμα του ο Βρετανός σκηνοθέτης στοχεύει στους "ανήμπορούς" μετανάστες, οι οποίοι είναι δεκτικοί στην εκμετάλλευση μόνο και μόνο προς την εξασφάλιση των απαραίτητων για την επιβίωση.

Στον αντίποδα κινηματογραφείται η Angie, μια γυναίκα με παρόμοια οικονομικά προβλήματα και με μια διαλυμένη οικογένεια όπου ο μόνος που της μένει πιστός είναι ο δωδεκάχρονος γιος της. Η Angie αποφασίζει να στήσει την δική της παράνομη επιχείρηση εύρεσης εργασίας με όπλα τις γνώσεις της αλλά και την τόλμη της. Οι αρχικές της βλέψεις για την απαλοιφή των χρεών και ένα επαναπροσδιορισμένο μέλλον παραμερίζονται. Το χρήμα γίνεται εύκολο καθώς μεταχειρίζεται εργαλειακά τους μετανάστες-εργάτες και η απληστία γίνεται μια λυσσαλέα μανία. "Υπάρχει τίποτα που δεν θα έκανες για το χρήμα" την ρωτάει η μάλλον αδιάφορη χαρακτηρολογικά συνέταιρός της Rose για να απαντήσει "όχι" η Angie.

Ο Ken Loach κινηματογραφεί την Angie της οποίας η κλιμάκωση κατά την γραμμική αφήγηση της ιστορίας είναι εμφανής. Οι αξίες της παραμερίζονται και αν στην αρχή εξυπηρετώντας το αυτάρεσκο εγώ της διαφήμιζε την δουλειά της ως μια αντίσταση στο κράτος και μια απλόχερη χείρα βοηθείας στους εξαθλιωμένους μετανάστες, στη συνέχεια οι πράξεις της την διαψεύδουν κατηγορηματικά. Τα πάντα απορρέουν από μια σκοπιμότητα, αυτή της απληστίας. Ενώ και η συζήτηση με τον πατέρα της είναι αυτή που αναδεικνύει πως η επιχείρηση της είναι ένα μέσο εκτόνωσης μιας κατάστασης που αλλιώς ιδιαίτερα επώδυνη θα ήταν για κάθε κράτος. Καθώς οι εξαθλιωμένοι πληθυσμοί απαρνιούνται οποιαδήποτε αντίσταση, οποιαδήποτε πράξη ελευθερίας για αυτά τα μηδαμινά που τους δίνει η κάθε Angie σε εκάστοτε σχέσεις εκμετάλλευσης. Λειτουργεί και η ίδια μες στο σύστημα, είναι η ίδια το σύστημα. Σπέρνει απλόχερα την αδικία, ενώ τίποτα δεν μπορεί να την σταματήσει από τους βδελυρούς σκοπούς της.

Η Angie ως ρόλος χαρακτηρίζεται από ζεύγη αντιθετικών επιθέτων. Παρ' ότι εκπρόσωπος του "ασθενούς" φύλου η ύπαρξη της είναι σχεδόν ανίκητη όντας ανυψωμένη απ' τους εργαζόμενους της και την θέση που της προσδίδει το χρήμα. Επίσης είναι μια εξωτερικά ελκυστική γυναίκα η οποία ωστόσο με τις πράξεις της αναδύει μόνα δύσωδα αισθήματα στους θεατές. Κινηματογραφείται χωρίς ελαφρυντικά, ασυνείδητη σε ένα πλαίσιο αδικαιολόγητου καταναλωτισμού μέσα στα πλαίσια μιας καπιταλιστικής κοινωνίας που συντηρεί και εκπροσωπεί. Είναι χαρακτηριστικές οι σκηνές ειρωνείας(στο κλαμπ, στο σπίτι με τους εργαζόμενους, στην τηλεόραση) οι οποίες δηλώνουν αυτή την ασυνείδητη και ανάλαφρη φύση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Σκηνές που ξεχειλίζουν άμεσης ωμότητας, ίσως αντικρουόμενες στο ρεαλιστικό στοιχείο της ταινίας, αλλά εξυπηρετούν έναν ανώτερο σεναριακό σκοπό.

Αν ένας άνθρωπος χάσει τις αξίες του και από ατσάλινος κορμός μες στον σκληρό τούτο κόσμο γίνει ευλύγιστο κλαδί, τότε θα καταφέρει μόνο ένα. Στο πηγάδι του θα καταφέρνει το νερό, όμως η δίψα αιώνια θα τον καίει σαν μια βαριά ασθένεια που δεν μπορεί να θεραπεύσει...Αυτός ο άνθρωπος είναι η Angie, αυτή που καλείται να γενικοποιήσει τον ρόλο της, ως τον κυρίαρχο άνθρωπο της καπιταλιστικής κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας.

Το "χρήμα δεν είναι τα πάντα" μας λέει επίσης η ταινία. Αλλά σχεδόν κανένα δεν θα δούμε να μην κινείται σε αυτά τα νοσηρά πλαίσια του συστήματος. Εκτός από έναν, τον Κάρολ. Αδέσμευτος και ανυπότακτος, μα και στωικός και συμπονετικός προς όσους συνανθρώπους του νιώθει. Όσο και αν αυτός ο ρόλος είναι χρονικά μικρός, όσο και αν φαντάζει αφελής στα μάτια των εκμεταλλευτών, στα μάτια των θεατών κερδίζει μια ολοκληρωτική συμπάθεια. Την συμπάθεια του αυθεντικού, αυτού του ελεύθερου κόσμου που ο δημιουργός οραματίζεται...

Η ταινία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όντας η μήτρα πολυεπίπεδων κοινωνικοπολιτικών σχολίων και έχοντας την κινηματογραφική σφραγίδα του Ken Loach. Ωστόσο θα περίμενα να δω και την άποψη του δημιουργού όχι μόνο για αυτούς που αναγκαστικά εγκαταλείπουν τον ελεύθερο κόσμο για την επιβίωση αλλά και για κείνους που έχουν εξασφαλίσει την επιβίωση και τον εγκαταλείπουν για χάρη της ματαιοδοξίας και της ψευδοεικόνας που χτίζουν με ένα τάχα υψηλό εργασιακό προφίλ.
Βαθμολογία 8/10

Cinemart.gr


Ο φίλτατος zubi, μαζί με εκλεκτούς cineοδοιπόρους εδώ και κάτι περισσότερο από δυο βδομάδες έχει υλοποιήσει κόπους ενός μεγάλου χρονικού διαστήματος. Το Cinemart.gr είναι ένας νέος χώρος, βρίσκεται πλέον σε πλήρη λειτουργεία, που θα στεγάζει τις πιο καλόγουστες απόψεις για τα κινηματογραφικά δρώμενα της σύγχρονής αλλά και της προγενέστερης πραγματικότητας. Δεν έχετε απ' το να επισκεφτείτε!

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2008

Sanxia haoren


Σκηνοθεσία: Zhang Ke Jia
Παραγωγής: China / Hong Kong / 2006
Διάρκεια: 111'

Ο Ασιατικός κινηματογράφος καταφέρνει να γοητεύει και να προσελκύει όλο και περισσότερο το πλήθος, ακόμα και με ταινίες σαν και αυτή που θεωρείται λιγότερο προσιτή. Και αυτό γιατί ανοίγει λογαριασμούς και δημιουργεί ένα πολυεπίπεδο cinema με ταινίες που ποικίλουν τόσο ως προς την μορφολογία, την θεματολογία αλλά και την κινηματογραφική γλώσσα. Οι ακίνητες ζωές, του ασυμβίβαστου και μοναχικά πορευόμενου Jia, είναι ένα εντυπωσιακό καλλιτέχνημα με κυρίαρχες τις πολιτικές νύξεις.

Ένας άντρας και μια γυναίκα που με καμία σχέση δεν συνδέονται μεταξύ τους αποτελούν την διττή φύση της ιστορίας. Και οι δυο γυρεύουν στην καταποντισμένη πόλη του Φεντζί τα απομεινάρια της ζωής τους. Ο Han Sanming πηγαίνει εκεί για να βρει την γυναίκα του και την άγνωστη σε αυτόν κόρη του που τους χωρίζουν διαφορετικές ζωές 16 χρόνων. Ενώ η Shen Hong σκοπεύει στο να βάλει τέλος στον δίχρονο γάμο της με έναν άντρα που τίποτα δεν τους συνδέει. Οι ιστορίες αφηγούνται τόσο σπονδυλωτά όσο και αυτόνομα και συνδέονται μεταξύ τους μέσα από το ερειπωμένο πρόσωπο της Κίνας. Ένα πρόσωπο που δυσεύρετο είναι για όσους έχουν στο νου τους την εκσυγχρονισμένη γιγάντια Κίνα, μα που με τόσο ανεκβίαστους και ρεαλιστικούς όρους αναπτύσσει ο Jia.

Ο άνθρωπος θύμα της ταχύρρυθμης παγκοσμιοποίησης. Σε ένα έθνος που καθόλου δεν ενδιαφέρεται για αυτόν. Τα κτίρια γκρεμίζονται και άμεσα ανοικοδομούνται, τα φράγματα υποχωρούν. Μα όλα υπακούουν σε έναν νόμο, την παγκοσμιοποίηση. Οι ζωές όμως πόσο γρήγορα μπορούν να χτιστούν; Ποιος ενδιαφέρεται για την τσιμεντόσκονη που γδέρνει την σάρκα των ανθρώπων; Δεν υπάρχει χώρος για όνειρα, οι ανάσες γίνονται βαριές. Η αποξένωση φαντάζει μοναδική οδός, και ο λόγος ύπαρξης υπακούει μόνο στην επιβίωση. Οι δηλώσεις είναι σαφέστατες, όσο γρήγορα και αν τα αναλώσιμα πράγματα χτίζονται ποιος θα νοιαστεί για την πορεία του χρόνου μέσα στους ανθρώπους; Οι ζωές είναι ερειπωμένες, μουδιασμένες και πληγμένες. Τα πλήγματα δεν κλείνουν. Δεκάξι χρόνια δεν έφτασαν στον Han για να κάνει αυτό το τεράστιο βήμα προς την οικογένεια του, τα δύο χρόνια ήταν απαραίτητα για την Shen ώστε να τολμήσει μια νέα αρχή.

Ο Jia κινηματογραφεί τους ήρωες του γεμισμένους με στίγματα ανέχειας και την αγωνία της επιβίωσης μέσα σε καταρημαγμένα τοπία. Πόσο ξένοι μοιάζουν όταν κρατούν αυτά τα υπερσύγχρονα κινητά στα χέρια τους; Τα θύματα ενός χρόνου που κύλησε μονοσήμαντα. Τα θύματα μιας παγκοσμοιοποιημένης πολιτικής που καθόλου δεν αποσκοπεί σε αυτούς. Ακόμα, ενώνονται από τον δημιουργό τους υπό το πρίσμα των μαζικά καταναλωτών αγαθών. Τσιγάρα, ποτά, καφές, τσάι, καραμέλα είναι τα αγαθά που εκφράζουν αυτή την καθολική υποδούλωση του κόσμου άπ' όπου κανείς δεν διαφεύγει. Ο Jia όσο απαισιόδοξος και αν είναι, κρατάει μια στάλα ελπίδα για το τέλος. Την κρατάει και την αποτυπώνει μόνο με μια "ονειρική" σκηνή. Ο άνθρωπος είναι και θα είναι αβοήθητος σε όσα γίνονται, όμως αυτό το ηφαίστειο που κρύβει μέσα του δεν δαμάζεται με τίποτα. Είναι και το μόνο στο οποίο μπορεί να ακουμπήσει τις ελπίδες του για αυτή την μακρινή Ιθάκη που τόσο διψά.

Οι ακίνητες ζωές, είναι μια βυθισμένη άγκυρα πάνω στις ζωές των ανθρώπων. Κανένα υλικό επίτευγμα, καμιά υλική ανάπτυξη δεν μπορεί να σταθεί αν δεν σηματοδοτείται από μια ανάλογη πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπου. Και όλα κινηματογραφούνται δίχως ίχνος εκβιασμού χτίζουν ένα αυθεντικό cinema.
Βαθμολογία 8,5/10

Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2008

No Country for Old Men


Σκηνοθεσία: Ethan Coen-Joel Coen
Παραγωγής: USA/ 2007
Διάρκεια: 122'

Αν περιμένεις να δεις ένα western για τους μύθους της Άγριας Δύσης τότε διάλεξες λάθος ταινία. Το ποιητικό-αινιγματικό voice over που σηματοδοτεί την εκκίνηση της ταινίας πλάι στα χαοτικά κάδρα της ξερής φύσης είναι κατατοπιστικότατα. Οι θρύλοι έχουν πεθάνει, τώρα μόνο τα φαντάσματα τους γυρνοβολούν στους πρώην "δοξασμένους" τόπους. Αν πάλι περιμένεις να δεις ένα θρίλερ, τότε ίσως στο καλοτραβηγμένο ανθρωποκυνηγητό βρεις λίγη ικανοποίηση στις προσδοκίες σου! Τότε όμως θα έχεις χάσει την αλληγορία, τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο οι Coen διαχειρίζονται την αφήγηση τους, και κατά τη γνώμη μου θα έχεις χάσει και την ταινία!

Τα πρόσωπα της ταινίας είναι τρία, συμβολικά βαλμένα για να διαχειριστούν την τριαδική φύση του χρόνου. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Το serial killing tune της ταινίας ποτίζει με απαισιοδοξία το βλέμμα μας, μάλλον σε μια προσπάθεια των δημιουργών να ταυτίσουν τον κόσμο τους με αυτόν των θεατών. Σκοτεινές ατμόσφαιρες, ευφυέστατα αφηγηματικά τεχνάσματα και μια αποπνικτική ατμόσφαιρα τρέφουν το αιμοδιψή κοινό που κάθεται μάλλον άβολα στα άνετα καθίσματα της κινηματογραφικής αίθουσας. Η ταινία με αυτή την τριαδική καταγραφή του χρόνου δεν θα ενοχληθεί στο να αναπαραστήσει δίχως ελαφρυντικά την δομή της σύγχρονης κοινωνίας, να αμφισβητήσει τις βάσεις της, και να διακωμωδήσει το "Αμερικάνικο όνειρο". Κύριο όπλο, η κρυπτογραφημένη λεπτή ειρωνεία!

Αλλά ας ξεκινήσουμε με τα πρόσωπα, και συγκεκριμένα τον mr παρελθόν. Αυτός είναι ο σερίφης Ed που πολύ μεστά, με μια αθόρυβη δύναμη υποδύεται ο Tommy Lee Jones. Ο σερίφης είναι ένας ηλικιωμένος άνθρωπος. Ζει χωρίς πάθη την ζωή του κουβαλώντας πάνω του τα αρώματα μιας άλλης εποχής. Με το αρχικό voice over, μας γνωστοποιούνται οι απόψεις του. Βλέπει μια συνεχή αλλαγή στα πράγματα γύρω του, στον τρόπο που συμβαίνουν, και όλα μοιάζουν ακατανόητα στο μυαλό του. Αλλά δεν θυμώνει που είναι ξένος στη νέα τάξη πραγμάτων. Αποδέχεται πως το μέλλον είναι και θα είναι πάντα ένα μέρος που δεν μπορείς να προβλέψεις, μα κυριότερα ένας ακατανόητος μηχανισμός που δεν βρίσκεται σε ανθρώπινα χέρια. Κατέχοντας λοιπόν αυτή την ανθρώπινη σοφία(;) ζει ήσυχα την ζωή του αρκούμενος στα απαραίτητα, με ένα εσωτερικό διδακτισμό σε κάθε βήμα του. Έχει διαλέξει να μην αναλώνεται σε αχρείαστες ενέργειες, οι οποίες γεννώνται απ' την ματαιοδοξία των ανθρώπων και την υπερεκτιμημένη αντίληψη που έχουν για τον εαυτό τους, όπως μας δηλώνουν και κάποιοι λιγοστοί πληροφοριακοί διάλογοι. Όπως για παράδειγμα ο νεαρός συνάδελφος του. Οι περισσότεροι ήρωες ενισχύουν οπτικά τις απόψεις του σερίφη, οι οποίοι και κινηματογραφούνται με μια διακριτή ειρωνεία(όπως ρεσεψιονιστ, άνθρωποι τελωνίου, παρέα στα σύνορα, παιδιά στην σκηνή του ατυχήματος κλπ). Για μένα ο Ed είναι ο "θετικός" ήρωας στην ταινία των Coen, και την άποψη μου υπερενισχύουν τα γεγονότα πως κινηματογραφείται με σεβασμό, είναι αυτός στον οποίο ανήκουν κάποιοι διδακτικοί μονόλογοι(με κύριο θέμα την αποκάλυψη της ανθρώπινης ματαιοδοξίας και δείγματα κατανόησης του αλλόκοτου ως προς την έκφραση μέλλοντος), σε αυτόν ανήκει τόσο η αρχική ορθολογική σκηνή όσο και η τελική σουρεαλιστική και είναι ο μόνος που έχει βρεθεί στο ίδιο δωμάτιο με τον Bardem(μέλλον) χωρίς να γνωρίσει το θάνατο. Ίσως γιατί το μέλλον δε συναντάει το παρελθόν, αλλά επεμβαίνει μόνο στο συνοριακό του παρόν.

Σειρά έχει το παρόν. Το οποίο συμβολίζει ο Moss, ένας κυνηγός. Είναι έξυπνος, ειρωνικός αλλά και ματαιόδοξος, κινείται δηλαδή στα πλαίσια του αντιπροσωπευτικού σύγχρονου ανθρώπου. Ο Moss λοιπόν καθώς βρίσκεται για κυνήγι αντιλαμβάνεται πως στα γειτονικά μέρη έχει διαπραχθεί ένα φονικό μακελειό δεκάδων ατόμων. Ο λόγος, όπως αποδεικνύεται, ένα τρανό φορτίο ναρκωτικών και μια βαλίτσα παστωμένη με χαρτονομίσματα. Ο Moss, αν και καμία σχέση δεν έχει με τον υπόκοσμο, πιστεύει πως μπορεί να κάνει το περιεχόμενο της βαλίτσας δικό του. Αντιπροσωπευτικό δείγμα της κοινωνίας, και του Αμερικάνικου ονείρου, για μια καλύτερη ζωή ευελπιστεί στην αύξηση του εισοδήματος του με αβανταδόρικους και ξενικούς τρόπους. Εδώ είναι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση χαρακτηρολογικά με τον σερίφη. Ο Moss πιστεύει πως μπορεί να καθορίσει το μέλλον, υπερεκτιμά τις ικανότητες του και αποφασίζει να κρατήσει την βαλίτσα και να τα βάλει με όλους. Η πράξη του, να ανακατευτεί σε εντελώς άγνωστα χωράφια, σίγουρα δεν ξενίζει καθόλου τον θεατή. Καθώς είναι μια καθημερινή κερδοσκοπική στάση την οποία η δύναμη της συνήθειας έχει καταστήσει φυσιολογική. Όμως ο Moss τελικά θα έχει να αντιμετωπίσει αυτό το ακατανόητο μέλλον(Bardem) το οποίο είναι εκεί για να του δείξει αποστομωτικά πως άλλος είναι ο ρυθμιστής... Ενώ και η έμμεση συνάντηση Ed και Moss γίνεται μόνο αφ' ότου τα πάντα έχουν τελειώσει τονίζει ίσως και την αδυναμία του παρελθόντος να επέμβει δραστικά στο παρόν.

Το μέλλον πάλι ενσαρκώνει ο Chigurh, τον οποίο υποδύεται μοναδικά ο σκοτεινός Javier Bardem. Μια πολύ δυνατή ερμηνεία που επάξια ανταμείφτηκε με το oscar. Ο Chigurh είναι ένας άνθρωπος(;) που δεν μπορεί να περιγράφει με ανθρώπινες λέξεις. Σιωπηλός, εφιαλτικός, στυγερός, δυσνόητος μα το χειρότερο απ' όλα είναι πως φαίνεται να κουβαλάει πάνω του το γραφτό. Όλοι οι κινηματογραφημένοι φόνοι στην ταινία αντιστοιχούν σε αυτόν. Είναι ξεκάθαρο πως τα πάντα εξαρτώνται από αυτόν, είναι το στίγμα του προδιαγεγραμμένου, σε μια μάλλον μηδενιστική έκφραση του μέλλοντος, μια έκφραση γεμάτη απαισιοδοξία. Αν υιοθετήσουμε την άποψη πως το φυσιολογικό διαμορφώνεται απ' το συνηθισμένο, τότε ο Chirguh είναι εντελώς εξωπραγματικός. Είναι ακατανόητος, σύμφωνος με την ιδέα που έχει ο φιλήσυχος σερίφης για το μέλλον. Ο Chirguh λοιπόν μοιάζει να μην επικοινωνεί με τον κόσμο, και ο σκοπός της ζωής του να είναι μοναδικός. Η τιμωρία. Ένας άγγελος θανάτου, έτοιμος να αφαιρέσει την ζωή απ' τα ματαιόδοξα και αχάριστα πλάσματα που κατοικούν σε αυτόν τον κόσμο. Είναι το αδυσώπητο μέλλον που καθιστά κάθε γήινη ύπαρξη ως μελλοθάνατη. Τα τραύματα ωστόσο στο πόδι του δηλώνουν πως και ο ίδιος είναι φθαρτός. Ενώ το ανέκφραστο πρόσωπο του εμφανίζεται εμφανώς δακρυσμένο μπροστά στον "άδικο" θάνατο που ετοιμάζεται να διαπράξει εις βάρος της γυναίκας του Moss. Αυτή του η επικοινωνία με το περιβάλλον θα επαληθευτεί και λίγο αργότερα, όπου περιέργως παρακολουθεί στον καθρέφτη του αυτοκινήτου κάποια παιδιά. Τελικά η ενσωμάτωση του με αυτόν τον κόσμο μέσω της προαναφερθέν επικοινωνίας είναι και που θα πληρώσει στη συνέχεια. Ίσως επειδή και το μέλλον κάποια στιγμή γίνεται παρών και αφήνει την θέση του σε κάποιο άλλο…

Η ταινία είναι εξαιρετικά κινηματογραφημένη. Είναι απτή στον θεατή χάρις της επιλογής των Coen να οπτικοποιήσουν την ιστορία τους με ένα σύγχρονο τρόπο. Η βία συναντά την πιο σιωπηρή μα καταλυτική ειρωνεία. Ειρωνεία που περιγράφει τα πλάσματα αυτού του κόσμου εξαιρετικά αδύναμα. Ενώ στα της αφήγησης είναι ξεκάθαρος και ο τρόπος που αναπαριστούν το χρήμα. Αυτά τα πολυζήτητα χαρτονομίσματα εμφανίζονται στην κόκκινη αιματοβαμμένη τους μορφή, σε μια μάλλον ετοιμολογική προσέγγιση για το πως κινούνται τα γρανάζια αυτού του κόσμου. Και το κυριότερο η δήλωση το πως αυτά τα χαρτονομίσματα γίνονται εντελώς αποδεκτά δίχως ίχνος περισυλλογής απ' το καθολικό σύνολο των εμφανιζόμενων προσώπων!

Δεν είμαι ειδικός για να σας πω αν είναι η καλύτερη ταινία των Coen, πάντως πρόκειται για μια εξαιρετική ταινία που το να αγνοηθεί μάλλον ισούται με κινηματογραφικό έγκλημα!
Βαθμολογία 9/10

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2008

The Purple Rose of Cairo


Σκηνοθεσία: Woody Allen
Παραγωγής: USA/ 1985
Διάρκεια: 82'

Το πορφυρό Ρόδο του Καΐρου δεν είναι άλλο από μια ταινία μέσα στην ταινία του Woody Allen. Η οποία ταινία με την υποστατική της φύση αποτελεί το αγκάλιασμα και την αγαλλίαση του θεατή μέσα στους χαλεπούς καιρούς της όποιας καθημερινότητας. Με τον τρόπο που η Τέχνη και ειδικότερα η κινηματογραφική επιδίδεται στο αθώο φλερτάρισμα με τον λατρευτή της. Με τον ίδιο τρόπο που τα 82 αυτά λεπτά filmikου χρόνου είναι ικανά να χαραχθούν στη δική μας "αιωνιότητα".

Το story είναι το εξής: Η Cecilia είναι μια γυναίκα νοικοκυρά που ζει στις ΗΠΑ στα 1930, την εποχή της ανεργίας και της γενικότερης παρακμής. Είναι ακόμα αποδέκτης των βίαιων ενστίκτων του μπρουτάλ συζύγου της. Το μόνο που απαλύνει τα βάσανα της είναι ο κινηματογράφος στον οποίο κάνει τεράστια επίπεδα κατανάλωσης. Σε μια παράσταση γίνεται το εξής ανεπανάληπτο. Ο κινηματογραφικός ήρωας Tom Baxter δραπετεύει απ' την οθόνη για να της εξομολογηθεί τον έρωτα του στη Cecilia. Ολόκληρες αναταραχές θα γίνουν στην κινηματογραφική βιομηχανία αλλά και στη ζωή της Cecilia, καθώς η καριέρα του Gil Shepherd που υποδύεται τον Tom Baxter, στην προαναφερθέν ταινία, απειλείται.

Ο Woody Allen εξαρχής οριοθετεί την θέση του κινηματογράφου στα πλαίσια της κοινωνίας. Η αναφορά του γίνεται με την καταπραϋντική θέση που κατέχει το cinema στην δυσμενή ζωή της Cecilia. Ενώ κάνει και ξεκάθαρη αναφορά στο ρόλο που έπαιξε το star system στα 1930 στον κινηματογράφο. "Είσαι σταρ" με μια ξελογιασμένη ευτυχία εξομολογείται η Cecilia στον Gil Sepherd. Ακόμα ξεχωρίζοντας τον κινηματογραφικό ηθοποιό από τον ήρωα( στα πλαίσια του σεναριακού ιδεαλισμού που ζητά από τον ήρωα να αποτελεί ανεξάρτητη ανθρώπινη οντότητα) δημιουργεί το πεδίο για ευφυέστατες και ευστοχότατες στοχαστικές βολές.

Με το ανεξάρτητο λοιπόν ηθοποιού και ήρωα ο Woody Allen αποσαφηνίζει τα δυσδιάκριτα όρια μεταξύ του είναι και του φαίνεσθαι, μεταξύ του πραγματικού και του φανταστικού. Ο Tom Baxter δεν είναι παρά ένας κινηματογραφικός ήρωας. Δεν είναι άνθρωπος, αλλά απομίμηση. Οι βιολογικές μας ανάγκες είναι ξένες για αυτόν. Είναι η εικόνα του πραγματικού Gil Sepherd. Μόνο που ο θεατής έρχεται σε επαφή μόνο με την εικόνα, μόνο με το φαίνεσθαι(δηλαδή τον Tom Baxter) και αυτό είναι ικανό να αναταράξει τις ισορροπίες. Η Cecilia μοιάζει εντελώς υπνωτισμένη με τον αφελή και ερωτοχτυπημένο Tom Baxter. Όμως όταν στη ζωή της αποκαλυφτεί ο πραγματικός Gil Sepherd τότε θα καταλάβει πως ο Tom δεν είναι παρά μια εικόνα, ένα άδειο πουκάμισο. Ο πρόσφατος έρωτας της μετατοπίζεται στον αληθινό ήρωα.

Η Cecilia ζει ένα όνειρο, το οποίο είναι και η διέξοδο της από την σκληρή καθημερινότητα της. Το όνειρο είναι πλέον ξεκάθαρα φτιαγμένο με κινηματογραφικά υλικά. Και ο Νέο Υορκέζος θα της φερθεί με την μέγιστη ευγένεια και τρυφερότητα. Σε αυτήν και το όνειρο διαφυγής της. Όμως τα όνειρα δεν είναι αληθινά. Και δεν μπορεί απ' το να μην είναι ειλικρινής μαζί της. Έτσι το finale την κρατάει μακριά απ' όσα ονειρεύεται και την δένει με την υπαρκτή πραγματικότητα. Με μια επιστροφή στον "πραγματικό" άντρα της, που εμπεριέχει το ειρωνικό σχόλιο, αλλά και την μελαγχολημένη ματιά του δημιουργού για την απραγματοποίητη φύση του ονείρου. Άλλωστε αυτή η φύση του και η μοναδική του ιδιότητα να εισβάλλει για τα καλά μέσα μας δεν είναι είνα που κάνουν το όνειρο τόσο ελκυστικό παρά την δεδομένη αποτυχία του;

Ο Woody Allen σίγουρα θα είναι ανακουφισμένος. Σε αντίθεση με την ολοσχερώς χτυπημένη ηρωίδα του, γνωρίζει πως κατέχει τους κινηματογραφικούς κώδικες, και ξέρει πως αυτό μπορεί να κάνει το όνειρο υπαρκτό μέσα απ' την τέχνη του! Η αφήγηση στην ταινία χαίρει καθαρότητας και διαύγειας, ενώ η κινηματογραφική υφή είναι εμπνευσμένη από μια φιλοσοφία που ξεπερνάει τα κινηματογραφικά είδη. Η φωτογραφία είναι μοναδική, καθώς τα ζεστά κάδρα αποτυπώνουν την επιθυμία της Cecilia(που μοναδικά υποδύεται η Mia Farrow) για αλλιώτικη ζωή, αλλά ταυτόχρονα είναι σχεδόν υγρά, δακρύβρεχτα για το αναπόφευκτο της πραγματικότητας.

Εμείς οι σινεφίλ πολλές φορές βλέπουμε να γκρεμίζονται κάστρα μπροστά μας όταν συζητάμε με λοιπούς ομοϊδεούς μας. Τα κάστρα γκρεμίζονται όταν διαβλέπουμε σημαντικές διαφωνίες στον τρόπο εκτίμησης ταινιών με αυτούς που πρώτιστα ταυτιζόμασταν. Και έτσι τα πλήγματα είναι καίρια. Πάντως ο, σε άπαντες σινεφίλ(και όχι μόνο) αξιαγάπητος σκηνοθέτης, έχει δηλώσει πως αυτή είναι η αγαπημένη του δουλειά. Έτσι ο καθένας έχει την δυνατότητα να εξερευνήσει τις συμφωνίες και τις ασυμφωνίες του, με αυτή την φανατικά λατρευτή φιγούρα του κινηματογράφου!
Βαθμολογία 9/10

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2008

There Will be Blood


Σκηνοθεσία: Paul Thomas Anderson
Παραγωγής: Usa / 2007
Διάρκεια: 158’

Μια ακόμα τεράστια ταινία. Ο Daniel Day Lewis επιδίδεται σε μια τεράστια ερμηνεία μεταξύ σπουδαίων συναδέλφων του. Υποδύεται στοχαστικά, αλληγορικά, και αυτοπαρουσιαστικά έναν άπληστο μικρό σατανά(Plenview). Ο οποίος διορατικός διαβλέπει την κερδοφορία της πετρελαϊκής εποχής στην αλλαγή του 20ου αιώνα. Απαλλάσσεται από κάθε ίχνος περιοριστικής ηθικής και ασελγεί πάνω στον καθένα με μοναδικό σκοπό την συλλογή του χρήματος. Χρήμα που τον κάνει πανίσχυρο μεταξύ άλλων.

Ένας ιεροκύρηκας είναι ο κύριος αντίπαλος του. Αυτός είναι ένας ακόμα σπηλωτής όσων πρεσβεύει. Μα η δύναμη του απάνω στον πετραιλεομεγιστάνα έγκειται στις ρητορικές του ικανότητες. Με τις οποίες μπορεί και διαμορφώνει την ηθική των άλλων. Την ηθική της κοινωνίας η οποία είναι η μόνη που τελικά θα βρει απέναντι ο Plenview.

Ο Plenview με σκοπό την γλύκανση του image του συλλέγει ένα ορφανό το οποίο κατονομάζει γιο του. Ο H.W. είναι αυτός που είναι αποδέκτης τόσο της επιτυχίας μα κυριότερα την εσωτερικής σαπίλας του φερόμενου ως πατέρα του. Η κοντινή θέση του με το πλουτοπαραγωγικό προϊόν είναι αυτό που τον μετατρέπει σταδιακά σε ανταγωνιστή όπως χαρακτηριστικά τον αποκαλεί ο πατέρας του, σε μια μάλλον αλληγορική δήλωση του Paul Thomas Anderson.Ένα ακόμα συγγενικό πρόσωπο του Plenview είναι ο Henry. Ο οποίος παρά την μικρή χρονική παρουσία του είναι παραπάνω από χρήσιμος στο αφηγηματικό παζλ που ξεδιπλώνεται. Κατέχει την θέση της πληροφορίας, την ψευτοπληροφορίας η οποία απ’ το μηδέν φιλοδοξεί να φτάσει στα ύψιστα. Μόνο που τελικά η πληροφορία είναι καταναλωτή και έχει ημερομηνία λήξης.

Η ταινία αυτή απασχολεί περισσότερο από κάθε άλλο τους κριτικούς. Στα κείμενα των οποίων συναντάμε ποικίλες αναφορές. Η δύναμη της για μένα έγκειται στον τρόπο που παντρεύει τον προγενέστερο κινηματογράφο με ένα cinema που ακόμα δεν έχει ειπωθεί. Το πρώτο ενδεικτικό εικοσάλεπτο είναι ένα κολλάζ βουβών διαλεκτικά εικόνων που φειδωλά παρέχουν τις απαραίτητες πληροφορίες στον θεατή για να μην μείνει ξεκρέμαστος στη συνέχεια. Τα πάντα αναπτύσσονται και συνθέτονται μαεστρικά όσον αφορά την αφήγηση, με έναν τρόπο κινηματογραφικότατο. Τα πάντα έχουν έναν δυσδιάκριτο λόγο ύπαρξης όπως θα έλεγε και ο Tarkovsky. Ενώ αισθητικά η τέλεια φωτογραφία, η άριστη μουσική επιμέλεια ντύνουν τα κάδρα με τον πλέον επιθυμητό τρόπο! Τέχνες οι οποίες προσηλωμένες χρωστούν τον λόγο ύπαρξης τους καθαρά για την υπηρέτηση της ταινίας,

Το να χαρακτηρίσεις σε αυτή την ταινία τον Paul Thomas Anderson μαέστρο είναι λίγο. Θέλω να κάνω και μια αναφορά στον αβανταδόρικο και παραπλανητικό τίτλο της ταινίας που επαληθεύεται μόνο μοναδιαίως και στιγμιαίως στο αξιέπαινο finale. Ακόμα και με τον τίτλο ο σκηνοθέτης λοιπόν καταφέρνει να δημιουργεί ατμόσφαιρα, με τον τρόπο που έκαναν-κάνουν οι ταινίες αγωνίας. Όπου δηλώνοντας ένα γεγονός, η προσμονή των θεατών για αυτό συνεπάγεται με αγωνία. Έτσι και το «Θα χυθεί αίμα» προϊδεάζει, μόνο που είναι τελείως παραπλανητικό γιατί τελικά το μόνο αίμα που χύνεται είναι αυτό της ηθικής…
Βαθμολογία 9,5/10

Εδώ σας παραθέτω και το πολύ ενδιαφέρον κείμενο του αγαπητού Ηλία.

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2008

Into the Wild


Σκηνοθεσία: Sean Penn
Παραγωγής: USA/ 2007
Διάρκεια: 148'

Το 1998 ο Jon Krakauer έγραψε ένα βιβλίο για την ζωή αυτού του μυστήριου νέου, του Christopher McCandless. Τα κίνητρα του ήταν, όπως έχει δηλώσει, να καταλάβει τον ήρωα του. Σχεδόν 10 χρόνια ύστερα, ένας απ' τα εκατομμύρια αναγνωστών, ο Sean Penn αποφάσισε να χαρίσει και σε μας τους κινηματογραφόφιλους αυτή την μαγευτική ιστορία!

Ο Christopher McCandless μας λέει "πως στη ζωή δεν είναι απαραίτητο να είσαι δυνατός, αλλά να αισθάνεσαι δυνατός...". Αυτό αρκεί για να κυνηγήσεις την αλήθεια, να ψάξεις τις απαντήσεις στις βαθύτερες αναζητήσεις σου. Να προχωρήσεις ως την άκρη της γραμμής με σθένος και να πάρεις την ζωή στα χέρια σου. Δίχως εξάρτηση, με μια γοητευτική αυτάρκεια. Και ο McClandess ήταν ένας ευφυής άνθρωπος, τουλάχιστον ικανός να διαβλέψει την βολικότητα του συστήματος. Την μοναδική ιδιότητα των μαζών να διαφθείρουν, να κατασπαράσσουν τα ατομικά στοιχεία, τα ατομικά πιστεύω για χάρη ενός αποξηραμένου τρόπου ζωής. Άλλωστε και οι πιο κοντινές παραστάσεις του συνέβαλλαν σε αυτό. Ο κενός θεσμός της οικογένειας, με τους γονείς επιτυχημένους στο πολυφημισμένο "Αμερικάνικο Όνειρο", αλλά εντελώς αποτυχημένους στην οικογενειακή τους ζωή είναι αυτό που τον συντροφεύει στην παιδική του ηλικία. Απ’ την μια πλουσιότατες δεξιώσεις και απ’ την άλλη βία και καυγάδες των οποίων αποδέκτες ήταν οι τρυφερές καρδιές αυτού και της αδερφής του. Αυτά είναι και τα πρώτα ερεθίσματα για να παραδοθεί ο McClandess στον δικό του κόσμου. Στον δικό του εξιδανικευμένο και ηθικά ακέραιο κόσμο, μακριά από την διαφθορά του συνηθισμένου και τις έμφυτες και ξενικές έννοιες του προδιαγεγραμμένου. Για αυτόν τον κόσμο απαρνείται κάθε υλισμό και ό,τι κρατάει μακριά το κορμί απ’ το πνεύμα.

Έτσι λοιπόν ο ήρωας μας αφού αποφοιτήσει με άριστα απ' το κολέγιο αποφασίζει να γυρίσει την πλάτη στην πλουσιοπάροχη ζωή που τον περιμένει για να βιώσει μια άλλη πιο ακριβή. Την ζωή στα άκρα, την ζωή της απόλυτης ανθρώπινης ελευθερίας. Θα απαλλαγεί απ' τα χρήματα του, δωρίζοντας τα σε κάποια φιλανθρωπία, και θα ξεκινήσει το ταξίδι του για την άγρια φύση. Άλλωστε πότε ο άνθρωπος ήταν πιο κοντά στο μέσα του από τότε που ξέγνοιαστος ανήκε στη φύση; Έτσι ο φυσιολάτρης και εν τρόπο τινά extremiστής McClandess θα τραβήξει τον δικό του δρόμο προς την εσωτερική ολοκλήρωση. Δεν θα ενταχθεί όμως σε καμιά ομάδα. Είναι αρκετά συνειδητοποιημένος για να μην επιτρέψει καμιά αλλοίωση του εαυτού του για χάρη της υλοποίησης και της προώθησης των ενδιαφερόντων του. "Μην μου δώσεις χρήματα, αγάπη, φήμη, δόξα αλλά δώσε μου αλήθεια..." έχει πει παραφράζοντας τον Θορώ. Και οι δικές του πράξεις είναι τα βήματα για την απόκτηση αυτής της βαθύτερης αλήθειας. Και σε αυτό του το μοναχικό ταξίδι θα τρέφεται με οργή για την βολικότητα του συστήματος και την αλλοίωση που αποδέχεται ο καθένας μέσα σε αυτό και με την αγάπη του για την σκέψη, την βαθύτερη γνώση και ό,τι ανθρώπινο. Και σε αυτό τον δρόμο που έχει επιλέξει έχει για χάρτη τα αγαπημένα του βιβλία(όπως Ντοστογιεβσκη, Θορώ κλπ).

"Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη" είχε πει ο Καβάφης. Για τον McClandess η δική του Ιθάκη είναι ένα αεικίνητο λεωφορείο στην κορυφή της Αλάσκα. Και είναι ο πηγαιμός που κάνει αυτό το λεωφορείο να μοιάζει μαγικό. Ο πηγαιμός που μας δίνει ο Sean Penn μέσα από επιδέξια flash back. Ένας πηγαιμός γεμάτος ανθρώπινες εμπειρίες, ένας πηγαιμός με την γοητεία και την τόλμη αυτού του ασυμβίβαστου νέου. Στην ιδεατή άποψη της ζωής, που όλοι μας κάπου λίγο πολύ νιώθουμε ένοχοι για κείνη την σκοτεινή μέρα που την θάψαμε μακριά μας! Και αυτός ο ιδεαλιστής νέος, απαρνούμενος όποιο μέλλον για το ολοκληρωτικό παρών άφησε πρόωρα την ζωή σε αυτό το μαγικό λεωφορείο στην κορυφή της Αλάσκα. Όμως πρόλαβε να μας αποκαλύψει ότι "δεν υπάρχει ευτυχία αν δε μοιράζεται...". Γιατί τελικά όσο δυνατοί και αν νιώθουμε δεν μπορούμε να είμαστε τόσο όσο χρειάζεται για την ζωή...

Ο Sean Penn σκηνοθετεί με εμφανή αγάπη για τον ήρωα του, την αγάπη που είχε και ο Krakauer στο βιβλίο του, χρησιμοποιώντας μέχρις ενός βαθμού την συμβατική σκηνοθεσία που έχουμε συνηθίσει(εκτενή χρήση flash back, υπερπληροφοριακά voice over). Όμως αυτή του η αγάπη και το πάθος για τον ήρωα είναι που θα τον κάνει εξίσου αγαπητό και στα δικά μας μάτια. Είναι άξια θαυμασμού η προσπάθεια που κάνει να εναρμονίσει την ντοκυμαντερίστικη χροιά αυτής της road movie με την υπερσκηνοθετημένη καταγραφή του ήρωα του. Γιατί το ντοκιμαντέρ απογυμνώνει την φύση, αυτή την άριστη τοπογραφία που οπτικοποιεί η αψεγάδιαστη φωτογραφία, ενώ τα υπερσκηνοθετημένα τρικ είναι αυτά που φέρουν στην επιφάνεια τον ενδιαφέρον εσωτερικό κόσμο του McClandess. Η αφήγηση διακατέχεται από ένα ύφος εξύμνησης του πρωταγωνιστή το οποίο πολλές φορές υποκύπτει στην ωραιοποίηση. Όμως ποια ποίηση δεν μας ταξιδεύει με πυξίδα την εξιδανίκευση και την ωραιοποίηση; Και η ταινία τόσο αφηγηματικά όσο και σκηνοθετικά είναι βαθιά ποιητική... Ο θεατής έχει επίσης τη δυνατότητα να ακούσει την καθηλωτική μουσική υπόκρουση της ταινίας και την εκπληκτική ερμηνεία του Emile Hirsch που σίγουρα απογειώνει τις μετοχές του!

Τελικά πρόκειται για μια ακόμα δυνατή ταινία, άλλη μια πολύ όμορφη ταινία σε αυτή την σπουδαία κινηματογραφική χρονιά που διανύουμε!
Βαθμολογία 8,5/10

Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2008

Mujeres al borde de un ataque de nervios


Σκηνοθεσία: Pedro Almodóvar
Παραγωγής: Spain/ 1988
Διάρκεια: 90'

Ο Pedro Almodovar με αυτή την ταινία έφτασε ως την πόρτα των Oscars και ανέβηκε τουλάχιστον ένα σκαλί αναγνωρισημότητας στα μάτια των κινηματογραφόφιλων.

Η υπόθεση είναι απλή και διαδραματίζεται κατά το πλείστον στα όρια ενός δωματίου. Η ταινία οριοθετεί την έναρξη της στη λήξη της ερωτικής σχέσης μιας γνωστής ηθοποιού, ονομαζόμενης Pepa, και ενός παντρεμένου άντρα, καλούμενου Carlos. Η Pepa είναι ψυχολογικά κλονισμένη και βρίσκει εκτόνωση μόνο με τις άλογες εκφράσεις των νεύρων της. Σε αυτή την δύσκολη στιγμή την επισκέπτονται ένα σύνολο ατόμων προσθέτοντας γαργαλιστικές στιγμές γέλιου και ειρωνείας. Συγκεκριμένα η αδερφή της που έχει πρόβλημα με την αστυνομία, τα παιδιά του Carlos που τυχαίως ενδιαφέρονται για το διαμέρισμα της Pepa κλπ. O Pedro Almodovar θα χρησιμοποιήσει αυτές τις επισκέψεις για χάριν της πλοκής και θα εκμεταλλευτεί δραματουργικά στο ζενίθ την θέση των β-ρολίτων όπως αυτοί εντάσσονται στην ιστορία.

Η ταινία κατά γενική ομολογία πραγματεύεται αυτό που δηλώνει ο τίτλος. Παρουσιάζει δηλαδή γυναίκες σε καταστάσεις νευρικής σύγχυσης. Ο Almodovar θα φερθεί στα κορίτσια του με ευαισθησία και κατανόηση. Αποδέχεται την φύση τους ως οξύθυμα και επιπόλαια όντα και τις αναγνωρίζει ως βαγόνια στοιβαγμένα με όλα τα άδικα βάσανα του κόσμου. Τις αναπαριστά ωστόσο χωρίς ωραιοποιήσεις, στα όρια του νευρικού κλονισμού. Κυρίως όπως η εξωτερική στερεοτυπική αντίληψη αλλά και η πλειοψηφική εμπειρία μας υπαγορεύουν. Ωστόσο δεν εγκαταλείπει ποτέ την συμπάθεια του προς αυτές. Κάτι που φαίνεται τόσο στην τρυφερότητα με την οποία αντιμετωπίζει τα νευρικά ξεσπάσματα τους όσο και στην ηρωική, μεγαλόψυχη πράξη της Pepa στο finale. Αντίθετα ο σκηνοθέτης φέρεται στους άντρες της ταινίας με λιγότερη κομψότητα. Δηλώνοντας τους αδίκως υπερυψωμένους στον στίβο της κοινωνίας και τοποθετώντας τους σε σχέσεις πλήρης εξάρτησης με το άλλο φύλλο. Τόσο με την γυναίκα ερωμένη όσο και με την γυναίκα-μητέρα.

Αισθητικά τα πάντα αναπαριστώνται σε φλογισμένο κόκκινο. Αυτή η χρωματοποίηση που φέρνει και μια cult αίσθηση στο προσκήνιο επιστρατεύεται απ' τον Alomodovar για να περιγράψει τις εύθραυστες ισορροπίες του γυναικείου ψυχισμού. Θεματικά το έντονο δραματικό στοιχείο παντρεύεται το ειρωνικό χιούμορ του σκηνοθέτη, τοποθετώντας τις ρίζες της ταινίας στην Αρχαία Ελληνική τραγωδία. Κάτι που οφείλουμε να επισημάνουμε είναι ο εξέχοντας ρόλος που παίζουν στην κίνηση του δράματος τα αντικείμενα. Τα οποία άλλοτε υπαγορεύουν και άλλοτε επαληθεύουν τα δρώμενα. Χαρακτηριστικότερη περίπτωση είναι που η Pepa σωριάζεται στο έδαφος απ' την αϋπνία. Τα γυαλιά της φεύγουν και απομακρύνονται ελαφρώς απ' τα μάτια της. Και εμείς παρακολουθούμε πλέον το αλλοιωμένο είδωλο της μέσα από τους μυωπικούς φακούς της. Το είδωλο της διαστρέφεται ταυτόσημα με την ψυχική κατάσταση της ηρωίδας την δεδομένη στιγμή. Τέλος στο cast o θεατής θα βρει ενδιαφέρουσες ερμηνείες απ' την Julieta Serrano στο ρόλο της αδερφής της Pepa μα κυρίως απ' την Carmen Maura που υποδύεται την Pepa. Δικαιολογώντας γιατί έχει υπάρξει δημιουργική μούσα του Ισπανού σκηνοθέτη.

Είκοσι χρόνια μετά η ταινία εξακολουθεί να διατηρεί εκείνη την δυναμική της στην αναπαράσταση των γυναικών και να κεντρίζει με την κινηματογραφική τόλμη της. Είναι επίσης ένα ακόμα λιθαράκι στον μακρύ σκηνοθετικό δρόμο του Almodovar. Ένα λιθαράκι που χτίζει ακόμα πιο στενές σχέσεις του δημιουργού με το γυναικείο κυρίως κοινό!
Βαθμολογία 8,5/10

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2008

Padre Nuestro


Σκηνοθεσία: Christopher Zalla
Παραγωγής: USA/ 2007
Διάρκεια: 110'

Το Padre Nuestro είναι η ταινία του πρωτοεμφανιζόμενου Christopher Zala και που τόσο ντόρο έκανε στο φεστιβάλ της Sundance. Θα μπορούσε να μεταφραστεί και ως οι επίγειες προσευχές, άλλοτε αθώες και άλλοτε διεφθαρμένες, των κοινωνικά ασθενέστερων για ένα καλύτερο αύριο.

Η ταινία ξεκινάει με κατάμαυρα κάδρα και ένα φορτίο στοιβαγμένο με λαθρομετανάστες που ψάχνουν μια καλύτερη τύχη στην Νέα Υόρκη. Ανάμεσα τους ο άβγαλτος Pedro, με μια αθωότητα που τον καθιστά περίγελο στους υπόλοιπους και ο ανήθικος Juan ο οποίος προσπαθεί με κάθε μέσω να εκμεταλλευτεί ανθρώπους και καταστάσεις. Ο Pedro που προσφάτως έχει χάσει την μητέρα του κρατάει στα χέρια του ένα γράμμα για τον φερόμενο ως πλούσιο πατέρα του, κάτι που ελπίζει να του εξασφαλίσει το καλύτερο μέλλον που ονειρεύεται. Ο Juan αντιλαμβάνεται το κέρδος που θα αποκόμιζε αν έκλεβε το γράμμα και χωρίς δισταγμό παρουσιάζεται ως Pedro στον πατέρα του Pedro.

Μόνο που ο πλούσιος πατέρας, Diego, δεν είναι παρά ένας μύθος. Στην Νέα Υόρκη ο Juan θα συναντήσει έναν λαντζιέρη που ζει σε ένα γιαπί. Είναι ένας άνθρωπος πολύ κλειστός και εσωστρεφής, φαίνεται να φυλάει τα χρήματα του ως την τελευταία δραχμή. Πίσω απ' την εσωστρέφεια του κρύβεται ένας άνθρωπος με πολλές πληγές. Ένας άνθρωπος που λανθασμένα εισπράττει ότι έχει αδικηθεί κατάκορφα, ρίχνοντας όλες τις ευθύνες της αποτυχίας της προσωπικής του ζωής στην προσφάτως χαμένη μητέρα του Pedro, και ξεστομίζοντας τεράστιες βωμολοχίες εναντίον της. Ο Juan παρ' ότι απογοητεύεται απ' την οικονομική στενότητα του Diego θα μείνει μαζί του. Με την ευκαιρία να ανακαλύψει που κρύβει το χρήμα αλλά και την εσωτερική αφανή του δίψα για πατρική στοργή.

Ο Pedro απ' την άλλη για να επιβιώσει πρέπει να μάθει καλά τους νόμους της πιάτσας. Δείχνει πολύ ευαίσθητος για την σκληρότητα των δρόμων. Στην πορεία του θα βρει μια εξαθλιωμένη πόρνη, τη Magda. Αν και οι σχέσεις τους αρχικά είναι αυστηρά κερδοσκοπικές η συνέχεια και το βάρος των γεγονότων θα τους ενώσει. Γιατί όπως δηλώνει ο Zalla όλοι χρειάζονται και έχουν ανάγκη την αγάπη ακόμα και στην πιο αχνή της μορφή. Τώρα ο Pedro τρέφεται απ' τον πόθο του για να γνωρίσει τον πατέρα του και απ' την οργή του για το κακό που του έκανε ο διπρόσωπος Juan.

Ωστόσο η ταινία παραγκωνίζει το αρχικό μεταναστευτικό ύφος της. Τόσο ο Juan όσο και ο Pedro δεν φαίνεται να λειτουργούν στο κοινωνικό μεταναστευτικό πλαίσιο. Οι πράξεις τους είναι αυστηρές εκφράσεις των συναισθηματικών τους κόσμων και προσπάθειες προσαρμογής στο περιβάλλον. Όπως και ο ρόλος της Magda είναι αστήριχτος και υπάρχει κυρίως για χάρη της δραματουργίας.

Η ταινία θα βασιστεί πάνω στην δίψα των ανθρώπων για ένωση, επικοινωνία, αγάπη. Ο σκληρός εσωστρεφής Diego αλλά και ο ανήθικος Juan θα μαλακώσουν υπό την επίδραση των πατρικών δεσμών. Ενώ και η ένωση του Pedro και της Magda θα απαλύνει την δύσμοιρη ζωή των δρόμων. Επίσης η ταινία θα μαρτυρήσει πως η αλήθεια είναι μακριά από αυτό που πιστεύει ο καθένας. Αυτό που ο Diego εισπράττει ως αδικία και όλα τα δύσοσμα που καταλογίζει στην μητέρα του γιου του καταρρίπτονται. Τόσο η άριστη διαπαιδαγώγηση του ευαίσθητου Pedro είναι ένα στοιχείο πως πίσω κρύβεται ένας στοργικός γονιός όσο και η ύπαρξη του γράμματος που αποκαλύπτει την αλήθεια στο finale της ταινίας.

Ωστόσο η ταινία μάλλον θα αποπροσανατολίσει τον θεατή. Ο εκβιαστικός παραγκωνισμός της κοινωνικής της υπόστασης για αυτόν του δράματος είναι η κύρια αιτία. Όπως και κάποια λάθη στα οποία υποκύπτει ο νεοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης. Για παράδειγμα η επαναληπτική αναπαραγωγή όμοιων εικόνων που στερεί την οπτική αλλά και την θεματική δυναμική της ταινίας. Ο Zalla πάντως στην αναπαράσταση του θέματος θα ακολουθήσει την πεπατημένη. Με μαύρα κάδρα και ελαφρώς ξεθωριασμένη φωτογραφία να περιγράφουν τις "πληγωμένες" ζωές των ηρώων. Ενώ η ταινία σκηνοθετικά το μόνο που έχει να παρατάξει είναι ορισμένες μεμονωμένες δυνατές δραματουργικά σκηνές.

Το Πάτερ ημών θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο πόθος των ανθρώπων για έναν επίγειο πατέρα. Έναν άνθρωπο υψηλό και έτοιμο να τους βγάλει από την δύσκολη θέση... Μόνο που αυτές οι προσευχές εκτός από ουτοπικές τις περισσότερες φορές είναι και εγωκεντρικά διεφθαρμένες...
Βαθμολογία 5,5/10

Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2008

Kirikou et la sorcière



Σκηνοθεσία: Michel Ocelot
Παραγωγής: France / Belgium / Luxembourg/ 1998
Διάρκεια: 74'

Ο Ocelot, ένας από τους πιο σπουδαίους σύγχρονους animation παραμυθάδες, έκανε πριν 10 χρόνια αυτή την ξεχωριστή ταινία. Είναι ένα one man show με πρωταγωνιστή τον μικρό και πολύ συμπαθητικό Kirikou του τίτλου.

Η ταινία αναφέρεται σε έναν παιδικό υπερήρωα, όπως θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε. Ο Kirikou είναι ένα ασυνήθιστο παιδί. Ένα παιδί που γεννιέται μόνο του, ένα παιδί με τεράστιες σωματικές αλλά και πνευματικές ικανότητες, ένα παιδί που πορεύεται μόνο του μες στην αλλιώτικη φύση του, και ένα παιδί που μόνο του θα φέρει την λύτρωση για όλους. Τη λύτρωση για την φυλή του, που τοποθετείται γεωγραφικά στην Αφρική, η οποία αντιμετωπίζεται με όλα τα σύγχρονα στίγματα που κουβαλάει πάνω της αυτή η Ήπειρος.

Είναι ξεκάθαρο πως ο Ocelot κάνει μια κατανυκτική αναφορά στους Αφρικάνικους πληθυσμούς με τούτη εδώ την ταινία. Στοχεύει σε αυτό που τους καθιστά αδύναμους να αντιμετωπίσουν όλα τα δεινά που τους περιβάλλουν. Και το αίτιο δεν είναι άλλο απ' τον φόβο. Την χειρότερη μορφή του φόβου, αυτή που προέρχεται και υποθάλπεται από την άγνοια. Οι πληθυσμοί είναι αδαής, δηλώνει ο δημιουργός, με μια αδαημοσύνη που τους γεμίζει έναν υπέρογκο φόβο. Φόβο που τους κατακρεουργεί κάθε βούληση για γνώση. Μια γνώση που είναι η μοναδική που θα μπορούσε να τους βγάλει από την μειονεκτική θέση. Αντί αυτού, οι πληθυσμοί επαναπαύονται και εθίζονται με πραγματικότητα, και κάθε προσπάθεια απάλυνσης των καημών και των βασάνων γίνεται μέσω αυτής. Κάτι που τελικά τους θέτει παντελώς ανίσχυρους μπροστά στις εξωτερικές δυνάμεις που ανενόχλητες εκμεταλλεύονται και αρμέγουν οικονομικά τους Αφρικάνικους πληθυσμούς. Ο Kirikou ωστόσο, μες στην παιδική του φύση είναι εντελώς αλλιώτικος. Γεμάτος απορίες για το τι διαμορφώνει τα πράγματα, και αποφασισμένος να δώσει λύση σε αυτές και κατ' επέκταση στα προβλήματα ολόκληρης της φυλής του.

Ωστόσο όλα αυτά δεν είναι το πρώτο επίπεδο της ταινίας. Το πολιτικοκοινωνικό μήνυμα ενυπάρχει στο cinema του Ocelot, μέσα από την παραμυθένια και υπερηρωική συνάμα, μορφή της ταινίας του. Της ταινίας που εξελίσσεται αφηγηματικά υπό της προσπάθειες του νεαρού ήρωα της. Όπως έχουμε ξαναπεί, το animation προσφέρει άπλετο χώρο για συμβολισμούς και αλληγορισμούς. Χώρους που δεν αφήνει να πάνε χαμένους ο Γάλλος σκηνοθέτης. Οι κύριοι των συμβολισμών και των στοχασμών είναι το δυσανάλογο της σπουδαιότητας του ατόμου με την ηλικία. Ο τονισμός και η σημασία του να είσαι παιδί.
Η πεποίθηση πως τα πάντα έχουν ένα αίτιο και μια εξήγηση. Το πως ο εσωτερικός πόνος, η δυστυχία, μεταφράζεται σε κακία η οποία μπορεί να έχει οποιαδήποτε μορφή και έκφραση. Και ο παραλληλισμός αυτής της εσωτερικής κενότητας με τα Δυτικά επεκτατικά πολιτικά συστήματα. Παραλληλισμός που υλοποιείται υπό το πρόσωπο της κακιάς μάγισσας Karaba.

Το happy end που επιφυλάσσει αυτή η σύντομη ταινία μπορεί να μην μοιάζει καθόλου ρεαλιστικό και σύμφωνο με όλα τα παραπάνω. Όμως μοιάζει αναγκαίο για το κλείσιμο αυτού του τρυφερού παραμυθιού. Και τελικά καταφέρνει την ενήλικη ανακούφιση αλλά και την παιδική κάθαρση. Εγώ το πρωτοείδα πέρσι στα Κυριακάτικα απογεύματα του Φίλιπ, όπου στο κλείσιμο της ταινίας ένας γεμάτος παιδικά πρόσωπα κινηματογράφος χειροκροτούσε αθώα τον Kirikou. Νομίζω δεν υπάρχει πιο περίτρανη απόδειξη για την προαναφερθείσα παιδική κάθαρση!
Βαθμολογία 8/10( +++ αν είσαι animation fun!)