Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2007

Ο οδηγός της seazon...

Λοιπόν για να μην παρεξηγηθώ κρίνω ωφέλιμο να εξηγήσω εν αρχής τις συνθήκες που γράφεται αυτό το post. Είναι βέβαιο πως ο οδηγός μου δε πρόκειται να 'ναι απόλυτα έγκυρος καθώς οι κινηματογραφικές μου ελλείψεις ως προς αυτά που εν τέλη θα 'θελά να δω είναι έντονες! Ωστόσο γράφω αυτό το κείμενο, για να μοιραστώ μαζί σας τις απόψεις μου σχετικά με όσα είδα...

Η σειρά προβολής της λίστας δεν έχει να κάνει με την σειρά προτιμήσεων μου, είναι κυρίως η σειρά με την οποία προβλήθηκαν στην Ελλάδα.

Ξεκινάω λοιπόν με το Arven. Δημιουργός του οποίου είναι μάλλον ο υποτιμημένος 47χρονός Per Fly του οποίου τάσομαι θαυμαστής! Η ταινία πραγματεύεται την κληρονομιά. Εμείς, την αντιλαμβανόμαστε ως μια μετεπιβίβαση ύλης με το θάνατο ενός προσώπου. Αντίθετα, ο Σκανδιναβός σκηνοθέτης την προβάλει ως μετεπιβίβαση "ζωής" απ' τους γονείς στα παιδιά, μέσω στιγμών συνύπαρξης οι οποίες εκφράζονται στο μέλλον. Καλοκουρδισμένο σεναριακά, δυνατό σκηνοθετικά με αρκετές διακρίσεις σε φεστιβάλ ανά τον κόσμο, του οποίου επακολούθησε το πιο αριστουργηματικό κατ' εμέ Drabet.

Μια άλλη ταινία για την οποία θα 'θελά να κάνω αναφορά είναι το United 93. Πραγματεύεται ένα πιθανό σενάριο της τραγωδίας της 11ης Σεπτέμβρη στην Αμερική, ο Paul Greengrass με κάμερα στο χέρι, με low budget, με ντοκιμαντεριστική ακρίβεια και έντονα ψυχο-φορτισμένη γραφή μας μεταφέρει με πολύ σοβαρό ύφος στα δρώμενα. Πολλές διακρίσεις και για αυτή την ταινία, που εκτός των άλλων βρέθηκε και υποψήφια για Oscar.

Συνεχίζουμε με Thank You For Smoking. Οι καπνοβιομηχανίες οργώνουν τα πάντα, βάζουν τα σκευάσματα τους στη ζωή μας το ίδιο ανάλογα με τον ρυθμό που μας την παίρνουν. Ωστόσο δεν είναι οι μοναδικοί κίνδυνοι. Εσύ ωφείλεις να 'σαι σωστός σε αυτό που κάνεις, ό,τι και αν είναι αυτό, και ο κίνδυνος πετάει μακρυά σου. Τόσο απλά, με έντονο χιούμορ, μια ταινία έκπληξη, και φανταστική ερμηνεία απ' τον Aaron Eckhart.

Άνθρωποι είμαστε και μεγαλώνοντας φέρουμε στον κόσμο τα παιδία μας. Ε, αυτή την αρχή την καταλύει ο Μεξικάνος Alfonso Cuarón στο Children of Men, μας δίνει το όραμά του ενός αλλιώτικου κόσμου, και τα σημάδια της καταστροφής διάχυτα παντού, σε ένα μέλλον που ζυγώνει απειλητικά, μα κρατάει την ελπίδα στο μοναδικό νεογνό που γεννήθηκε τα τελευταία έτη στον πλανήτη. Απολαυστικό, γροθιά στο στομάχι, με παρουσίες στο cast όπως Clive Owen,Julianne Moore μόνο απαρατήρητο δεν περνάει...

Ο πύργος της Babel είναι η ταινία με την οποία ο σπουδαίος Inaritu κλείνει την τριλογία του. Η παγκοσμιοποίηση μέσα και στο πιο μικρό χωριό, το εξωτερικό γεγονός φέρνει σχηματικά τους ανθρώπους κοντά, όμως απρόσωποι όσο ποτέ δε φαντάζεστε πόσο μακρυά είναι. Και εδώ σπουδαίο cast, πολύ δυνατή ταινία που ωστόσο δεν απόλαυσα τόσο όσο τα προηγούμενα μέρη της τριλογίας. Οι διακρίσεις με το κιλό και εδώ!

Μια ταινία απ' το εγχώριο κύκλωμα που δίχασε την κριτική είναι το Πεθαίνωντας στην Αθήνα, με cinemascope και μουσική υπογεγραμένη απ' τον Κραουνάκη, ο Παναγιωτόπουλος προσπαθεί να κάνει την υπέρβαση.

Ας περάσουμε στον μεγάλο Clint τώρα, με το πρώτο χρονικά Flags of Our Fathers κάνει μια ηχηρή πολιτική δήλωση για τα τεκτενόμενα του πολέμου στο Ιβο Τζίμα, παρακολουθεί το μέτωπο του πολέμου με την κάμερα στο στρατόπεδο των Αμερικανών και ασκεί έντονη κριτική στα μεγάλα κεφάλια δίνωντας αλήθειες περί πολέμου. Σκηνοθετημένο και παιγμένο αντάξιο της φήμης του!

Η χρονιά είχε και βραβευμένο στις Κάννες Ken Loach, και συγκεκριμένα το The Wind That Shakes the Barley όπου ο Βρεττανός σκηνοθετεί με καθαρά φιλοΙρλανδική σκοπιά τα δρώμενα, ακολουθεί τον άνθρωπο και παρουσιάζει τα σημεία της αλλαγής στη μεταστροφή του συμφέρον με υποβλητικό τρόπο! Άπιαστη και η φωτογραφία σε αυτή την ταινία.

Τώρα περνάμε στο κατά τεκμήριο καλύτερο ελληνικό εύρημα της περιόδου. Η ψυχή στο στόμα μας έβγαλε την ψυχή αλλά δικαιωματικά κατακτά το βραβείο. Ο Οικονομίδης στην πλέον βροντερή κινηματογραφική κατάθεση, σπέρνει τη μιζέρια στην ύστατη μορφή του Έλληνα και σκηνοθετεί την μειοψηξία με κατανόηση εκ της οποίας προέρχεται η λύτρωση.

Η χρονιά είχε όμως και David Lynch με το Inland Empire που πως και πως τον περιμέναμε! Μάλλον άξιζε τον κόπο, επαναστάτης με τα μέσα, ατμόσφαιρα θρίλερ εκ των έσω, όσο δεν πάει, και μια ψυχεγγελική ξενάγηση, δίχως χάρτη, στον συνιρμικό κόσμο του, με ενοχές και σκέψεις τοποθετημένες σε μια αλλόκοτη βάση. Κάπως έτσι γιορτάζει το πέρασμα του στην 6η δεκαετία της ζωής του.

Απ' την γείτονα Τουρκία έχουμε το Iklimler, σπουδαία γραφή, ακροβατεί απ' την ανηθικότητα ως την πλήρη εξάγνιση των συναισθημάτων με πολύ τρυφερή μουσική υπόκρουσης. Εκεί που ο έρωτας κατασπαράζει λοιπόν συναντάμε και μια σπουδαία ερμηνεία, αυτή της Ebru Ceylan στην δεύτερη της κινηματογραφική απόπειρα.

Ας περάσουμε στο βιογραφικό της βασίλισσας(The Queen), o Stephen Frears πέτυχε διάνα. Δε νομίζω πως υπήρχε ηθοποιός που θα έδινε καλύτερη ερμηνεία απ' την Hellen Mirren η οποία εκτός του Oscar εξασφάλισε και τα καλύτερα για την ταινία. Ψάχνωντας τον άνθρωπο πίσω απ' το ψυκτικό βασιλικό πορτραίτο...

Και επειδή όλοι έχουμε ανάγκη από μια πιο ξέγνοιαστη παιδική νότα, αφαιρώ το φτωχά δοσμένο οικολογικό μύνημα και προτείνο Happy Feet. Τα γλυκύτατα αυτά πλάσματα, πιγκουίνοι, υπογράφουν από μόνα τους το χαμογελαστό ταξίδι του θεατή.

Για μένα η αποκάλυψη της χρονιάς ακούει στο όνομα Leben der Anderen, Das. Όταν ο άνθρωπος χάνει την ηθική του ταυτότητα, και όταν όλα πιέζουν προς αυτό, σε κάποια μυστικά συρτάρια κρατάς τον εαυτό σου και διατηρείς τις αναπνοές σου! Και γίνεσαι "αρχή και τέλος" για τον ασυνείδητα χαμένο χρόνο...Όσων δεν άντεξαν να σε ακολουθήσουν. Φόρος τιμής και προς τον σπουδαίο και δυστυχώς προσφατά και πρόωρα χαμένο Ulrich Mühe. Απέσπασε δικαίως το oscar καλύτερης ξενόγλωσσης!

Στους πενιχρούς αυτούς καιρούς του κωμικού στοιχείου εμείς διαβλέπουμε φως με το Little Miss Sunshine. Low budget παραγωγή, ξεκαρδιστικό αποτέλεσμα, και μια ταινία που γενικότερα αγαπήθηκε πολύ. Πάμπολλες διακρίσεις ανάμεσα τους Oscar σεναρίου και β' ρόλου για τον Alan Arkin . Όλα ξεκινάνε όταν η οικογένεια επιδιώκει το ταξίδι για California ώστε να συμμετέχει η μικρή τους κόρη στο μεγαλύτερο διαγωνισμό ομορφιάς. Απ' τον Προυστ ως τον Νίτσε, με καυστική σάτιρα στη δομή της κοινωνίας και το γέλιο να γίνεται εύκολο συνοδευόμενο μετά σκέψης, ταινία που δε ζημιώνει.

"Οι πολιτισμοί πεθαίνουν εκ των έσω" έτσι ξεκινάει το Apocalypto, και κουρδίζει τα μηχανάκια του μυαλού μας. Μπορεί το αποτέλεσμα να μην είναι τόσο εγκεφαλικό, ωστόσο η γλώσσα των Maya, η πολεμοχαρής ατμόσφαιρα, η δόση υπερβολής, το συναίσθημα και το λυτρωτικό finale συνθέτουν μια δυνατή ταινία όχι μόνο για τους fun του είδους.

Χρονιά καταξίωσης και για τον Forest Whitaker. Που καθηλώνει με την ερμηνεία του στο κατά τα άλλα ενδιαφέρον The Last King of Scotland. Υποδύεται τον βασιλιά της Ουγκάντα Amin, και με ειλικρίνεια αλλά και υπερβάλουσα ωμότητα περιγράφονται τα πολιτικά δρώμενα της εποχής, και όχι μόνο, στις χώρες του γ' κόσμου. Ευχάριστη έκπληξη και ο James McAvoy σε πρωταγωνιστικό ρόλο.

Όταν ο εωτερικός μας κόσμος είναι παγιδευμένος σε μια πραγματικότητα που είναι αδύνατον να εκφραστεί, οι δαίδαλοι συναισθημάτων, σκέψεων, βιώματων γίνονται αυτό-καταστροφικοί και το όνειρο ξεμακραίνει. Κάπως έτσι το Laberinto del fauno, El ξετυλίγεται, τοποθετούμενο στις πιο μαύρες ιστορικές σελίδες της Ισπανίας, τον εμφύλιο πόλεμο του Franco, κλέβωντας αγαλίαση, δάκρυα, και σκέψη απ' τον θεατή. Εκπληκτικό soundtrack στο καλοστημένο και πολυβραβευμένο δημιούργημα του
Guillermo del Toro.

Μετά το Flags of Our Fathers έρχονται ακόμα πιο μεστά και ολοκληρωμένα τα Letters from Iwo Jima. Ο Eastwood αυτή τη φορά βάζει την κάμερα στο Ιαπονέζικό μέτωπο, περιγράφει με ειλικρίνεια και φτιάχνει έναν ύμνο στον άνθρωπο,περιγράφωντας την απώλεια της ψυχής, της ζωής μακρυά απ' τα πολιτικά συμφέροντα που εξουθενώνουν τους πληθυσμούς.Δεν υπάρχουν λόγια, πραγματικά σουδαία ταινία!

Το The Fountain σηματοδοτεί την επιστροφή του Darren Aronofsky με την καλλιτεχνική δάδα να φωτίζει κάθε πτυχή της ταινίας. Ο θάνατος συνατά τη ζωή, ο έρωτας και η αγάπη φιλοδοξούν τα πάντα να θεραπεύσουν, και εμείς αναζητούμε τον νικητή στις τέλειες εικόνες του μεγάλου σκηνοθέτη, με την ψυχή αβοήθητη και εγκλωβισμένη.Τέλος, την μουσική υπογραφή άλλη μια φορά ο μεγάλος Clint Mansell. Αν είχαμε και καλύτερες ερμηνείες...

Η Edith Piaf και η ζωή της στο Môme, La . Η ζωή της όχι μέσα από στεγνά γεγονότα, αλλά απ' τον αλλιώτικό κόσμο, το υπερβατικό σάλεμα της ψυχής... Απολάυστε το με δάκρυα στα μάτια, σίγουρα η καλύτερη Γαλλική απόπειρα της χρονιάς!
Και η Marion Cotillard ενσαρκώνει τον μύθο!

Συνεχίζουμε με δράση και αντίδραση. Ανοιχτόμυαλα μαθήματα ζωής, με ιστορικό υπόβαθρο εμπλουτισμένα, με στοχαστικό και μαθηματικό ύφος από έναν καθηγητή, σπουδαίο άνθρωπο, που αδυνατεί να βρει την δικιά του αντίδραση σε όσα συμβαίνουν στη ζωή του και στον κόσμο... Άλλη μια μεγάλη ταινία, με χαμηλό budget και την συνεργασία Ryan Fleck-Ryan Gosling να σφραγίζει την επιτυχία στο συμπαγές Half Nelson.

Μετά το μαγικό Kirikou,ο Michel Ocelot,
αυτός ο δάσκαλος των παιδικών και όχι μόνο έτων σκορπάει τα διδάγματα του με το πιο εύθυμο και πολυχρωματιστό αυτή τη φορά Azur et Asmar. Η καθολικότητα των νοημάτων παραμερίζεται λιγάκι αλλά η αλλήγορη διδακτικότητα παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα.

Συνεχίζουμε με έναν απ' τους ζωντανούς μύθους του σινεμά, τον Alain Resnais που στα 85 του δείχνει ακόμα ακατανίκητος στις ψυχογραφικές αναλύσεις και εμβαθύνσεις. Με ήρωες μικρούς ανθρώπους της διπλανής πόρτας παραθέτει μια ολοκληρωμένη κατάθεση ψυχής για τις ανθρώπινες σχέσεις. Σε πρώτο φόντο, οι αδυναμίες, η αλλιωτική απομόνωση εκ απροσωπείας προερχόμενες
.
Αλλά αν δεν είχαμε και ένα τέρας κάτι δε θα έλειπε? Ο Ασιατικός κινηματογράφος με τον Joon-ho Bong στο τιμόνι, και πλοίο το Gwoemul ασκεί κριτική ματιά στο καπιταλιστικό σύστημα και κυρίως στις αιτίες του, κάπως απαίδευτα αλλά με πλήρη σαφήνεια σε μια ταινία που βγάζει γέλιο, δράση αλλά και σκέψη!

Ο οδηγός κλείνει με ένα ελπιδοφόρο Λονδρέζικο δημιούργημα. Ο λόγος για το Dead Man's Shoes ένα ταξίδι εκδίκησης, απενεχοποίησης της οργής αλλά και γεμάτο στίγματα απ' το παρελθόν. Το αποτέλεσμα εγγυούνται ο Shane Meadows σε σκηνοθεσία και ο Paddy Considine σε σενάριο και ερμηνεία!
.....

Otets i syn


Σκηνοθεσία: Aleksandr Sokurov
Παραγωγής: Russia / Germany / Italy / Netherlands / 2003
Διάρκεια: 97'

Το δεύτερο μέρος της τριλογίας, βραβευμένο στο φεστιβάλ Καννών, με τον Ρώσσο σκηνοθέτη να συνεχίζει με το πορτραίτο της σκέψης του και των αισθαντικών του εμπειριών γύρω απ' τη σχέση πατέρα και γιου.

Το πέρασμα απ' το στάδιο της μητρικής ασπίδας, με τον αναβλισμό συναισθημάτων και εικόνων, της εκμαίευσης τρυφερότητας και ζωής διαχέεται το πατρικό στάδιο. Σε αυτή την ταινία, που ο Sokurov προτάσσει σε ένα μυθικό λυρικό περιβάλλον ο θεατής έχει την ευκαιρία για ταξίδια του νου, και της ψυχής, με τον πόνο ως τίμημα. Μακρυά απ' την μακάβρια επιθανάτια εμπειρία ο θεατής θα βιώσει μια σειρά αφηρημένων στοιχείων, μαγικά συναισθήματα και εικόνες στον ονειρικό λογισμό του Aleksandr Sokurov, περιπλανόμενος στον αυστηρά διαμορφωτικό ρόλο του πατέρα(Andrei Shchetinin) και την πλήρη αφοσίωση του γιου(Aleksei Nejmyshev), μέσα από μια στενή σχέση φιλίας και αμφισβήτησης, συμμαχικότητας και εχθρότητας, σηματοδοτώντας μια βαθύτερη αγάπη. Το παρελθόν άγνωστο, με το χωρισμό μητέρας πατέρα αναφερόμενο σε πρώτο πλάνο, υπομονεύει στοιχεία και γρίφους στο θεατή. Τα μάτια των ερμηνευτών μιλάνε και σπάνε καρδιές, με τον πατέρα να κρατάει την εικόνα της, και την αγάπη του να ζωντανεύει την νεκρή τους σχέση σε κοφτερούς δρόμους που αφετηρία γίνεται η ύπαρξη του καρπού τους. Το εξωτερικό στοιχείο πιο εμφανές γίνεται στη ζωή του μικρού, με τους φίλους του και το πρώην κορίτσι του. Ο σκηνοθέτης σπάει την τυπικότητα των κωδικών σε αυτά τα στοιχεία, και με μαεστρία δίνει τα στίγματα που υποκινούν συμπεριφορές και σκέψεις. Την ζωή του γιου σε πλήρη εξάρτηση με τον πατέρα, και το εξωτερικό στοιχείο αδύναμο να σπάσει τα δεσμά... Τα στίγματα αυτά παραπέμπουν στον πατέρα και πλάθουν τον πιτσιρίκο καθ' ομοίωσην του. Σε πρώτο πλάνο εμφανίζεται και η μανιακή αναζήτηση του πατέρα απ' τον φίλο του Fyodorov, που σχετίζεται μάλλον με την αναζήτηση της ταυτότητας του. Κατατποπιστική η σκηνή, πάνω στο λόφο, με τα δύο παιδιά να συνομιλούν, το ένα φοβισμέμο και αδύναμο να βρει λόγια(όπως αδυνατεί να βρει τον πατέρα του) και τον γιο να προτάσει στιβαρά τις απόψεις του διαμορφωμένες και ασπασμένες απ' την πατρική του σχέση. Τονίζωντας τον ρόλο του πατέρα ως διαμορφωτή κάνει για δεύτερη φορά εμφανή τα σχεδιά του.

Η πρώτη ήταν όταν ο γιος, λέει τα λόγια που θα μπορούσαν να πιαστούν και ως το σενάριο της συμπεριφοράς του στην υπέρτατη πλευρά της αφοσίωσης, χωρίς να καταλαβαίνει τα νοήματα αλλά και τη δικιά του στάση. Από εδώ ο θεατής έχει μπεί στην πατερναλιστική υφή της σχέσης μεταξύ τους, με λεπτά στίγματα να καθοδηγούν, με το παρελθόν, την φωτογραφία να πλανεύει στο αφηρημένο, στο ανάρπαστο και ανερμήνευτο επικύνδυνο μα συναρπαστικό αιώρημα στον ψυχογραφικό κόσμο του Sokurov. Ο τελευταίος χρησιμοποιεί ως βάση της ταινίας του την σοφίτα του σπιτιού η οποία βρίσκεται μεταξύ και γης και ουρανού. Είναι σαφές πως εκεί κατατάσει τους ήρωες του, μεταξύ ονείρου και στεγνής επιγειότητας, διαδραματίζωντας νοσταλγικά πλάνα σε αυτό τον χώρο. Η ταινία θα κλείσει με την ωρίμανση αυτής της σχέσης η οποία θα οδηγήσει στην αποκοπή. Οι ζωές χωρίζονται, ο πατέρας και ο γιος ίσως ναμη χαθούν, αλλά και οι δυο είναι έτοιμοι για το μοναχικό τους ταξίδι, ενώ ο ονειρικός κόσμος του θεατή μένει ζεστός με ένα χιόνι που καίει τις καρδιές και οδηγεί στους τίτλους τέλους της ταινίας ανοίγωντας μιαν άλλη πόρτα...

Για άλλη μια φορά, η αντίληψη του Sokurov περί κινηματογράφου δε βγάζει ζημιωμένο τον θεατή, με αναμφίβολου μεγαλείου καλλιτεχνικής ωριμότητας πλάνα, και με ξενάγηση στην τέχνη, οδηγεί τον "ψαγμένο" θεατή στο απόγειο των αισθήσεων.
Βαθμολογία 8,5/10

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2007

Mat i syn


Σκηνοθεσία: Aleksandr Sokurov
Παραγωγής: Russia / Germany / 1997
Διάρκεια: 73'

Ο Aleksandr Sokurov φτιάχνει μια ταινία, με τα συναισθήματα νωπά σε πρώτο πλάνο, ετοιμάζει μαεστρικά το αυτέγκλητο ταξίδι του θεατή στον κόσμο του "νιώθω", σε έναν κόσμο που μοιάζει ακατοίκητος, χωρίς να προκαλεί το συναίσθημα απλά σε μεταφέρει σε αυτό.

Το μητρικό χάδι, η παιδική φροντίδα, σε μια σχέση μητέρας και γιου, ανόθευτη, ανεκβίαστη, και φανερά συναισθηματική, όπου ο έρωτας αγγίζει την αγάπη και αντίστροφα(πάντα με την αγνή μορφή των λέξεων) είναι το θέμα της ταινίας. Η σχέση αιτίου-αιτιατού όπου στην υπόθεση στερεώνει ο κάθε σκηνοθέτης τα κρυφά του μονοπάτια παραμερίζεται, γιατί πολύ απλά υπόθεση δεν υπάρχει, και αν υπάρχει είναι το ίδιο το νόημα. Είναι το συναίσθημα χωρίς εμμονές. Χωρίς μυστηριακούς δρόμους. Ο ίδιος ο ψυχικός κόσμος αυτός καθέ αυτός. Μακρυά από αναλύσεις. Ζουμερά και στην πρωταρχική τους μορφή. Μακρυά απ' το στεγνωτήριο της σκέψης. Ανεξέταστο θα μείνει το πως?(μόνο ίσως στο μαθητικό διάλογο, πάρουμε κάποιες ελάχιστες αναγκαίες πληροφορίες) αλλά θα ξεναγηθούμε ασυνόδευτοι στην κατάσταση, στο συναίσθημα μέσα απ' την ποιητική γραφή του Aleksandr Sokurov. Ύμνος στον άνθρωπο, ύμνος στη φύση, ύμνος στην ποίηση.

Το καδράρισμα είναι σαν ένα νωχελικά κινούμενο πορτραίτο ζωγραφικής, και μάλιστα από σπουδαίο ζωγράφο. Σε αυτό ακρωγονιαίος λίθος στέκεται η αψεγάδιαστη κινηματογράφηση του Aleksei Fyodorov η οποία συναντάει τα όρια της τέχνης. Με τον παραμορφωτικό του φακό, τις θαμπές ματιές ανάμεσα στην αμηχανία την μοναξιά και η συνοδεία των ψυχοδραματικών σονατών δημιουργούν σπαρακτικά μακρόσυρτα πλάνα, όπου ο θεατής εγκλωβίζεται σε τεράστιάς έντασης συναισθηματικής φόρτισης, ψάχνωντας λύτρωση στον παραμικρό διάλογο, στη μικρή κίνηση που θα αποφορτίσει τον ουρανό του πριν την κατιαγίδα. Ο Aleksandr Sokurov θα δώσει τέλειες σκηνές στον θεατή, δε μπορώ να ξεχάσω τη σκηνή στο παγκάκι, που η κάμερα είναι στο ύψος του γιου(Aleksei Ananishnov), και καθώς αυτός έρχεται με το φωτογραφικό άλμπουμ η βραδοκίνητη κάμερα έχει φτάσει στο ύψος της ανύμπορης μητέρας(Gudrun Geyer) με τον γιο σιγά σιγά να κατεβαίνει στο ύψος της, στον πόνο της και να προτάσει το χέρι του για μαξιλάρι της. Τον περίπατο γιου και μητέρας που δείχνει αγγαρεία στα ρούχα του γιου, αλλά μέσα απ' το δέρμα διακριτικά φωτίζει μια αληθινή αγάπη. Δίχως τίτλους, δίχως λόγια, κρυμένη σε μια σπηλιά με την δάδα της μπροστάρη, ίσως αυτός είναι και ο λόγος που έμεινε αναλοίωτη στο χρόνο. Τη μητέρα, ανήμπορη, να κουβαλάει τα βάσανα της, αυτά που πέρασε και αυτά που στεναχωριέται γιατί δε πέρασε, να αναζητεί το φως στα μάτια του γεννήματος της. Μετ' έπειτα τον μοναχικό περίπατο, την σπαρακτική διαδρομή του γιου, πάλι με φόντο τη μουντή μα πάντα μαγική φύση, να βιώνει την μοναξιά της καρδιάς, την αμηχανία, να ψάχνει και αυτός τη λύτρωση, όπως ο θεατής, στα αχνά δρώμενα του περιβάλλον του. Μαγική η κινηματογράφηση στην εναρκτήρια σεκάνς. Νομίζεις πως παρακολουθείς έναν τόσο ζωντανό πίνακά ζωγραφικής, στον οποίο η ματιά σου εγκλωβίζεται και κλιμακωτά σπαράζει ως την πρώτη λέξη του γιου. Και το απελευθερωτικό finale, να νοιώθεις την ψυχή σου έτοιμη να βγει, να πετάξει, με την πιο τρυφερή αποχώρηση...

Μια παρέλαση συναισθημάτων, ο Sokurov δείχνει να κατέχει πολλά απ' τον μεγάλο Tarkovski, ωστόσο κάθε σύγκριση μαζί του μάλλον θα 'ταν άνιση. Πολλά απ' τα πλάνα φέρνουν την νοσταλγική φύση, ενώ άλλα πλάνα στερούνται της αμεσότητας και το αργό τέμπο γίνεται επίπονο. Σίγουρα η ταινία απευθύνεται σε μικρό(ποσοτικά) κοινό. Και το αποτέλεσμα έχει τη δική του μαγεία...
Βαθμολογία 8,5/10

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2007

Dekalog, trzy


Σκηνοθεσία: Krzysztof Kieslowski
Παραγωγής: Poland
Διάρκεια: 57'

Ο Krzysztof Kieslowski προσαρμόζεται μοναχά στις τηλεοπτικές απαιτήσεις όσον αφορά τον χρόνο, μα ασυμβίβαστος και μοναδικός ως προς το κινηματογραφικό του ύφος, φτιάχνει ένα σπουδαίο mini-film!

Με αφορμή τα στιβαγμένα συναισθήματα, τις αυξημένες συναθροίσεις, και τον εσωτερικό πλούτο αγαλίασης που επιφέρει το γιορτινό κλίμα των Χριστουγένων ο μεγάλος Πολωνός δυισδυεί στην αντίπερα όχθη, στην κατασπαρακτήρια μοναξιά, στην ξεγύμνωση των συναισθημάτων όπου η ψυχή εξαντλεί τις ανοχές της, να βλέπει γύρω της την ευτυχία που έχασε, και απεγνωσμένη ζητά ελεημοσύνη απ' το παρελθόν! Ο Kiezlowsky αποφεύγει μελλοδραματισμούς και έντονα πλάνα και με τέλεια ισορροπία και αρμονία ξεπλέκει την ιστορία του μεταδίδωντας την ηρεμία του, την στοχαστικότητα του, αλλά και την κραυγή απόγνωσης της μοναξιάς!

Αυτή παραμονές Χριστουγέννων είναι μόνη.
Ο πόνος στα μάτια της συγκρατείται σαν τοπίο πριν ο πόλεμος ξεσπάσει!
Αποφασίζει να δει τη θεία της στο γειτωνικό γηροκομείο.
Θα 'ναι μόνη της σκέφτεται, μέρες που είναι...
Την βλέπει και την λυπάται.
Όχι τον εαυτό της λυπάται, αυτή είναι μόνη της, και η ζωή ακόμα δεν έχει φύγει.
Το ξέρει πως δε πήγε για την θεία της, πήγε για κείνη.
Δεν αντέχει άλλο μόνη.
Η θεία της ρωτά για τον άντρα της.
Αυτή ρίχνει μια φευγαλέα ματιά στο παρελθόν που πέρασε, δε θα γυρίσει!
Προσπαθεί να ξεγελάσει τον εαυτό της πως είναι ακόμα κοντά της!
Απεγνωσμένη, μα αποφασισμένη να παίξει θέατρο για άλλο ένα γύρω συνεχίζει.
Πάει στην εκκλησία, μόνη.
Κοιτάει τον μέχρι τριετίας παράνομο δεσμό της.
Κοίτα πως άλλαξε!
Έχει οικογένεια, είναι ευτυχισμένος.
Εγώ δεν τον είχα παρατήσει?
Αμέσως βάζει ένα ψεύτικο χαμόγελο, ποιον κοροϊδεύει?
Αυτός την κοιτάει με αποροία...
Πέρασαν τρία χρόνια.
Δεν ξέρει γιατί αλλά την είδε και τώρα τη σκέφτεται!
Γιατί? είμαι ευτυχισμένος, έχω την οικογένεια μου...
Γυρίζει σπίτι και αυτή τον καλεί!
Αυτός λέει ψέμματα αφού ακούει το δικό της ψέμμα.
Αποφασίζει να την βοηθήσει, ή να βοηθήσει τον εαυτό του.
Να καταλάβει.
Τα συναισθήματα, πέρασαν τρία χρόνια, δεν το 'χει συνειδητοποιήσει.
Αυτή, μόνη πονάει.
Νιώθει μίσος, που όλα φύγαν μέσα απ' τα χέρια της.
Μίσος για κείνον, μίσος για τον άλλο!
Ρίχνει λίγο νερό στον καθρέφτη με το σκουριασμένο ξυραφάκι!
Απλώνει την σκονισμένη αντρική καμπαρτντίνα στον καλόγηρο.
Είναι εδώ, τον κρατάει η πλάνη της, τον κρατάει το ψέμμα της.
Δεν είμαι μόνη, είναι ακόμα εδώ.
Δεν πρέπει να καταλάβει πως είναι μόνη τόσα χρόνια...
Θα γελάσει μαζί της.
Όμως σήμερα πρέπει να τα καταφέρει!
Δεν πρέπει να μείνει μόνη.
Πρέπει να τον κρατήσει.
Και αυτός δε θέλει να φύγει...
Λειτουργεί περίεργα, δε ξέρει γιατί.
Το αμάξι τρέχει πιο πολύ απ' το μυαλό του, τα συναισθήματα τον πνίγουν.
Η σύγκρουση πλέον είναι αναπόφευκτη.
Το παρόν συνάντησε το παρελθόν.
Μα κανείς τους δε καταλαβαίνει...
Δεν ξέρουν γιατί?
Γιατί τα δυνατά συναισθήματα είναι καταδικασμένα?
Μέχρι τα πράσινα βαθιά πνιγμένα μάτια να βρουν διέξοδο...
Μέχρι τα νεύρα του να καταλαγιάσουν σε μια στιγμή τρυφερότητας...
Και το πρωί έρχεται...
Με την ανατολή επιστρέφουν και αυτοί στις ζωές τους, για πάντα...

Ακόμα μια έντονη σκιαγράφηση των ανθρώπινων σχέσεων με χειρουργική ακρίβεια! Είτε είναι τηλεόραση, είτε πανί ο Kiezlowski δεν αλλάζει, με τη μεστή του ματιά ξεδιπλώνει μεγάλες αλήθειες στο θεατή...
Βαθμολογία 9/10

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2007

North by Northwest


Σκηνοθεσία: Alfred Hitchcock
Παραγωγής: Usa / 1959
Διάρκεια: 136'

Το North by Northwest, άλλη μια ταινία αγωνίας και δράσης του μοναδικού στο είδος του Alfred. Και είναι σχεδόν σίγουρο πως εφάμιλος σκηνοθέτης αυτού του ιδιοφυή Λονδρέζου δύσκολα θα βρεθεί στα σκαριά του κινηματογράφου...

Προσωπικά, δηλώνω κατηγοριματικά πως δε μπορώ να τοποθετήσω τον Hitchcock ανάμεσα σε σκηνοθέτες όπως ο Bergman, o Bunuel, Pazolini, Tarkovski κτλ. Και αυτό γιατί αν και σημάδεψε στο πέρασμα του βαθιά τον κινηματογράφο δεν μπορώ να διακρίνω στις ταινίες του αυτό το μαγικό, αυτό το ανεξίτηλο στίγμα εσωτερικότητας στη μηχανή του χρόνου... Βλέπω στις ταινίες του την μοναδική του ικανότητα να παίρνει τον θεατή στη δικιά του ατμόσφαιρα με δέουσα ευκολία, και να τον χειραγωγεί στην αγωνία και το μυστήριο, αλλά νομίζω πως τελικά περιορίζεται στην εγκεφαλικότητα μιας πλοκής-γρίφου η οποία σε κυριεύει αλλά εν τέλη δε μπορεί να σου αφήσει τον ψίθυρο. Θα την κατέτασα περισσότερο στις ταινίες ψυχαγωγίας παρά στις συμιφασμένες με την τέχνη(αν και για αυτό χωράει πάντα πολύ κουβέντα). Τα νοήματα και τα πορίσματα περιορίζονται κατά το πλείστον σε εξωγενής συμπεριφορές και επιφανιακές κοινωνικές μαρτυρίες της εποχής του. Χωρίς να 'μαι απόλυτος σε αυτό(για παράδειγμα ο Σιωπηλός μάρτυς καταφέρνει αισθητά να διαφοροποιηθεί απ' την ανωτέρα περιγραφή). Για να επιστρέψω, και σαν ταινία ψυχαγωγίας τείνει να εξαρτάται έντονα απ' το εξωτερικό μέσο το οποίο εξελίσεται ραγδαία, κάτι που έχει ως επακόλουθο την άμεση φθορά στο χρόνο... Διακρίνουμε πόσο καινοτόμες, πόσο δυνατές ήταν οι τεχνικές του και ο τρόπος διαχείρισης του εξωτερικού μέσου στην εποχή του, αλλά η ένσταση βρίσκεται στη φύση των ταινιών που ήταν καταδικασμένες να διοχετεύονται σε μεγάλο βαθμό από αυτά.

Για το North By Northwest εξ αρχής, με την κάμερα να ακολουθεί τον πρωταγωνιστή Cary Grant από διάφορες κονρινές γωνίες λήψεις και μαγνητοσκοπώντας τον σε καθημερινές στιγμές δίνει τις απαραίτητες πληροφορίες για αυτόν. Τον τοποθετεί στο εύπορο επίπεδο της εποχής, σαν έναν άνθρωπο με λιγοστές πραγματικές εμπειρίες ζωής(παρά τους δύο γάμους του), στενά συνδεμένο με την μητέρα του παρά την ηλικία του και αφοσιωμένο στη δουλειά του. Ο Hitchcock θα τοποθετήσει εξ' αρχής τον θεατή στη μυστιριώδη χώρα του, χάρις την τελίως απρόβλεπτη απαγωγή του από επικύνδυνη συμμορία η οποία παρακολουθείται απ' το Fbi. Ο λόγος της απαγωγής είναι η παρερμήνευση του Cary Grant ως έναν ανύπαρκτο κατάσκοπο του fbi(Kaplan) τον οποίο έχει εφεύρει για να τοποθετήσει μια γυναίκα κατασκοπό του στα θεμέλια της συμμορίας. Η απαγωγή του και η εμπλοκή του με τους κακοποιούς απ' τους οποίους καταφέρνει να ξεφύγει τον βρίσκει άδικα καταζητούμενο των αρχών για ένα φόνο και για παραβίαση του οδικού κώδικα. Οι περιπέτειες του συνεχίζονται με τους κακοποιούς να τον αναζητούν με σκοπό τον θανατό του, και τις αρχές να τον καταδιωκούν με τις προαναφερθέν κατηγορίες. Ωστόσο γνωρίζεται με την μυστική πράκτορα, σε μια ερωτική σχέση(τεχνητή εξ αρχής, πέρα για πέρα αληθινή εν συνεχεία) που θα περάσει από πολλά στάδια(ενθουσιασμού, αμφισβήτησης, και εν τέλη αγάπης χωρίς να συγκινεί) και θα καταλήξει στον γάμο σε ένα ρομαντικό happy end. Όλα αυτά ξετυλίσονται κλιμακωτά με την γνωστή αινιγματική ατμόσφαιρα του μετρ Hitchcock.

Η επιτυχία του North By Northwest είναι ότι ο δημιουργός του καταφέρνει να εξελίσει την πλοκή του σε μεγαλύτερης ποικιλίας χώρων και σκηνικών από ότι τον έχουμε συνηθίσει, η ευκολία διαχείρισης στοιχείων περιπέτειας, κομεντί αλλά και θρίλερ και τα κοινωνικά νοήματα που περνάει γύρω απ' την φύση των ζευγαριών σε μία εύπορη Νέα Υόρκη όπου το χρήμα ορίζει τα πάντα. Ο Roger O. Thornhill(Cary Grant) είναι η εικόνα του Alfred για το παιδί που γρήγορα μεγάλωσε και δεν πρόλαβε να γίνει άνδρας. Αρκετά άπειρος από ζωή, βολεμένος στα καθήκοντα της δουλειάς του φαντάζει ξένος σε όλη αυτή την περιπέτεια και η στενή σχέση με τη "μαμά" δείχνει την ανικανότητα για ατομική συντήρηση κυρίως σε ψυχολογικό επίπεδο. Απ' την άλλη η γοητευτική Eve Kendall(Eva Marie Saint) καλείται να ξυπνήσει τον άντρα, και να του δώσει το κίνητρο για μια αλλιώτικη ζωή! Η ατμόσφαιρα σε περικλύει και σε κάνει μέτοχο της ταινίας κάθε στιγμής, ωστόσο υπάρχουν και κάποια πλάνα που δε μπόρεσα εύκολα να αποδεκτώ, όπως: την απουσία τεχνολογίας στις σκηνές με τα αιορούμενα κορμιά στην προτελευταία σκηνή, και τον εξωτερικό χώρο στο κυνήγι των αυτοκινήτων. Ενώ σεναριακά νομίζω πως κάπως χτυπάει η πεζή περιγραφή του Fbi και των ανθρώπων του, καθώς και σκηνές υπερβάλουσας δράσης και δραματικότητας μοιάζουν μικρές!

Αυτά για την ταινία, ο γνωστός Hitchkock με τα έντονα ατμοσφαιρικά του υπογράφουν την ταινία, σίγουρα πρώτη επιλογή για τους fun και όχι μόνο αλλά προσωπικά πιστευώ πως όσο κυλάει ο χρόνος τόσο συντελούντε οι διαδικασίες απομυθοποιήσης του Sir Alfred Hitchcock.
Βαθμολογία 7,5/10(από που έρχονται οι ντομάτες?)

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2007

Seraphim Falls



Σκηνοθεσία: David Von Ancken
Παραγωγής: Usa / 2006
Διάρκεια: 115'(Ελλάς 93')

Όπως διαπιστώθηκε στην Ελλάδα η κοπιά έχει έρθει κατά 20 λεπτά φτωχότερη! Εμείς δυστυχώς θα μιλήσουμε μόνο για αυτό που είδαμε, αδικώντας κατά ένα τρόπο το σύνολο της ταινίας! Λοιπόν, έχοντας συμπληρώσει αρκετά τηλεοπτικά ένσημα, ο David Von Ancken με αυτούς τους μανιακούς εχθρούς θα κάνει την πρώτη του κινηματογραφική απόπειρα σε μεγάλου μήκους ταινία!

Το film του αναπαράγει μια ιστορία εκδίκησης με παιγμένες μεθόδους western, ακολουθώντας επιτυχώς τη συνταγή ώστε να κρατήσει τον θεατή σε εγρήγορση. Ωστόσο αυτό από μόνο του δεν αρκεί καθώς ο απαιτητικός σινεφίλ δεν μπορεί να επαναπαυτεί σε ήδη χρησιμοποιημένα μοτίβα! Στα της ταινίας μια ομάδα ανθρώπων υπό την καθοδήγηση του εργοδότη τους Carver(Liam Neeson) κυνηγά σε όρη και πεδιάδες τον Gideon(Pierce Brosnan). Ο σκηνοθέτης με ατμοσφαιρικά flash back σε διάσπαρτα και κομβικά σημεία, μας αποκαλύπτει το υπόβαθρο του κυνηγητού, το παρελθόν της ιστορίας. Ο Gideon όντας λοχαγός του στρατού κατά τη διάρκεια εμφύλιου πολέμου είχε σκοτώσει την οικογένεια του Carver. Ο τελευταίος γεμάτος οργή ξεκινάει τον δρόμο της εκδίκησης σε ένα απαράμιλο ανθρωποκυνηγητό, στο οποίο είμαστε μάρτυρες ωμής βιαιότητας, με τον Gideon να αφανίζει έναν έναν τους άνδρες του carver, άλογα χάνονται και οι διαξιφισμοί μεταξύ των ανθρώπων κορυφόνονται σε σχέσεις ανελέητου μίσους. Σε αυτό το σημείο δύο πράγματα ωφείλουμε να καταδείξουμε:

1. Η ευκολία με την οποία ο David Von Ancken εξελίσει τα σχέδια του χρησιμοποιώντας "επιτηδευμένη" πλοκή...Το πόσο εύκολα ξεφεύγει ο πεζός τραυματισμένος Gideon από τους αλογατάρηδες, μετ' έπειτα το πόσο "αυτονόητα" η παρέα του Carver εντοπίζει κάθε ίχνος παρά το γεγονός ότι τους έχει ξεφύγει κατά πολύ, και γενικά ευκολία στην πλοκή και τη πεζή σύνδεση αίτιου-αιτιατού, σε μάλλον μια υπερφλύαρη εκδοχή της ιστορίας.

2. Και πιο σημαντικό, ο σκηνοθέτης εξαλείφει ηθικής κάθε ήρωα του. Τον οριοθετεί διαβάτη μιας αυστυράς επίγειας πραγματικότητας, τον διαφθείρει με συνήθεια και πάθος για επιβίωση, χωρίς αυτή η επιβίωση να συνοδεύεται με κάποια εσωτερική αγαλίαση αλλά με μια διαρκώς συνεχιζόμενη καταπονετική περιπλάνηση μεταξύ του μίσους, του εγωισμού, και κενών σημείων άψυχης πραγματικότητας. Πράγμα που δεν απέχει πολύ απ' τον συμερινό "συνηθισμένο" άνθρωπο. Κορυφαία σκηνή κατά τη γνώμη μου, όπου ο Gideon μόνος πάνω στο άλογο του, μπροστά σε μια ερημική έκταση που τείνει στο άπειρο, ευλογεί τα χέρια του για τις θανάσιμες τους ικανότητες!(Ω! ειρωνεία!)

Αυτό το δεύτερο συμβαίνει για να εκπληρώσει ο σκηνοθέτης το οραμά του με ένα τέλος που ανατρέπει τα πάντα, χρήζωντας την αλληγορία σε ηγέτη του film! Ο David Von Ancken διδάσκει το μεγαλείο της ψυχής μέσα απ' την πίστη στο ανώτερο...Αυτό το ανώτερο το βρίσκει στην ύπαρξη του Θεού, με βιβλικές αναφορές(περί συγχώρεσης, περί αξίας της ζωής κτλ) σε πλάνα αψεγάδιαστης καλλιτεχνικής σημειολογίας και σεναριακής ιδιοφυίας που έχουν έντονο μεταφορικό τόνο! Ίσως η καλύτερη θρησκευτική αναφορά που έχω δει, απαλλαγμένη από το δογματισμό, το φανατισμό άλλων σκηνοθετών(σε ρόλο ιεοκύρηκων) επιτρέπει το ταξίδι ακόμα και σε αλλόθρησκους ή άθεους συναρπάζωντας τους...

Στα συν της ταινίας η αποδεκτή σκηνοθεσία, η οποία δε μπορεί από μόνη της να σε γοητεύσει ωστόσο μπορεί να σε διατηρήσει στην τροχιά της. Η φωτογραφία στα αχανές εξωτερικά πλάνα γεμίζει με καλαισθησία ενώ το οπλοστάσιο έχει ακόμα έμπειρους ερμηνευτές που εγγυούνται το αποτέλεσμα!

Έχωντας λοιπόν δει το ελληνικό 90λεπτό μπορώ να πω πως βρήκα τον εαυτό μου να βαριέται γρήγορα στο πολυπαιγμένο project της πρώτης ώρας(χωρίς να 'ναι κακό δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο να παρουσιάσει)ωστόσο με κέρδισε η διάρθρωση του σεναρίου, οι παράγοντες φωτογραφίας και ερμηνείας μα κυριότερα το αλληγορικό finale και το αίσθημα αγαλίασης που αφήνει!
Βαθμολογία 6/10

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2007

Garden State


Σκηνοθεσία:Zach Braff
Παραγωγής:Usa / 2004
Διάρκεια: 102'

Ο πολυτάλαντος Zach Braff, περισσότερο γνωστός για το τηλεοπτικής φύσης πέρασμα του στην Αμερική, αναλαμβάνει σκονοθεσία, σενάριο, πρωταγωνιστή ερμηνεία, δηλαδή την απόλυτη ενσάρκωση του οραματός του, στην πρώτη του αυτή κινηματογραφική απόπειρα...

Το αποτέλεσμα είναι ενδιαφέρον, μάλιστα η ταινία θεωρήθηκε ένα διαρκή πυροτέχνημα απ' τη μέρα της γέννησης της(2004) ως σήμερα, για το πλήθος των θεατών και όχι μόνο...Και λέω όχι μόνο γιατί κατάφερε να αποσπάσει 10 βραβεία και άλλες 25 υποψηφιότητες σε διάφορα Φεστιβάλ ανά τον κόσμο. Στα δικά μου μάτια είναι μια αντισυμβατική ταινία όσον αφορά το καλλιτεχνικό αλλά και το εμπορικό ρεύμα του κινηματογράφου, δίνωντας της μοναδική χροιά την οποία δανείζεται απ' την πιο οίκεια προς το πλήθος των συντελεστών τηλεόραση. Και εννοώ πως καταφέρνει την αμεσότητα με τον θεατή, αποφεύγωντας βαρύγδουπες σκηνές, προσδοκώντας την απλότητα που καταφτάνει ως την απλοϊκότητα, διαρκή χιούμορ και ειρωνεία ως κύρια γεννήτρια σκέψης(το κλειδί) και χρήζωντας τον διάλογο ως το πλέον άμεσο στοιχείο επικοινωνίας με τον θεατή. Διαλόγους μεγάλους σε διάρκεια αλλά και σε προσανατολισμό προς τα μυνήματα της ταινίας, σε μια προσπάθεια απενεχοποίησης των πλαστικών τηλεοπτικών διαλόγων, διατηρώντας την αμεσότητα τους μεν αλλά παραμορφώνωντας την δομή τους σε μια πιο κινηματογραφική αφήγηση. Στυλοβάτης θα μπορούσε να θεωρηθεί και η ευχάριστη μουσική ενδυμασία που είναι σχεδόν απερίσπαστη συνοδός κάθε σκηνής.

Ο Zach Braff, προσπαθεί να μπει στα μονοπάτια της νεοτέρας γεννιάς(δεν απέχει και ο ίδιος ηλικιακά πολύ από αυτή) να περιγράψει την νευρικότητα, να σκεπάσει καλά τα συναισθήματα που μένουν στην αφάνεια των νέων, και να δώσει μια νευραλγική επιφάνεια η οποία ασφυκτιεί απ' τις απρόσωπες και μαζικές συνθήκες διαβίωσης προσπαθώντας να βρει διέξοδο σε μια υλιστική η τουλάχιστον στενή ιδεολογίας πραγματικότητα. Κάτι που γίνεται εξ' αρχής, με τον ίδιο του τον εαυτό επηρεασμένο απ' τα φάρμακα που του κόβουν την αντίληψη με τον γύρω κόσμο( αυτά που σκεπάζουν τις μνήμες, σαν τις στάχτες της ζωής μέσα στις οποίες κρύβουμε το παρελθόν απερίσκεπτα ζώντας ένα παρόν που σύντομα θα έχει την ίδια τύχη). Στο ίδιο μήκος κύματος μας παραπέμεπει και ο τρόπος που μιλάει ο πρωταγωνιστής, αποφεύγωντας την όποια δέσμευση, ακόμα και την ενασχόληση του με τον απέναντι του, σε σημείο που αγγίζει την αδιαφορία. Αντίθετα, η νευρικότητα όσων ζούνε αυστηρά στο εξωτερικό γεγονός, αντικατοπτρίζεται με την εξουσιολαγνεία τους(πολύ καυστική η σκηνή με τον αστυνόμο), με την αβίαστη κατανάλωση ναρκωτικών, με την αδιάκοπη χρηματοθηρία, και με την νευραλγικότητα και τον φόβο των "μικρών" ανθρώπων της καθημερινότητας χάρις την χρήση χιουμοριστικών σκηνών με δραματικό περιεχόμενο. Ο θεατής βρίσκει διέξοδο μοναχά στο πληγωμένο και ταξιδιάρικο βλέμμα του Mark(Peter Sarsgaard) ο οποίος μπορεί να βρίσκεται σε όλα όσα προαναφέρθηκαν αλλά δείχνει πως δεν έχουν χαθεί όλα, αφήνωντας ένα μικρό ίχνος συνείδησης στο πέρασμα του. Απ' την άλλη ο ήρωας Andrew Largeman(Zach Braff) αταίριαστος με τα όσα συμβαίνουν γύρω του(πολύ εύστοχα εδώ τονίζεται το ασύμβατο του εξωτερικού γεγονότος με αυτό του εσωτερικού) δελιχνει να έχει σκεπάσει με ένα μεγάλο στρώμα πάγου συναισθήματα, βιώματα και σκέψεις και παγωμένος και ο ίδιος να περιπλανιέται σε έναν κόσμο που συμβιβάστηκε να ζει αλλά ποτέ δε θα βρει την χαμένη του πατρίδα, την πατρίδα που σκέπασε ο πάγος... Αλλά όχι, εδώ θα μπει η ρομαντική εκδοχή. Ο Largeman θα γνωρίσει την γλυκήτατη Sam(Natalie Portman ). Θα σκάψουν βαθιά και οι δύο σε πρωτόγνορα για αυτούς χωράφια και θα καταλάβουν αυτό που δε λέγεται, αυτό που μόνο αισθάνεσαι: "το πόσο ακριβή είναι η ζωή, το πόσο γλυκός είναι ο πόνος, το πως σε πλανά η ευτυχία, αν αφήσεις λίγο χώρο να αναπνεύσει η χαμένη σου πατρίδα".

Διασκορπισμένα νοήματα, απαραίτητη νομίζω είναι η σκηνοθετική καθοδήγηση σε διάφορα σημεία η οποία απουσιάζει χαρακτηριστικά. Νομίζω πως υπάρχουν συγκεκριμένα σημεία που θα έπρεπε να προτάξει ανάστημα αλλά είναι κάτι που δε γίνεται. Τελικά, αφήνει τον θεατή να πλανηθεί σε αλήθειες και ψέμματα γοητεύοντας τον σε μεγάλο βαθμό. Σίγουρα μια πολύ ευχάριστη έκπληξη αποτελεί στο σύνολο του η ταινία που πρόερχεται απ' τον ανεξάρτητο Αμερικάνικο κινηματογράφο!
Βαθμολογία 7,5/10

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2007

Starter for 10



Σκηνοθεσία: Tom Vaughan
Παραγωγής: England / USA / 2006
Διάρκεια: 92'

Ο Tom Vaughan και το oldies σενάριο του David Nicholls, στο πανί.

Ο Brian Jackson(James McAvoy), ένα παιδί δέσμιο της γνώσης όντας συναισθηματικά φορτισμένος μετά τον θάνατο του πατέρα του, και εμφανώς υποκινούμενο απ' την ιδεολογία του, καταλήγει ως ένας φιλομαθής νέος να φοιτεί έξω απ' την μικρή γεννέτηρα του στο Πανεπιστήμιο της πόλης. Εκεί θα δει πως η ζωή δεν είναι μόνο ο στενός κόσμος της γνώσης στον οποίο είχε κλειστεί. Η μεγάλη πόλη θα τον φέρει μπροστά σε μια πιο ανοιχτή πραγματικότητα εντρυφώντας του συναισθηματικά διλήματα, ηθικούς προβληματισμούς περί ιδεολογίας και γενικότερα πολύ πιο έντονους ρυθμούς ζωής! Όλα αυτά γίνονται με το πέρασμα του στην ζωή των νέων μέσα από καθηερινά προβλήματα, περιπέτειες και συνηθισμένα για τους υπόλοιπους γεγονότα. Ωστόσο ο Brian Jackson αρνείται πεισματικά την αλήθεια του νέου του κόσμου(επιφανιακά ορισμένη) δείχνει φυλακισμένος προσπαθώντας να βάλει στο δικό του στενό κόσμο έναν τελίως πολυπράγμον σύμπαν. Και τελικά χαρακτηρίζεται σαν το σπασικλάκι που ανίκανο να αποκωδικοποιήσει την νέα γη υποκύπτει σε μια σειρά λαθών. Το τέλος είναι η διαδικασία περισυλλογής του ήρωα, ο οποίος μαθαίνει απ' τα λάθη, και εξαγνίζει κάθε παρελθόν με το "απόλυτο", "ορθό" παρόν στο απόγειο του ρομαντισμού. Καθώς πετάει τους φόβους, δέχεται τα λάθη και τα διαφορετικά, δέχεται τον εαυτό του, αποποιείται της εμμονής και στρέφεται στην εκλεκτή της καρδιάς. Όχι σε αυτή που του αρέσει να βλέπει αλλά σε αυτή που του αρέσει να αισθάνεται.

Αυτά για την υπόθεση. Ουσιαστικά η ταινία πατάει σε μια στερεότυπη αναπαραγωγή του μοτίβου των 70s. Δεν εμβαθύνει, αλλά αποσκοπεί σε μια ανάλαφρη παρουσίαση γεγονότων με μικρούς ηθικούς προβληματισμούς στη δικαιοδοσία του θεατή που θέλει να προχωρήσει μόνος του στην ανάλυση. Αστείες και γελίες σκηνές διάχυτες παντού. Χαρακτηριστική σκηνή αυτή που το Fantastic Four συναντά το Rockie Balboa(έλεος!). Ενώ το τέλος έρχεται μέσα απ' το πολυπαιγμένο ρομάντζο της παραμυθένιας εκδοχής!

Σκηνοθεσία που διοχετεύεται απ' την ψυχρή αγγλικανική ατμόσφαιρα και ερμηνείες χωρίς ιδιαίτερη ποιότητα αλλά κοντά στο κοινό με τον τρόπο που υπαγορεύει το περιεχόμενο της ταινίας! Η αλήθεια είναι ότι περίμενα αρκετά περισσότερα απ τον McAvoy, ο οποίος ωστόσο ξεχωρίζει.

Για να καταλήξουμε, μια κομεντί ακόμα με γλυκανάλατη ταυτότητα, ακόλουθος του ευρέως γνωστού ρεύματος ταινιών του είδους. Προσφέρεται για ένα άδειο(πολύ άδειο) Φθινοπορινό, Λονδρέζικο απόγευμα!
Βαθμολογία 5/10

Elling


Σκηνοθεσία: Petter Næss
Παραγωγής: Norway / 2001
Διάρκεια: 89'

Η ταινία αποτέλεσε στην ουσία διθυραμβική σύσταση του Petter Naess με το κοινό, ο οποίος ωστόσο δεν ακολούθησε την πορεία, στη 5ετία που ακολούθησε, που το ευοίωνο περιβάλλον μαρτυρούσε.

Η ταινία με κωμικό ύφος και διάχυτο το δραματικό στοιχείο, γίνεται μια ευχάριστη κομεντί. Ο Νορβηγός σκηνοθέτης επιλέγει έναν πολυπαιγμένο τρόπο για να εκμαιεύσει το γέλιο. Συγκεκριμένα στηρίζεται στην εξωγενή περιγραφή των ηρώων οι οποίοι είναι το κλασσικό δίδυμο: αγαθός γίγαντας(Sven Nordin)-ευαίσθητος μικρόσωμος(Per Christian Ellefsen). Περνάει τον μικρόσωμο από βαφοποιείο και του πετά μπόλικη μπογιά εκκεντρικότητας, και δεδομένου ότι και οι δυο προέρχονται απ' την Πρόνοια(έχωντας κριθεί ψυχικά διαταραγμένοι) εξασφαλίζει την κωμικότητα της ταινίας. Κωμικότητα ωστόσο ρηχού επιπέδου, καθώς πηγάζει από τη στερεότυπη, εξωτερική(κυρίως) και τυπική περιγραφή των ηρώων. Παρουσιάζωντας λοιπόν τον κλειστοφοβικό, αγοραφοβικό,αντικοινωνικό, παιδί της μαμάς Elling(Per Christian Ellefsen) και τον νευρικό, νευρωτικό, αδαή, αγαθό Bjarne(Sven Nordin) να τους δίνεται η ευκαιρία για μια ζωή έξω απ' την Πρόνοια-σε μια ωραιοποιημένη παρουσίαση- να δυσκολεύονται όχι μόνο με τις μεταξύ τους σχέσεις αλλά και για τη συντήρηση τους, ο θεατής αμέσως τους συμπονάει και γίνεται ένα κομμάτι με αυτούς. Οι προσπάθειες τους σιγά σιγά αποφέρουν καρπούς, όχο μόνο ως προς την επιβίωση τους αλλά και την ένταξη τους στην κοινωνία με τη χρήση απρόοπτων συμβάντων. Ο Bjarne γνωρίζει την κοπέλα του άνω διαμερίσματος και έρχεται κοντά της αγκαλιάζωντας την με όλη του την αφέλεια, ενώ ο ποιητίκών ενδιαφερώντων Elling, γνωρίζει τον κατάλληλο άνθρωπο και γίνεται ο ποιητής του "λαχάνου", δημοσιεύοντας τις δημιουργίες του σε συσκευασίες προϊόντων διατηρώντας ανέπαφη την ανωνυμία του.

Όμως αν εξετάσουμε την ταινία προς τη ρηχότητα της πλοκής ίσως την αδικήσουμε κατάφορα. Έτσι με καλοπροέραιτο τρόπο ας απενεχοποιήσουμε τα δρώμενα και ας κοιτάξουμε πίσω από αυτά. Ο Peter Naess δίνει μια αισιόδοξη ματιά γύρω απ' τη ζωή και το άγγελμα της προς τους ανθρώπους. Παρουσιάζει ήρωες με ρημαγμένες ψυχές, αδύναμους κοινωνικά ανθρώπους, με προσωπικά προβλήματα που σπηλώνουν την προσωπικότητα τους, και παρ' όλα αυτά η ζωή έχει πάντα ένα ανοιχτό φως. Το θέμα είναι να μπορείς να στραφείς προς αυτή με πάθος για ανακάλυψη, να 'χεις τις πόρτες ανοιχτές και άφοβα να κατευθύνεσαι προς αυτό που ορίζει η ιδοσυγκρασία σου, να ανταποκρίνεσαι στην πρόσκληση της ζωής και να αφήνεις στην άκρη τα προβλήματα σου. Γιατί όσα και από αυτά αν έχεις πάντα ο καθένας έχει δικαίωμα στην ευτυχία...Μια ευτυχία που διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο και εξαρτάται από μικρά πράγματα...Ευτυχία που εύστοχα παρουσιάζεται ως εσωτερική ολοκλήρωση συναισθημάτων. Σκηνοθετικά ο φακός με καλλιτεχνκή φωτογραφία, συναισθηματική προσέγγιση, άμεσες προς το κοινό θεατρικές ερμηνείες, και γρήγορο εξωτερικό κυρίως γύρισμα προσπαθεί αυτή την απενεχοποίηση της φαινομενικότητας των πραγμάτων με απώτερο σκοπό να οδηγήσει τον θεατή στην καθολικότητα των αισιόδοξων νοημάτων που διέπουν την φύση της ταινίας.

Προσωπικά θεωρώ πως μπορεί να συνεπάρει τον αδαή θεατή, να γοητεύσει τον καλοπροέραιτο, και να ψιθυρίσει λίγες στιγμές στον σινε-δητοποιημένο κινηματογραφόφιλο.
Βαθμολογία 5,5/10

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2007

2046


Σκηνοθεσία: Kar Wai Wong
Παραγωγής: China / France / Germany / Hong Kong / 2004
Διάρκεια: 129'

Ο Kar Wai Wong, πήρε την απόφαση, δίχως βαλίτσες στο χέρι, μπαίνει στο τραίνο του 2046, εκεί θα αναζητήσει τις χαμένες μνήμες, τις χαμένες αγάπες, θα αναζητήσει τις απαντήσεις στα μυστικά του. Στο 2046 τίποτα δεν θα αλλάξει. Όσο πιο κοντά φτάνεις στις μνήμες σου τόσο πιο κοντά φτάνεις στο παρόν σου. Το παρελθόν πάντα εκφράζεται μέσα απ' το παρόν. Κάθε στιγμή που περνάει ταξιδεύει στο εσωτερικό μέχρι να εμφανιστεί στον επόμενο σταθμό μας, στην επόμενη στιγμή μας. Γιατί κανείς δε μπορεί να αποκοπεί απ' τις μνήμες του, αυτές ορίζουν τη ζωή του, αυτές τον στιγματίζουν, αυτές τον χαρακώνουν. Σαν ένα δάκρυ που κυλάει στο μάγουλο, και μπορεί να απέχει απ' το μάτι όσο ο χρόνος απ' το γεγονός, όμως η ανάσες του είναι τα ίχνη της μνήμης, είναι τα μονοπάτια που κουβαλούν, σαν φορείς ιού, το παρελθόν. Σε αυτό το τραίνο που κανείς δε γυρίζει πίσω, γιατί πολύ απλά κανείς δε πάει μπροστά, διότι τα πάντα παραμένουν αδιάλλαχτα θα στιβαστούν χιλιάδες εκατομμύρια ψυχές, μαζί και οι δικές μας, και αυτό που μένει είναι να αισθανθούμε την σκοτεινή διαδρομή μας...

Επί των προσώπων στο 2046 ο θεατής θα συναντήσει κάπους απ' τους διασημότερους ηθοποιούς της Ασίας(Tony Leung Chiu Wai,Li Gong,Faye Wong,Takuya Kimura,Ziyi Zhang).Αλλά τι σημασία έχει? Τους παρακολουθείς και άλαλος στο καθιστικό σου μαγεύεσαι απ' τον τρόπο που σε μεταφέρουν στο πιεστήριο του δημιουργού, έχοντας στα σκαριά τους κινηματογραφικές ερμηνείες ανώτατου επιπέδου. Στα της ιστορίας ο Chow Mo Wan(Tony Leung Chiu Wai) ένας συγγραφέας χαμηλής φήμης, αποκόπτεται απ' το παρόν του, μεταφέρεται απ' τη Σιγκαπούρη, στο γειτωνικό Hong Kong όπου θα γράψει ένα μυθιστόρημα με τίτλο 2046. Το θέμα του φανταστικό, με τα κοίλα του στραμένα προς το μέλλον, όμως ο τυχοδιώκτης Chow Mo Wan θα διαπιστώσει έντρομος και συνεπαρμένος πως το μέλλον του δε διαφέρει απ' το παρελθόν του γιατί οι μνήμες πειστά ακολουθούν. Έτσι θα εμφανιστούν μπροστά του οι : Su Li Zhen(Li Gong),Wang Jie Wen(Jie Dong),Bai Ling(Ziyi Zhang),Lulu(Carina Lau,Su Li Zhen (Maggie Cheung)) συνθέτωντας ένα δυσερμήνευτο παζλ, αυτό της ζωής του. Οι κοπέλες κάνουν το περασμά τους αλλά η καθεμιά αποτυπώνει τα διαφορετικά συναισθήματα του ήρωα, αποτυπώνουν τα λάθη του, τα πάθη του και τα ένστικτά του, μέσα από αδόμητες υπερβατικές αφηγήσεις που δε συνδέονται με τον κρίκο της λογικής αλλά αποτυπώνονται με αυτόν του υποσεινήδητου στο θεατή. Τα νοήματα ρέουν άφθονα, στην τύχη της υποκειμενικής εστίασης του θεατή σε ένα ταξίδι περισσότερο γοητευτικό από μια μονοσήμαντη ερμηνεία. Η εξωτερική βοήθεια απ' τον σκηνοθέτη είναι δοτή μέσω σύντομων αποφθεγματικών διαλόγων("Η αγάπη είναι θέμα συγχρονισμού", οι επικλήσεις προς τις μνήμες, οι διαλόγοι στο τραίνο του 2046, καθώς και ο σπαραχτικός διάλογος που κλείνει την ταινία) . Έτσι δε μένεις αβοήθητος στην προέλαση των εστίκτων αυτού του αισθαντικού δράματος.

Ο Kar Wai Wong τεκμηριώνει πως τη σύγχηση δεν επιφέρουν μόνο οι εξαιρετικά γρήγοροι ρυθμοί, καθώς χρησιμοποιεί ένα βασανιστικά αργό τέμπο, με ύφος περιηγητικό σε κάτι που δε μοιάζει τόσο με πραγματική αφήγηση, αλλά με τον ακατάστατο χώρο του μυαλού, της ψυχής των ηρώων του και κυρίως του Chow Mo Wan. Οι χαρακτήρες είναι πιο σκοτεινοί από ποτέ, κρατώντας ένα απόλυτα περιχαρακωμένο προφίλ, όχι πνευματικό, αλλά κυριώς στον τρόπο παρουσίασης τους. Με μαεστρία ξεδιπλώνουν τις εγωιστικές πτυχές τους, το πάθος του έρωτα μυστιριακά τυλίγει τον ουρανό τους, ενώ η αγάπη, ανεκπλήρωτη σαλεύει στις πιο μελανές σελίδες του πόνου. Η μουσική πλαισιώνει την εικόνα σε "σκοτεινές" διαδρομές, με ένα αξιοθαύμαστο soundtrack. Ο φακός παίζει με τις πιο σκούρες αποχρώσεις, το μαύρο γίνεται αγαπημενέστερο και αναγκαίο σε κάθε πλάνο ενώ έντονες χρωματικές εμφανίσεις (κίτρινο,κόκκινο και τα παράγωγα τους) αποπνέουν περίτεχνα και υποβλητικά gothic ερωτική ατμόσφαιρα. Τα σκηνικά πολύ στενά, χώροι αποπνιχτικοί που μετα βίας συγκρατούν την υλική υπόσταση των ηρώων, είναι όλα τα στοιχεία που επιφέρουν τεράστια ψυχολογική σύγχηση στο θεατή κάνωντας τον να ασφυκτιεί μέσα στο μυστήριο τραίνο του 2046. Έντρομός μα και "καθηλωμένος" αναζητεί γαλήνη μέσα απ' τον λιγοστό αέρα που του δίνει ο Kar Wai Wong στα φειδωλά φωτεινά εξωτερικά πλάνα. Όλα αυτά συνθέτουν την καλλιτεχνική ιδιοφυία και οικοδομούν τις βάσεις που θα εξελιχθεί αυτό το εξαιρετικό film.

Το εκκεντρικό και καινοτόμο 2046 είναι μια ταινία ναυαγός στις μνήμες του παρελθόντος, που εμπνέει και συνταράζει τον θεατή με την ατμοσφαιρικότητα της, μεταφέρωντας τον στα πέρατα του κόσμου ολοκληρώνοντας μια άκρως αισθαντική εμπειρία.Βαθμολογία 8,5/10

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2007

Citizen Kane


Σκηνοθεσία: Orson Welles
Παραγωγής: Usa / 1941
Διάρκεια: 119'

Μια φορά και έναν καιρό...πολύ πριν καιρό(!) το Hollywood έφτιαχνε ταινίες! Ο πολίτης Κεϊν είναι μία από αυτές, ίσως η δημιουργικότερη απ' όλες, και κλείνουμε 66 χρόνια απ' την γέννηση της! Πλέον το Hollywood εστιάζει απόλυτα στο άρμεγμα της κινηματογραφικής βιομηχανίας και τα σκουπίδια δημιουργούνται το ένα μετά το άλλο με μικρές εξαιρέσεις που επιβεβαίωνουν τον κανόνα. Βλέπωντας το Citizen Kane παρατηρείς τεράστια καλλιτεχνική φλόγα, ένα αψεγάδιαστο σενάριο, σκηνοθεσία που τα σπάει και σκηνή δεν περνάει χωρίς να σε ταξιδέψει, να σε απογειώσει. Πλέον το μόνο για το οποίο υπάρχει ενδιαφέρον, είναι το εφέ για το εφέ! Τεσπα.

Επίσης ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε πως αυτή η ταινία συνδέθηκε με τον μεγιστάνα του Τύπου Χεϊρστ(ή κάπως έτσι). Και λέω ιδιαίτερη εντύπωση γιατί: όταν μια ταινία αποσκοπεί σε ένα γεγονός και μόνο, γίνεται σύγχρονη και πολύ ευχάριστη στην εποχή της, ωστόσο τα επόμενα χρόνια είναι παράλυτη χωρίς να μπορέσει να αρρθρώσει λέξη, αφου το γεγονός έχει περάσει(δε μιλάω για γεγονότα που έχουν ανεξίτηλα σημαδέψει την ιστορία). Αντίθετα το Citizen Kane χαρακτηρίζεται από ωριμότητα, απο διαρκή αποτύπωση βαθύτερων νοημάτων με έντονο χαρακτήρα αναζήτησης και ιδιαίτερη καλλιτεχνική προέλευση. Ένα έργο τέχνης που μένει κληρονομιά στα χέρια, για την ακρίβεια στα μάτια, κάθε ύστερου θαυμαστή της τέχνης, όπως ένας πίνακας του Πικάσο.
Δεν αμφισβητώ την σύνδεση που μπορεί να έχει η ταινία με τον μεγιστάνα του Τύπου(για τον οποίο αγνοώ τα πάντα) ωστόσο επισημαίνω πως η ταινία είναι και θα είναι πάντα επίκαιρη γιατί καταπιάνεται με τον πυρήνα της αλήθειας του δημιουργού της! Απαραίτητο συστατικό για την καταξίωση κάθε δημιουργείας σε κάθε επίπεδο.
Επίσης ιδιαίτερη εντύπωση μου κάνει, εφόσον ισχύουν οι ισχυρισμοί για άμεση σύνδεση της με τον Χεϊρστ(κατεστημένο), πως το Hollywood συνέναισε σε μια "επαναστατική" διαδήλωση, καθώς για τέτοια πρόκειται όταν προκαλείς ένα από τα οικονομικά "τέρατα" της εποχής, έχωντας πάντα στο νου μου τα σημερινά σταθμά και μέτρα.

Αλλά ας πάμε στην ταινία. Ξεκινάει με μια σύντομη γεγονοτολογική αφήγηση γύρω από τον ήρωα Κέιν, με τα χρόνια της ακμής και της παρακμής, η οποία δίνει στο θεατή κατεύθυνση για το τι θα παρακολουθήσει. Μετ' έπειτα παρουσιάζεται η τελευταία του ανάσα και τα χείλη του νοσταλγικά μα αποφασισμένα να ψελίζουν το "Rosebud", σαν βελόνα την τελευταία της νότα στο παλίο σκονισμένο πικ απ. Ε, αυτό το Rosebud γίνεται κινητήριος μοχλός για δημοσιογραφική έρευνα, μια πιο προσωπική έρευνα για τον άνθρωπο Κέϊν, για αυτή τη Rosebud που ποτέ δε γνώρισαν και τόσο σημαντική για αυτόν τον μεγιστάνα της εποχής του ήταν. Εδώ αρχίζει και η ταινία, με αρχιτεκτονική δόμηση αφήγησης καθώς ο δημοσιογράφος Thompson(William Alland) αρχίζει να ξεσκονίζει τις πιο βαρύγδουπες πτυχές της ζωής του. Ξεκινώντας απ' το ίδρυμα Thatcer όπου μεγάλωσε και μορφώθηκε ο Κέϊν και με τεχνική κυρίως flash back κάνει μια μικρή αναφορά στην παιδική ηλικία του, και μετ' έπειτα χάνεται στο ψυχρό των καταστατικών του ιδρύματος τα οποία προσπερνιούνται ως ανούσια για τη ζωή του. Η αναφορά μπορεί να είναι σύντομη(μόλις ένα πλάνο) αλλά αποτυπώνεται με τεράστια ένταση χάρις μια αξιοθαυμαστή σεκάνς του Orson Welles για την οποία θα κάνω λόγο στη συνέχεια. Έτσι ο δημοσιογράφος μετά από το άκαρπο της προσπαθειάς του συνεχίζει προσεγγίζωντας τον διαχειριστή του Κέϊν, Bernstein(Everett Sloane) ο οποίος σαφώς πιο φιλικός προσπαθεί να δώσει μια εξήγηση γύρω απ' το μυστήριο της Rosebud. Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δε μπόρεσε να νιώσει απόλυτα, να βιώσει τον άνθρωπο Kane και έτσι ο καθένας δίνει μια πιθανοτική εκδοχή με γνώμωνα τον εαυτό του και την δική του οπτική. Σε αυτό το σημείο, μέσα απ' την κουβέντα τους, γίνεται ορατή η απαξίωση των χρημάτων και του πλούτου, οριοθετώντας τον ως παράγοντα δυστυχίας σ' ένα περιβάλλον που ασφυκτιεί η καρδιά. Επίσης μας δίνεται και μια ιδέα για την έκρυθμη αγάπη, αυτή που είχε μέσα του ο πολίτης Kane(Orson Welles),μέσα απ' τους δύο γάμους του. Η τεχνική της αφήγησης δεν περιορίζεται μόνο σε ψυχρή απεικόνιση αλλά και σε πιο προσωποποιημένους διαλόγους. Αυτή τη φορά με πιο πολλές ελπίδες ο κ. Thompson κατευθύνεται στον στενό φίλο του Kane, τον Leland(Joseph Cotten). Αυτός γνωρίζωντας καλύτερα απ' όλους τον φίλο του θα κάνει μια πιο λεπτομερή σκιαγράφηση της προσωπικότητας του! Εδώ πλέον γίνεται σαφής η πυξίδα της συμπεριφοράς του Kane, τα συναισθήματα εύκολα αποκωδικοποιούνται μέσα απ' τις πράξεις. Και η εμηνεία σχεδόν των πάντων απλόχερα χαρίζεται στον θεατή. Αυτή η αφήγφηση αποτελεί την ουσιαστικότερη γνωριμία του κοινού με τον Kane ωστόσο δε μπορεί επακριβώς να δυεισδύσει στην καρδιά του. Έτσι το κάστρο της Rosebud παραμένει απόρθητο. Ακολουθεί η επίσκεψη στην γυναίκα του Susan(Dorothy Comingore) η οποία χτυπημένη απ' τις πληγές του γάμου της και εμφανώς αδύναμη για όποια χρήσιμη περιγραφή παραπέμπει τον δημοσιογράφο στον Μπάτλερ της οικογενείας. Ο οποίος τελικά δείχνει να είναι ο πιο κοντινός στην αλήθεια του Kane, να βυθίζεται στον συναισθηματικό του κόσμο, κόσμο τόσο προσωπικο που δεν γίνεται πιστευτός απ' τον Thompson. Τελικά ο Orson Welles φυλάει το μυστήριο για να το λύσει μόνο στο θεατή, με ένα τόσο λιτό μα τόσο δραματικό πλάνο...Η Rosebud καίγεται, η σανίδα μαζί με την ήδη νεκρωμένη καρδιά στην πυρρά, ο Kane ήταν πάντα αυτός που ήταν γιατί αναγκάστηκε να πεθάνει από πολύ μικρός... Γιατί η αγάπη ήταν κάτι που είχε πιο πολύ απ' όλους ανάγκη αλλά ήξερε πως ποτέ δε θα δώσει.

Αποκωδικοποιώντας τον πολίτη Kane: Στο πρώτο πλάνο αυτή τη θρυλική σεκάνς που έχω ήδη προαναφέρει βλέπουμε τα "μεγάλα αφεντικά" να ρίχνουν τα ζάρια της ζωής του μικρού Kane. Ο τελευταίος εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της σκηνής στο απειριοστό οπτικό πεδίο -σε μια απεικόνιση μικρότητας, όντας ανήμπορος να κάνει έστω το παραμικρό αφού η μοίρα του βρίσκεται σε ξένα χέρια- να παίζει παρέα με την παιδικότητα του, κοντά στο σπίτι του όπου νιώθει ασφάλεια. Σκηνή βαρυσήμαντη στην εξέλιξη της ταινίας με το νόημα της να αποκρυπτογραφείται στο τέλος. Η αγάπη του για τους γονείς του για την οικογένεια του πέθανε για πάντα, αφού αυτοί αποποιήθηκαν του μικρου Kane και τον έστειλαν μακρυά τους για ένα καλύτερο μέλλον αψηφώντας στην ουσία το παιδί. Η καρδιά του πάγωσε για πάντα, και ποτέ οι παλμοί του δεν θα ζητούσαν κάτι, ο φόβος της απόρριψης σαν δέντρο μέσα του ρίζωσε και αεναή συναίσθημα ο φόβος, θα γυρεύει την αγάπη των άλλων και ας αυτός δεν έχει ούτε ένα γραμμάριο να δώσει...
Μετά από αυτή την αναφορά, θα πάμε στον διαχειριστή του. Ο οποίος εμέσως θα μας πληροφορίσει πως ο Kane δε νοιαζόταν για τα λεφτά. Πως τα λεφτά είναι κάτι εύκολο, το δύσκολο είναι να 'σαι άνθρωπος, και πως ο Kane ήταν...Πως έκανε τα πάντα για την αγάπη χωρίς ωστόσο να μας αποσαφηνίζει ποια μορφή αγάπης. Μετ' έπειτα, μεγαλωμένος πια ο Kane, εμφανίζεται με ένα πολύ φιλικό προφίλ. Ένας άνθρωπος αξιαγάπητος, ή μάλλον όπως ανακαλύτει στη συνέχεια ο θεατής που το μόνο για το οποίο ενδιαφέρεται είναι να είναι αγαπητός. Σιγά σιγά αποκτά χρήματα, δημοτικότητα και μια μορφή εξουσίας. Η καρδιά του είναι παγωμένη, και ευστόχα ο Orson Welles τον σκιαγραφεί να προπσαθει να καλύψει την εσωτερική αυτή ανεπάρκεια με μια μανιακή συλλογή περίφημων υλικών αντικειμένων. Αντικειμένων που δεν του χρησιμεύουν σε τίποτα αλλά αποσκοπούν κυρίως στο να αποκτήσει τον θαυμασμό των άλλων και στο να αντικαταστήσει με πλούσια περιουσιακά στοιχεία την εσωτερική ερημιά του. Μια απεικόνιση με βαθύτερη ειρωνική κρίση προς τον μανιακό καταναλωτισμό σε μια προσπάθεια να ερμηνευτούν τα αίτια του σε πιο γενική βάση. Η εξουσία του δίνει την ευκαιρία, και έτσι θα διεκδικήσει την απόλυτη δημοτικότητα. Να μπει στις καρδιές του λαού, όντας ο πρόεδρος της χώρας. Ξέρει οτί δε θα μπορέσει να κάνει τίποτα για αυτούς, αλλά δεν ενδιαφέρεται, τον νοιάζει μόνο να μπει στις καρδιές τους, και θα κάνει τα πάντα για αυτό. Μέχρι να πέσει στην παγίδα του πολιτικού αντίπαλου του. Αυτός θα του πάρει την ευκαιρία να εκλεγεί πρόεδρος, και μέσα του τα πάντα κλονίζονται, αφου κουτουλάει στο αδιέξοδο που του 'χει στήσει. Το ξέσπασμα χαρακτηριστικό σε μια υψηλής έντασης σκηνή. Ο αντίπαλος του τον δυσφήμησε δημοσιεύοντας την παράνομη σχέση του με μια άσημη κοπέλα που ειρωνικά ο τύπος αποκαλεί τραγουδίστρια. Για την απεικόνιση της ήττας και της ψυχοσύνθεσης του Kane ο Οrson Welles επιστρατεύει μια συμβολική περίτεχνη γωνία λήψης(απο κάτω προς τα πάνω) δίνωντας τον πρωταγωνιστή να μη χωράει πουθενά και τον ουρανό(ταβάνι) έτοιμο να τον πλακώσει. Ο Kane τώρα για το μόνο που ενδιαφέρεται είναι η φήμη του. Θα παντρευτεί την κοπέλα του σκανδάλου. Θα χτίσει όπερα για αυτή, θα προσλάβει τους καλύτερους μουσικούς για να την εκπαιδεύσουν, να την κάνει τραγουδίστρια, ενδιαφερόμενος μονάχα για το δημόσιο προφίλ του, θα πατήσει επι πτωμάτων για να περιφρουρήσει την δική του περηφάνια, για να περισώσει κάτι απ' την αγάπη που είχε κατακτήσει. Η σχέση εξουσίας αποτυπώνεται διαρκώς, όπου ο Kane εμφανίζεται διαρκώς στο κάδρο υψηλότερα απ' την γυναίκα του θέλωντας να διαμορφώσει την ζωή της, την ζωή τους, την ζωή του κόσμου όπως διαμορφώσαν τη ζωή του οι γονείς του, απορρίπτωντας τον όταν ήταν μικρός. Αξίζει να σημειωθεί το βάθος πλάνου που χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης σε όλη την ταινία, σε μια άκρως επαναστατική για την εποχή, και όχι μόνο, κινηματογράφηση. Μπορεί με αυτόν τον τρόπο να δώσει ευρύτερα πλάνα στον θεατή, να του αποκαλύψει τα πάντα με μεγάλη ευχέρια και να επιδράσει θετικά στηνψυχοσύνθεσή του. Τέλος με μια έντονη συναισθηματικά σκηνή κλείνει η αφήγηση, μ' ένα δάκρυ(το μοναδικό που βλέπουμε) στα μάτια του ήρωα μόλις αγγίζει τη σφαίρα της χαμένης του παιδικότητας, αφού΄προγενέστερα έχει βιώσει ξανά την απόρριψη με την γυναίκα του να τον εγκαταλείπει αντιλαμβανόμενη την αυταρχική του προσωπικότητα και κάνωντας του την αυτοπαρουσίασή του! Όλη η αλήθεια ωστόσο θα παρουσιαστεί στο θεατή και μόνο με το πλάνο όπου καίγεται η χώρα της Rosebud. Η μοναδική χώρα που αγάπησε, και που λεηλατήθηκε από αυτούς που εκτίμησε και θεωρούσε κατοικούς της. Η χώρα της παιδικότητας, η οικογένεια του, η αγάπη του για αυτήν αποκόπτηκε και διαμελήστηκε παγώνοντας για πάντα την καρδιά του στην πιο ευαίσθητη ηλικία...Με ένα λιτό πλάνο που φουσκώνει συνέχεια μέσα σου, που η τρίχα μου ακόμα σηκωμένη είναι...

Citizen Kane, τις ευχαριστείες μου, είναι και αυτός μαζί με αρκετές άλλες η ζωντανή απόδειξη γιατί το σινεμά έχει πολλά να δώσει. Έδωσε τα πάντα σε χαλεπούς κινηματογραφικούς καιρούς(από πλευρά δυνατοτήτων, όχι πάθους για να μην παρεξηγηθώ) και νομίζω είναι ακόμα ένα τεκμήριο γιατί τελικά ο κινηματγράφος είναι τέχνη!
Βαθμολογία 9,5/10

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2007

Laitakaupungin valot


Σκηνοθεσία: Aki Kaurismäki
Παραγωγής: Finland / Germany / France / 2006
Διάρκεια: 78'

Ο Aki Kaurismäki γυρνά τα αντιθετικά Φώτα στο Σούρουπο με ηθοποιούς απ' τα Φιλανδικά σύνορα χωρίς ωστόσο οι τελευταίοι να δείχνουν έλλειψη σε ταλέντο.

Η ταινία ξετυλίγεται γύρω από τον μοναχικό securita Koistinen. Η κάμερα τον ακολουθεί στο άνοιγμα, για να δηλώσει τις ιδιαιτερότητες του. Δείχνει τελίως διαφορετικός από κάθετι που πατάει στο περιβάλλον του, δείχνει να μη μπορεί να επικοινωνεί με αυτό, να έχει ωστόσο εντάξει όνειρα και επιθυμίες σε αυτό τις οποίες ωστόσο δε μπορεί να ακολουθήσει λόγω της τελείως αντισυμβατικής φύσης του με την φύση των πραγμάτων στα οποία ζει. Πράγμα που γίνεται αντιληπτό από τους γύρω, και γίνεται τροφή για γέλιο, εκμετάλευση και λύπηση. Στα πλαίσια αυτά γίνεται θύμα μιας συμμορίας κλεφτών η οποία κλέβει στις πλάτες του την επιχείρηση που φυλάει και του χρεώνει και τη ζημιά. Εδώ φουντώνεται το δραματικό στοιχείο, καθώς ο θεατής ακολουθεί τον ήρωα στη φυλακή, σε μια "ωραιοποιημένη φυλακή" και μετ' έπειτα σε ένα πολύ φτωχό τρόπο ζωής.

Το μυστικό της ταινίας κατ' εμέ είναι να μπορέσεις να βιώσεις τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις. Απ' τη μία λυπάσαι τον πρωταγωνιστή, εξετάζωντας τον στη σφαίρα του Koistinen και της πραγματικότητας. Λύπηση για ότι είναι, λύπηση για τις αδυναμίες του, λύπηση για τη ζωή του. Απ' την άλλη ωφείλεις να ακολουθήσεις και την άλλη σφαίρα. Αυτή που με μαεστρία ο Aki Kaurismäki εμφανίζει μέσα απ' τα γκρο πλάνα στα μάτια του τραγικού ήρωα του, τον κόσμο του Koistinen. Η μελαγχολική ματιά του σου μιλάει μες στην σιωπή, σου δείχνει έναν άλλο δρόμο, απερπάτητο και αυθεντικό. Σου δείχνει την σοφία του "άλλου", αυτού που δεν μπήκε ποτέ στο σύστημα, αλλά έζησε μέσα σε αυτό. Μια περιπλάνηση σε έναν κόσμο ονειρικό, σε έναν κόσμο όχι μόνο ρομαντικό αλλά έναν κόσμο με διαφορετικά συστήματα αξιών, πεποιθήσεων, δύναμης τα οποία μένουν γυμνά στην διαφορετικότητα της στενής αυτής κοινωνίας που μας περιβάλλει. Γυμνία που φέρνει την μοναξιά, την "κακομοιριά", τα βάσανα, τη λύπηση που προαναφέραμε.

Η κάμερα είναι πολύ αφαιρετική, κρατάει μικρές σκηνές και κόβει τις πιο έντονα δραματουργικές σκηνές. Αποφεύγει τα κραυγαλέο καυγά, ένα γλυκανάλατο sex και γενικά σκηνές που θα αποπροσανατολίσουν. Ωστόσο στο πρώτο μέρος η χρήση του μοντάζ είναι αρκετά διακριτή ενω και η σχέση αιτιού-αιτιατού ευκολά αποκωδικοποιείται. Η λύτρωση νομίζω πως δεν έρχεται ποτέ, ενώ και το θέμα χωλαίνει από έλειψη περιγραφής και συνέπειας. Επίσης για μένα πρόβλημα είναι και οι ανεπαρκής αναφορές στα στοιχεία που περιέχει(πχ φυκαλή, θεσμό αστυφύλακων, άσυλο), αλλά αυτά περνούν σε δεύτερη μοίρα εξτάζωντας από πιο κοντά τον Kostinen. Ωστόσο οι καλές στιγμές δεν είναι λίγες και οι προβληματισμοί έντονοι και πραγματικοί. Ο Aki Kaurismäki δηλώνει πως τα πάντα είναι προσωρινά, αφού και εμέις είμαστε προσωρινοί, σκηνοθετεί την λύπη και όλες αυτές τις αλλαγές με μινιμαλισμό. Ενώ ενδαφέρον είναι και η δήλωση του περί μοναδικότητας, διαφορετικότητας και αυθεντικότητας. Αφού με την καμερά του μας μεταφέρει στη μαγική φύση απομονώνοντας ένα ένα τα στοιχεία της. Τα γοητευτικά λουλούδια, το γεμάτο ζωή ρυάκι, μια φθινοπορινή εικόνα, ένα ταξιδιάρικο τοπίο που όλα μαζί συνθέτουν την εξαιρετικής αισθητικής και αγνότητας φύση. Αυτή η ξενάγηση στην ταινία γίνεται μόνο μια φορά με χρήση κυριολεκτικών σατοιχείων, ωστόσο την έχουμε ήδη δει με μεταφορικό τρόπο και την βλέπουμε και στη συνέχεια μέσα απο κάθε γκρο πλάνο στα γαλάζια μελαγχολικά μάτια του ήρωα. Και απ' την άλλη δηλώνει-κατακρίνει την επιτηδευσή των πάντων, τον σπαραγμό της διαφορετικότητας, την χαλιναγώγηση τους από μια μοναδική μορφή, τη μορφή του συστήματος που επιτρέπει μόνο ένα "καλούπι" ύπαρξης, αυτό του συμφέροντος, αυτό της βρωμιάς, το ανήθικο γκρίζο των ανθρώπων.

Ταινία που αξίζει μια ευκαιρία, δε νομίζω πως μπορεί να γίνει αγαπημενέστερη ωστόσο θα παρέχει αρκετή τροφή στον θεατή κυρίως μέσα απ' την τραγικότητα και την μινιμαλιστική της απεικόνιση.
Βαθμολογία 6,5/10

Before Sunset



Σκηνοθεσία: Richard Linklater
Παραγωγής: USA / 2004
Διάρκεια: 77'

Ο Richard Linklater 9 χρόνια μετά το Before Sunrise(το οποίο δυστυχώς ακόμα αγνοώ) επιστρέφει με την συγκεκριμένη ταινία, σε μια αποτίμηση του ρομαντισμού μέσα από διαλόγους ψυχής, μεταξύ 2 εραστών που δεν έζησαν τον χρόνο όπως τους άξιζε...

Θα σπάσω την κριτική σε 2 κομμάτια, πρόφαση και ουσία. Για να μην παρεξηγηθώ, εξηγώ σαν πρόφαση τα γεγονότα που χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης για να ξεδιπλώσει μέσα από αυτά τα βαθύτερα νοήματα του, τις δυνατότερες αλήθειες του.

Πρόφαση: ο Jesse(Ethan Hawke) παρουσιάζει το βιβλίο που έχει εκδόσει σε ένα βιβλιοπωλείο του Παρισιού όπου συναντά την γηγενή Celine(Julie Delpy) η οποία στην ουσία είναι η πρωταγωνίστρια του βιβλίου του καθώς εκεί εξιστορείται η αγάπη, ο έρωτας, η ζωή που πέρασαν οι δυο τους, μέσα σε μια νύχτα αρκετά χρόνια πριν. Χρονικό διάστημα που διέρκησε και η σχέση τους. Αργότερα, θα αποκαλύψει πως έγραψε το βιβλίο σε μια προσπάθεια να τη συναντήσει, όντας απογοητευμένος και απελπισμένος πως δεν θα την ξανάβλεπε, καθώς η τελευταία δεν ανταποκρίθηκε στο ραντεβού που 'χαν δώσει 6 μήνες αργότερα απ' την γνωριμία τους ,και δεν είχαν ανταλλάξει προσωπικά στοιχεία. Έτσι αυτή η συνάντηση θα γίνει η αφορμή για να ζωντανέψει το παρελθόν, με τη μορφή στιγμών που κούρνιασαν και χάραξαν ανεξίτηλα το ζευγάρι και αποτέλεσαν τα βήματα του πιο ιδιαίτερου συστήματος των συναισθημάτων τους.

Ουσία: Αρχικά βλέπουμε τους διαλόγους μεταξύ Jesse και Celine, οι οποίοι είναι περιγραφικοί και μας πληροφορούν για τις προσωπικότητες για τους ανθρώπους προς τον τρόπο που αντιμετωπίζουνε τη ζωή. Είναι τελίως διαφορετικοί, αλλά συνειδητοποιούν μια διαφορετικότητα που δε πληγώνει αλλά αντίθετα γοητευεί τον καθένα απ' την μεριά του. Ενώ ελευθερώνωντας όλο και περισσότερο εκτός του μυαλού και την ψυχή τους νιώθουν το τσίμπημα. Αυτό που κουβαλούν τόσα χρόνια μαζί, την χημεία που ενώνει τους ανθρώπους κατά έναν περίεργο και μοναδικό τρόπο. Νιώθουν τα αισθήματα που 'χαν παραγκωνίσει, που φοβόντουσαν να κρατήσουν, δειλά δειλά να βρίσκουν χώρο. Ο γυάλινος κόσμος τους σιγά σιγά σπάει, και έρχονται τόσο κοντά μεταξύ τους που δε μπορούν να συγχωρέσουν τους εασυτούς τους για τον χρόνο που πήγε χαμένος. Μπορεί να γνωρίστηκαν, να πέρασαν μαζί μια νύχτα μόνο, όμως το 'χαν αισθανθεί. Γιατί ο χρόνος τελικά είναι εχθρός. Είναι εχθρός για αυτούς που δε ζουν, γιατί κάθε μέρα που περνάει είναι μια μέρα λιγότερη από αυτές που θα 'ρθουν. Είναι εχθρός και για αυτούς που κάποτε η καρδιά τους σπαρταρούσε σαν το ψάρι και τώρα έχει παγώσει. Γιατί το γεγονός γίνεται σημείο αναφοράς για όλη τη ζωή και κάθε μέρα μια τιμωρία, να ονειρεύεται στο παρελθόν, να σκοτώνει το παρόν και τίποτα να μη μπορεί να το θεραπεύσει, υπακούοντας στο ψέμμα, προσποιώντας μια ζωή. Δεν έπρεπε να το αφήσουν, και τους πονάει, πως τελικά αυτό που είχαν στην άκρη του μυαλού τους ήταν αληθινό. Που μια συνάντηση και μόνο ήταν ικανή να το ζωντανέψει. Και η ταινία κινείται στην εξάγνιση του πλήρη ρομαντισμού, στην εξιστόρηση γλυκών στιγμών μα αληθινών σκηνών, δήλώνει την αγάπη σε μια πολύ βαθιά μορφή, μακρυά απο συντηριτισμούς, σε μια στιγμή που αρκεί για να μαγέψει μια ζωή...Ρομαντισμός που αντιβαίνει πλήρως στην φράση της Celine: "Το ότι μπορούμε να ολοκληρωθούμε με έναν άντρα είναι τελείως σαδιστική ιδέα". Μα ότι το νιώθουν, μόνο του, δεν έχει σημασία. Δεν θα 'χει σημασία, αν δε μπορέσουν να ανταλλάξουν αυτά που δειλά δειλά βρήκαν θέση και ζωντάνεψαν ξανά στην καρδιά τους. Και το ξέσπασμα δεν θα αργήσει, και τελικά θα παραδωθούν αδύναμοι και οι δύο ο ένας στον άλλο εναποθέτωντας τις όποιες ελπίδες τους να γιατρέψουν τον χαμένο χρόνο... Το τέλος έρχεται πολύ φορτισμένο συναισθηματικά και μένει ανοιχτό, αφήνοντας την ελπίδα πως το ζευγάρι θα προλάβει αυτή τη φορά την ανατολή...

Όσον αφορά τη φόρμα, η ταινία διαδραματίζεται σε χρόνο πραγματικό, φορτωμένη με ρεαλιστικούς διαλόγους στα πλαίσια μιας ζωντανής αναπαράστασης της κατάστασης της οποίας προβάλλεται. Στοιχεία με τα οποία βαραίνει αρκετά το περιεχόμενο, κάτι που λαμβάνει υπ' όψιν ο σκηνοθέτης και διαδραματίζει την ταινία σε μικρή χρονική διάρκεια. Σκηνικά το ηλιόλουστο Παρίσι γεμίζει το κάδρο σχεδόν στην πλειονότητα των πλάνων. Ερμηνευτικά, η άμεση αναπαράσταση της κατάστασης εξαλοίφει την απαίτηση για εμβάθυνση στη λεπτομέρια αντίθετα όμως απαιτεί εκφραστικότητα, κυρίως με τη γλώσσα του σώματος. Κάτι στο οποίο καλύτερα ανταποκρίνεται κατ' εμέ η Julie Delpy, ενώ ιδιαίτερη προσπάθεια κάνει και ο Ethan Hawke της οποίας όμως το αποτέλεσμα είναι κάπως "σφιχτό". Ιδιαίτερη αναφορά θα μπορούσε να γίνει και στη φύση των διαλόγων, που είναι ταυτόχρονα σαφής, άκρως περιγραφικοί, συναισθηματικοί και διαρθρώνονται με ορθότατο τρόπο.
Αυτά!
Βαθμολογία 8/10

Before the Sunset-Scene

Ήταν μαζί του μες στο αμάξι.
Για την ώρα το τείχος κρατούσε.
Και αυτή απο μέσα, του Μεσολογγιού ιπότης.
Μια βόλτα, με το Παρίσι να αναπνέι στα μάτια τους.
Μα για αυτούς είχαν μείνει όλα στάσιμα.
Δεν έλειπε η θέληση, αλλά...
Τον κοιτάει στα μάτια και πονάει.
Ψάχνει να βρει λόγια, αυτά ανεβαίνουν στο λαιμό και την πνίγουν, αρνούμενα πεισματικά να βγουν.
Είχαν περάσει πολλά χρόνια.
Μαζί και η εφηβεία απ' το σώμα.
Όμως την ένιωθε στην καρδιά της, και αυτό ήταν πρόβλημα...
Του παρελθόν η αναδρομή, είναι μια διαδρομή που τη φόβιζε.
Είχε σφραγίσει τα περάσματα όμως.
Σε μια πύλη που φυλάνε καραούλι ολημερής και ολονυχτίς.
Όμως τα μάτια του ήταν το εισητήριο.
Οι φοβισμένοι δεσμότες εγκαταλείπουν.
Και σαν λάβα απο ηφαίστειο ενεργό τα συναισθηματά της.
Έτοια να κατασπαράξουν τα πάντα,να κατασπαραχθούν, μα πρώτα απ' όλα αυτή.
Το παρελθόν...
Η ζωή της δεν ήταν σαν τα άστρα που επισκέφτηκε εκείνο το βράδυ.
Σαν δηλητήτηριο εκείνο το κρασί έκαψε τα λουλούδια στην καρδιά της.
Και η ανάμνηση επιβλητικά να μαστιγώνει.
Και νιώθει στο γυαλό υπνωτισμένη, να βλέπει όλα τα άλλα καράβια να φεύγουν για ξωτικά ταξίδια.
Ακόμα δεν είχε βρει εισητήριο.
Το είχε βρει, αλλά πιο πολύ την πονά που δεν το τσέκαρε.
Και πονούσε, ζήλευε, δεν ήξερε και αυτή τι ένιωθε.
Τόσο καιρό τα είχε όλα κρύψει.
Γιατί ήρθε; Τι θέλει;
Τα 'χε τελειώσει όλα...
Έτσι νόμιζε, αλλά ότι κρύβεις σαν μπαλονι φουσκώνει μέχρι να σκάσει...
Και έσκασε.
Όλα γίναν λόγια.
Συναισθήματα, βιώματα και εικόνες που θελάν να τον πνίξουν.
Ήταν και αυτός ένα ευτυχισμένος ταξιδιώτης.
Έτσι νόμιζε.
Και αυτός να θέλει να την αγκαλιάσει.
Να ιδρώνει, και άπραγη να κόβεται η θέληση του.
Να πονάει, βλέπωντας την εικόνα τους μέσα από μια λίμνη νερού, που δεν κυματίστηκε καθόλου αυτά τα χρόνια.
Και ας τα κύματα τους έπνιγαν μέρα τη μέρα.
Και περιμένει τη δύαμη να βρει.
Να δώσει αυτό που σε τόσους δίνουμε αλλά μόνο σε έναν έχει σημασία.
Τον εαυτό του σε αυτή.
Για αυτόν, μόνο αυτή υπήρχε.
Περίμενε νωχελικά κάθε νύχτα.
Εκεί μπορούσε.
Και καρτερικά την έψαχνε στα ονειρά του.
Και ας πονούσε.
Εκεί κάτι μπορούσε να δώσει, να ξεγελαστεί πως κάτι αγγίζει.
Να δει λίγο φως στο σούρουπο της ζωής του.
Και ο εαυτός του σαν να έγινε ποτάμι.
Κύλησε και έφτασε μπροστά της.
Να της εξηγήσει.
Να της πει.
Πως το χειρότερο δεν είναι να μη βρεις καράβι.
Το χειρότερο είναι να μην είσαι εσύ ο καπετάνιος.
Kαι ότι φαντάστηκες καμία σχέση με όσα ζεις δεν έχει.
Και αυτή δακρύζει, γιατί τώρα ξέρει.
Νιώθει το ίδιο.
Πως και για αυτόν ότι φαντάστηκε ήταν αυτή...
Τα πάντα μέσα της ευχαριστιούνται, δεν ξέρει αν θα τον αγκαλιάσει.
Αν θα μπορέσει να τον κοιτάξει...
Μα η λίμνη κυματίστηκε, και ξέπλυνε και τους δυο.
Από πόνο, από ψέμμα.
Τους ξέπλυνε απ' την σιωπή...

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2007

Dead Man



Σκηνοθεσία : Jim Jarmusch
Παραγωγής : USA / Germany / Japan / 1995
Διάρκεια : 121'

Τα περάσματα πάντα ανοιχτά, και ο θάνατος γίνεται θάνατος μόνο όταν το πνεύμα παραδίδεται στον τελικό προορισμό, όταν η περιπλάνηση σε τούτον τον κόσμο τελιώνει και οι αισθήσεις χάνονται στο πιο ανεξιχνίαστης φύσης ταξίδι. Και όλα αυτά κάτω απ' την μινιμαλιστική σκηνοθεσία του Jim Jarmusch, τη σκιερή φωτογραφία του Robbie Miller και τις σκοτεινές νότες του Neil Young.

Ο William Blake(Johny Depp) ταξιδεύει με προορισμό το απόμακρο και εχθρικό Machin όπου βρίσκεται αταίριαστος σε ένα πλήθος ιθαγενών με πρωτόγονο τρόπο ζωής! Η ευκαιρία για εργασία κλείνει ερμητικά, το ατυχές γεγονός τον κάνει φονιά του υϊού του Ηρώδη του χωριού αλλά και κάτοχο μιας σφαίρας στη χώρα της καρδιάς, και κάπου εκεί ξεκινάει η υπερβατική εμπειρία του θεατή, ανάμεσα σε έναν κόσμο που χάνεται, ένα μέλλον που στην κλεψίδρα του χρόνου στερεύει και όλα αυτά υπό τη στοχαστική αφήγηση του Jim Jarmusch.

Ο σκηνοθέτης συνδέει με χειρουργική λεπτομέρια, πρόσωπα, καταστάσεις και πράγματα και στα μακρόσυρτα πλάνα του οικοδομεί το όραμα σε ένας σπουδαίας αρχιτεκτονικής δημιούργημα. Πλάνα εξαιρετικής εφυϊας και δημιουργηκότητας(όπως αυτό με το ελάφι) είναι διάχυτα παντού. Ενά στα σημειολογικά προβάλεται άψυχη πραγματικότητα, γύρω σε ζωντανούς ανθρώπους με φτωχές διαλεκτικές ικανότητες οι οποίοι στοιχειώνονται απ' τα εφήμερα της ζωής και καταλήγουν να κυνηγούν το πνεύμα ενός νεκρού υπό τις διαταγές του αφέντη... Ο William Blake απ' την άλλη, απομακρυσμένος από κάθε εσωτερικότητας αλήθεια, και τα δόντια του να τρέμουν στην ιδέα του θανάτου παρουσιάζεται αδύναμος, όπως όλοι μπροστά στο ανώτερο, αυτό που υπάρχει έξω απ' την στενά ορισμένη πραγματικότητα τούτου του κόσμου. Αυτό ωστόσο συμβαίνει μέχρί να γνωρίσει τον "κανένα"(Gary Farmer) σε έναν ψυχοφθόρο συμβολισμό του πνεύματος που όλοι έχουν εγκαταλείψει αναζητώντας το αύριο σε υλικούς προορισμούς. Κάτι που υποστηρίζεται απ' τους διαλόγους του αλλά και τη μοναχική του φύση. Ο "κανένας" θα αναπτύξει μια φιλική σχέση με τον William Blake(με ποιητικούς συμβολισμούς) ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για το πέρασμα που θα τον οδηγήσει στον άλλο κόσμο. Αυτή η σχέση όμως είναι και ικανή να ξυπνήσει το πνεύμα του William Blake, ο οποίος αποδέχεται πλέον την ιδέα του θανάτου και περιπλανιέται συνειδητοποιημένος προς τον τελικό προορισμό...Σκοτώνωντας μία μία τις αισθήσεις του απ' τον παλιό κόσμο(έναν έναν τα ζωντανά κομμάτια του προηγούμενου του κόσμου, αυτά που εναγωνιώς ψάχνουν για καπνό). Ώσπου βρίσκεται στη βάρκα, που οδηγεί στο μέλλον, που η ελπίδα χάνεται στον ορίζοντα, και το σώμα παραδίδει ύλη-αν μπορούμε να δεχτούμε την ένοια της ανυπαρξίας- ενώ απομακρύνεται περισσότερο αντικρύζει τα τελευταία του βιώματα, τον "κανένα" και τον τελευταίο των κυνηγών του, να αλληλοσκοτώνονται σε μια κατάριψη καλού-κακού, παραδείσου-κόλασης.

Ταινία που προσφέρεται για πολύ σκέψη, όχι αντικειμενική, αλλά υποκειμενική, έτσι όπως ορίζει ο υπαρξιακός πειραματισμός που μετουσιώνει η τέχνη, αλλά περισσότερο αξίζει να την ακολουθήσεις και να τη βιώσεις μέσα απ'το πιο πρωσοπικό σου "είναι". Μουσική, σκηνοθεσία, ερμηνείες(αυτές δείχνουν να λειτουργούν σαν ομάδα με ακρίβεια αγγλικού ρολογιού) αγγίζουν την τελειότητα. Το μόνο που απομένει είναι να καθίσουμε απένατι στο μέσο αναπαραγωγής, να χαθούμε σε αυτό το υπερβατικό ταξίδι, να αγγίξουμε το κενό του Jim Jarmusch και να βιώσουμε αλήθεις και ψέμματα...
Βαθμολογία 9/10

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2007

Dear Wendy


Σκηνοθεσία : Thomas Vinterberg
Παραγωγής : Denmark / France / Germany / UK / 2005
Διάρκεια : 105'

Έφυγε ο δρεπανοφώρος Ιούλης, και ας ελπίσουμε απ' τον Αύγουστο να λείπουν τα άσχημα μαντάτα. Εμείς εδώ θα κάνουμε ποδαρικό με το συμβολικό Dear Wendy, το οποίο περιπλανιέται διαισθητικά με μαθηματική ακρίβεια! Τουλάχιστον κάπως έτσι το 'χε δηλώσει ο Thomas Vinterberg:”Ο Λαρς φον Τρίερ κι εγώ δουλεύουμε μαζί από το 1995, από τότε που δημιουργήσαμε το Δόγμα ’95. Είμαστε εντελώς διαφορετικοί όσον αφορά στον τρόπο δουλειάς και στη φόρμα και αυτό είναι πηγή έμπνευσης κάθε φορά που συνεργαζόμαστε. Ο Λαρς είναι ακριβής και συστηματικός – σχεδόν με μαθηματική ακρίβεια – κυρίως στον τρόπο που συνεχίζει να πειραματίζεται σχετικά με τη φόρμα μιας ταινίας. Εγώ δουλεύω πιο πολύ με γνώμονα τη διαίσθηση, προσπαθώντας να κάνω το καλύτερο δυνατό για να δημιουργήσω ζωή και ανθρώπινη φύση στην οθόνη. Η σκέψη της ένωσης αυτών των ιδιοτήτων στην ίδια ταινία ήταν πολύ ελκυστική και όταν δόθηκε η ευκαιρία, είπα ναι προτού διαβάσω το σενάριο."

Η ταινία διαδραματίζεται στην "αγαπημένη" του Lars Von Trier Αμερική, και είναι η εμβάθυνση σε μια ομάδα παιδιών, "ξεκομμένων" απ' την κοινωνία. Αναπαραστάται αυτούσια η ανάγκη του ανθρώπου για τον συμπληρωματικό του, για το πνευματικό άλλο του μισό με το οποίο θα νικήσει τις αδυναμίες, θα μετουσιωθεί στην ιδανική ή καλύτερα στην ιδεατή προς αυτόν μορφή, αντλώντας παρασιτικά, σε σχέση πλήρης εξάρτησης ,τα στοιχεία εκείνα που θα χαλιναγωγήσουν την ωριμότητα του, και θα "διορθώσουν" το παρελθόν. Για αυτή τη σχέση χρησιμοποιείται η ανάγκη ύπαρξης των όπλων, σε ρεαλιστικό αλλά και συμβολικό επίπεδο, σε έναν καυτηριασμό της ενδοχώρας της Αμερικάνικης κοινωνίας, παρουσιάζωντας τα παιδιά, και όχι μόνο, φοβισμένα, ανασφαλή και οριοθετώντας την αναγκαιότητα ύπαρξης εξωτερικής δύναμης ως αντικαταστάτρια της εσωτερικής αδυναμίας. Η σύνδεση του εσωτερικού με το εξωτερικό παράγοντα γίνεται με την χρήση μιας "φαινομενικής" ιδεολογίας. Ιδεολογίας που τους αναδεικνύει νικητές στο στίβο της ζωής αλλά με τον "πλαστικό" τρόπο. Η προσωπική σχέση κάθε ήρωα με το όπλο του αποτελεί την αλληλοσυμπληρωματική σχέση που τονίσαμε, ενώ εφυϊως ο Thomas Vintenberg παρουσιάζει το πως τα ίδια παράνομα όπλα στα χέρια των αστυνόμων νομιμοποιούνται, παρά το γεγονός πως οι τελευταίοι τα χρησιμοποιούν για τον ίδιο λόγο με τους λοιπούς ανθρώπους, σε μια κοινωνία που δεσπόζει ο ατομισμός, η αυτονομία και κυριότερα η απροσωπία! Καθ' όλη τη διάρκεια τονίζεται το κλίμα ομάδας, η φιλία, η κοινή ιδεολογία και η συστηματική εργασία κάτω από τη στέγη μιας ειρηνικής οργάνωσης με το όνομα "Δανδηδές" τα οποία ωστόσο σταδιακά παραγκωνίζονται και εν τέλη εγκαταλείπονται στα πλαίσια της νοσηρής και ενδόμυχης σύνδεσης που έχει ο καθένας με το όπλο του(θεωρητική εσωτερική παντοδυναμία), η οποία φέρνει στην επιφάνεια την φιλοδοξία, τον εγωισμό σε έναν διαρκή ακμάζοντα ατομισμό...Με κύριο αποτέλεσμα την πτώση των ιδεών και μετ' έπειτα των ανθρώπων.

Ο Thomas Vintenberg σκηνοθετεί αφαιρετικά, με τον φακό να αποτυπώνει άλλοτε αυστηρά την πραγματικότητα και άλλοτε να δυισδύει στη προσωπικότητα των ηρώων προσδίδωντας συμβολισμούς μέσα απ' τα γεγονότα. Η ιστορία εξελίσεται δια της περιγραφικής αφήγησης του Jamie Bell(ηγέτη των Δάνδηδων). Μια αφήγηση που έχει ως αποτέλεσμα την σαφή περιγραφή και την συμπαγή δόμηση της ταινίας, ωστόσο στερείται δημιουργικότητας όντας εξαιρετικά μονότονη. Στα σκηνικά παρατηρείται και μια θεατρικότητα σαν αυτή που μας έχει συνηθίσει ο Trier, ενώ ερμηνευτικά παρατηρούμε μια αξιόλογη προσπάθεια χωρίς ωστόσο να μιλάμε σε καμία περίπτωση για τελειότητα. Ξεχωρίζουν κυρίως ο Bill Pullman(στο ρόλο του "κακού"), ο Jamie Bell και το κορίτσι της συμμορίας η Alison Pill.

Με μια φράση, τελικά εξαρτώμαστε από αυτό που χρειαζόμαστε για να αγαπήσουμε τον εαυτό μας...
Βαθμολογία 7,5/10